Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

ΓΕΡΩΝ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1853 - + 1930)


Παναγιώτου Ἡλιοπούλου

Τό κείμενο περί τοῦ ἀειμνήστου Ζηλωτοῦ Γέροντος Καλλινίκου τοῦ Ἡσυχαστοῦ, τοῦ κ. Παν. Ἡλιοπούλου, λαμβάνεται ἀπό τόν Ἰστότοπο http://www.churchgoc.blogspot.com/. Κατωτέρω δημοσιεύεται μέ ἐλάχιστες φραστικές διορθώσεις, ἐπειδή ἐντάσσεται στούς σκοπούς καί τούς στόχους τοῦ παρόντος Ἰστοτόπου.


Ὁ Γέρων Καλλίνικος ὁ Ἁγιορείτης ἀνῆκει στίς μεγάλες μορφές τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ. Ὁ Κωνσταντῖνος Θειάσπρης – αὐτό ἦταν τό κοσμικό του ὄνομα – γεννήθηκε στήν Ἀθήνα τό 1853 ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς πού προήρχοντο ἀπό Καπεταναίους τοῦ 1821.
Ἦταν ζωηρό καί ἔξυπνο παιδί. Παράλληλα μέ τά μαθπηματά του, μελέτησε καί διάφορα Χριστιανικά βιβλία,ἀπό τά ὁποῖα γνώρισε τήν θαυμαστή ζωή τῶν ἀσκητῶν. Τό 1875, σέ ἡλικία 22 ἐτῶν, ἦλθε στή συνοδεία τοῦ ἐναρέτου Γέροντος Δανιήλ, στά Κατουνάκια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ γ. Δανιήλ, σάν ἀντίκρυσε τόν Ἀθηναῖο νεαρό, εἶχε ἀμφι-βολίες ἄν θά μποροῦσε νά ζήσει τήν βαριά καλογερική ζωή. Ὅμως γρήγορα ἄλλαξε γνώμη καί τόν ἔκειρε μοναχό μέ τό ὄνομα Καλλίνικος.
Ὁ π. Καλλίνικος εἶχε ζῆλο γιά τήν καλογερική ζωή καί βαθιά ἔφεση γιά μάθηση σ’αὐτό καί μελετοῦσε διάφορα Πατερικά βιβλία. Σέ πολύ λίγο χρονικό διάστημα μποροῦσε νά ὁμιλεῖ καί νά γράφει τήν Ρωσική γλῶσσα, αὐτοδίδακτος. Γιά τήν ἐν γένει συμπαράσταση στούς Ρώσους μοναχούς, ὁ Τσάρος τῆς Ρωσίας τοῦ ἀπένειμε παράσημα.
Μέ τήν σύμφωνη γνώμη τοῦ Γέροντά του Δανιὴλ, ἀποφασίζει νά ζήσει ἔγκλειστος. Νά ζήσει δηλαδή στό κελλί του καί σέ μία μικρή περιοχή γύρω ἀπό αὐτό, 45 χρόνια.Ἡ ἡρωϊκή αὐτή ἀπόφαση συνδυάστηκε μέ ὁλοκληρωτική παράδοση στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, μέ ἀδιάλειπτη προσευχή καὶ νηστεία. Δὲν εἶναι βέβαια ἡ ζωή αὐτή γιά ὅλους, ἀλλά «οἷς δέδοται». Ὁ μεταξοσκώληκας δημιουργεῖ τό μετάξι του, ἀφοῦ γίνει ἔκλειστος στό κουκούλι του (π. Χερουβείμ).
Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος γράφει γι’ αὐτόν: «Ἔβλεπες μία μορφή ὁσιακή, ἐπιβλητική, ἁγία». Ἡ φήμη του προσείλκυε κοντά του πλῆθος ἀνθρώπων, γιά νά ἀκούσουν μιά φωτισμένη ἀπάντηση στά προβλήματά τους.
Ὑποτακτικοί, Γέροντες, ἐρημίτες, κοινοβιάτες, κοσμικοί, νομικοί, στρατιωτικοί, καθηγητές Πανεπιστημίου, πρυτάνεις, Ἕλληνες, Ρῶσοι καὶ γενικῶς ἄνθρωποι πάσης ἡλικίας, κοινωνικῆς τάξεως καὶ μορφώσεως, προσέτρεχαν στόν φωτισμένο ἡσυχαστὴ τῶν Κατουνακίων, γιά νά τόν συμβουλευτοῦν γιά τά προβλήματά τους. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν ὁ Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης, ὁ π. Γεράσιμος Μενάγιας, κ.ἄ.
Ἀξιώθηκε καὶ αὐτός μεταξὺ ἄλλων ἐλαχίστων μεγάλων Πατέρων τῆς θέας τοῦ ἀκτίστου φωτός. «Μέ τήν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἠξιώθη θείων ἐλλάψεων», γράφει ὁ Ἔραστος Μοναχός. («Δύο Σύγχρονοι Ἅγιοι», Ἀθήνα 1963).
Στίς 7 Αὐγούστου 1930 ἔμελε ὁ ἔγκλειστος ἡσυχαστὴς τῆς ἐρήμου τῶν Κατουνακίων π. Καλλίνικος νά ἀναχωρήσει γιά «τά σκηνώματα Κυρίου τά ἀγαπητά». Ἀφοῦ προειδοποίησε γιά τό τέλος του τόν ὑποτακτικό του, τοῦ εἶπε νά ὑπάγει νά ἑτοιμάσει τήν ἐκκλησία. Ἐπί δέκα λεπτά πρίν ξεψυχήσει ἐνατένιζε ἅγιες μορφὲς πού ἦλθαν νὰ τόν συνοδεύσουν τιμητικά στήν ἀναχώρησή του. Τότε ἀκούστηκε νά ψελλίζει ἤρεμα: «Σέ εὐχαριστῶ Θεέ μου πού πεθαίνω Ὀρθόδοξος» (π. Χερουβείμ).
Μέ τήν ἔναρξη τοῦ 20ου αἰώνα γεννήθηκε στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ἕνα μόρφωμα περίεργο. Ἕνα ἀλλόκοτο τέρας. Ὁ Οἰκουμενισμὸς. Κατ’ αὐτόν καμμία θρησκεία δὲν ἔχει πλῆρη ἀλήθεια. Κάθε θρησκεία ἔχει μέρος τῆς ἀληθείας. Ἡ ὁλοκληρωμένη ἀλήθεια θὰ προκύψει ἀπό τήν ἕνωση ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν.
Πανθρησκεία ὁ Οἰκουμενισμὸς. Διάφορες προσωπικότητες ἔχουν χαρακτηρίσει τόν Οἰκουμενισμό ὡς παναίρεση (π. Ιουστῖνος Πόποβιτς). Πρῶτο βῆμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἦταν ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου, ὅπως τοῦτο φαίνεται στἠν Ἐγκύκλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τό 1920 καί στά Πρακτικά τοῦ Συνεδρίου τῆς Κωσταντινουπόλεως τό 1923 γιά νά συνεορτάζουν Ὀρθόδοξοι καί Παπικοί. Ἔτσι τό 1923 ὁ νεωτεριστὴς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος Μεταξάκης, ἀπετόλμησε τήν ὀλέθρια ἡμερολογιακή ἀλλαγή.
Τό Ἅγιον Ὄρος ὁλόκληρο (ἐκτός τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου γιά κάποιο διάστημα), κράτησε μέχρι σήμερα τό Παλαιό (Ἰουλιανό) Ἡμερολόγιο. Σημαντική μερίδα Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν, οἱ Ζηλωτές, προχώρησαν καί στήν διακοπή τοῦ μνημοσύνου τοῦ καινοτόμου Πατριάρχου. Ὁ φωτισμένος Γέροντας Καλλίνικος δὲν μποροῦσε νά μείνει ἀπαθής, μπροστά στήν πρωτοφανή αὐτή προδοσία τῆς Πίστεως.
Σ’ αὐτόν (τόν π. Καλλίνικο), ὡς σοφώτερο καί ἁγιώτερο προσέφευγαν οἱ ἀνησυχοῦντες Πατέρες, γιά νά τόν συμβουλευτοῦν περὶ τοῦ πρακτέου καὶ ἐκεῖνος διερμηνεύων τὰς Γραφάς, χωρίς περιστροφές καί ἀμφιβολίες μέ βάση τούς Ἁγίους Πατέρες καί τόν ΙΕ’ Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου τούς συμβούλευε γιά τήν διακοπή τοῦ μνημοσύνου τοῦ νεωτεριστοῦ Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη. Σέ μιά δέ τέτοια σύναξη, τήν ἄποψη περί μή διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου τοῦ Πατριάρχου, τήν χαρακτήρισε εὐθαρσῶς ὁ Γέροντας Καλλίνικος «δαιμονικὴ ἀπάτη» (Μαξίμου Ἁγιοβασιλειάτου, «Καταγγελία Ἁγιορειτῶν Πατέρων Ἅγιον Ὄρος», 1997, σελ. 160).
Ἡ θέση αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου Γέροντος Καλλινίκου σχετικά μέ τήν Οἰκουμενιστική καινοτομία τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου φαίνεται ἀπό τό ἀκόλουθο περιστατικό:
«Κάποιος ἤθελε νά γίνει Ἱερέας καὶ ἔγραψε ἐπιστολή ἐξομολογητική καί τήν ἔστειλε στόν π. Καλλίνικο. Ὁ Γέρων εἶπε στούς ὑποτακτικούς του: «Γράψτε στόν ἀδελφό, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἕνα λάκκο βορβόρου καὶ κροτεῖ τά χέρια του καί φωνάζει νά τόν κάνουμε Βασιλέα. Ἄς βγεῖ πρῶτα ἀπό τόν λάκκο τῆς Νεοημερολογίτικης καινοτομίας, νά καθαρισθεῖ καί ὕστερα βλέπουμε ἄν εἶναι ἄξιος νά γίνει Βασιλέας» (Δαμασκηνὸς Μοναχὸς, Ἁγιοβαλειάτης, Περιοδικὸ « Ἅγιος Ἀγαθάγγελος ὁ Ἐσφιγμενίτης», τ. 74, 1984).
Ἐλάμβανε τό θρησκευτικό Περιοδικό «Η ΖΩΗ». Ὅταν ὅμως ἔγινε ἡ ἀλλαγή τοῦ Ἡμερολογίου, ἀμέσως ἐπέστρεψε τό Περιοδικό (Δαμασκηνὸς βλ. ἀνωτ.).
Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ὅτι ὁ Γέροντας Καλλίνικος ἔπαιξε στίς ἡμέρες μας τόν ρόλο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καί ἄλλων ἀγωνιστῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι σέ στιγμές κρίσιμες γιά τήν Ἐκκλησία ἔμειναν μοναδικοὶ ὑποστηρικτές τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκ τῶν παρατεθέντων στοιχείων γίνεται ἀντιληπτό, ὅτι ὁ Ἅγιος Γέροντας Καλλίνικος ὁ Κατουνακιώτης ὁ ἔγκλειστος Ἡσυχαστὴς, εἶναι μία σύγχρονη μορφὴ τῆς Ἀθωνικῆς ἐρήμου πού στηλίτευσε τὴν αἵρεση τῶν Ἰταλῶν, τόν Παπισμὸ καὶ τὴν σύγχρονη παναίρεση τοῦ Νεοημερο-λογιτισμοῦ - Οἰκουμενισμοῦ.

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Ο ΝΕΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ (+ 1971)

Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Προλεγόμενα
Γιά τόν «Νέον Παντελεήμονα» τῆς Ἐκκλησίας, τόν ἀσκητή καί ἡσυχαστή «ἐν μέσῳ τοῦ κόσμου», τόν πρῶτο ἐκδότη τῆς «Ὀρθοδόξου Πνοῆς», μακάριο Ἱερομόναχο Ἰγνάτιο Μπέτση ὁ λόγος. Τό ἑπόμενο ἔτος 2011 συμπληρώνονται 40 ἔτη ἀπό τήν ὁσιακή του κοίμηση καί πυκνώνουν οἱ φωνές – φωνές συνετές καί σοβαρές – γιά τήν «ἐπ’ ἐκκλησίαις» τιμή του ὡς Ἁγίου «ἀναφανέντος κατά τούς ἐσχάτους τούτους χρόνους τῆς ἀποστασίας».
Ὁ Βίος τοῦ μακαρίου Πατρός ἐγράφη ἀπό τό ἐκλεκτό πνευματικό του τέκνο κ. Σωτ. Χρυσανθόπουλο (Θεολόγο καί Νομικό ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, στό ἐξῆς Σ. Χρ.) καί κυκλοφόρησε τό 2001 μέ τίτλο «Ἱερομόναχος π. Ἰγνάτιος – Μία σύγχρονη ὁσιακή μορφή». Ἐκεῖ τίθεται γιά πρώτη φορά τό θέμα – αἴτημα τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητός του («τό παρόν βιβλίο – σημειώνεται - ἀποτελεῖ καί μία πρόταση - εἰσήγηση γιά τήν ἁγιοποίηση ἤ ἀνακήρυξη ὡς Ἁγίου τοῦ πατρός Ἰγνατίου, ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας», σελ. 169).
Τό 2001, ἡ Ἱερά Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς πραγματοποίησε Πνευματική Σύναξη - Ἡμερίδα στό Μητροπολιτικό ἵδρυμα ἁγ. Αἰκατερίνης Κορωπίου (τήν 15η /28η Ἀπριλίου), μέ πρωτοβουλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου καί ὀργανωτικό ὑπεύθυνο τόν γράφοντα, κατά τήν ὁποία τιμήθηκε ὁ μακάριος Ἰγνάτιος, μέ τήν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως 30 ἐτῶν ἀπό τήν ὁσιακή του κοίμηση. Συμμετεῖχαν καί παρουσίασαν πτυχές τῆς ἁγίας του ζωῆς ἐκλεκτά πνευματικά του τέκνα - ὅπως ὁ Παν/τος Ἱερομόναχος π. Ἀμφιλόχιος Ταμπουρᾶς καί οἱ Διδάσκαλοι Ἀνέστης Χατζῆς ἀπό τήν Πάτρα καί Εὐγενία Χίου ἀπό τήν Σάμο - ἐκτέθηκαν ἱστορικές φωτογραφίες καί προσωπικά του ἀντικείμενα καί ἀκούστηκε ἡ φωνή του, μεταφορικῶς μέσῳ τῶν περιγραφῶν τῶν ὁμιλητῶν καί κυριολεκτικῶς μέσῳ μαγνητοφωνημένων ὁμιλιῶν του. Κύριος ὁμιλητής κατά τήν ἐκδήλωση αὐτή ἦταν ὁ Διδάσκαλος Ἀνέστης Χατζῆς. Ἡ ὁμιλία του ὑπῆρξε σαρωτική ὡς πρός τήν ἀλήθεια γιά τόν ἄνδρα.
Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ βασίζεται στά στοιχεῖα τῶν προηγουμένως ἀναφερομένων πηγῶν, καθώς καί στό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ γράφοντος, τό ὁποῖο περιλαμβάνει μαρτυρίες πνευματικῶν του τέκνων (ὅπως τοῦ ἤδη μακαριστοῦ Ἰωάννη Μαυρόπουλου καί τῆς συζύγου του Κασσιανῆς ἀπό τήν Θεσσαλονίκη). Ἀποτελεῖ μία κατάθεση μαρτυρίας - διαπίστωση τῆς ἁγιότητός του, μία πενιχρή συμβολή στή διαδικασία διακηρύξεώς της ἀπό τήν παρ’ ἡμῖν, τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀρμοδία Ἐκκλησιαστική Ἀρχή.

Εἰσαγωγή
Ἀντί ἄλλης εἰσαγωγῆς παρατίθεται τό ἐξαιρετικό κείμενο τοῦ Διδασκάλου Ἀνέστη Χατζῆ, τό ὁποῖο παρουσίασε ὑπό μορφήν εἰσηγήσεως στήν Ἡμερίδα πού ὀργάνωσε πρός τιμήν τοῦ Ὁσίου Πατρός Ἰγνατίου ἡ Ἱερά Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, τήν 15/28. 4. 2001.

Τριάντα χρόνια μετά τήν ὁσία κοίμησή του, συναχθήκαμε γιά νά μιλήσουμε γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Εἶναι ἀνάγκη; Εἶναι. Γιατί; Διότι τό ἀπαιτεῖ:
Ἡ κακή ἐκκλησιαστική μας κατάσταση.
Ἡ κάμψη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
Ἡ κραυγή ἀναζήτησης τοῦ καλοῦ ποιμένος.
Ἡ ἀνάγκη ζωντανοῦ προτύπου. Καί
Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαναβεβαίωσης, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ζῆ.
«Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτῶ Ἰγνάτιος». Ἐπειδή:
Ἡ Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. δέν ἔχει, εἶναι ἀλήθεια δυστυχῶς, τήν δυνατότητα νά παράγει ἐκκλησιαστικά στελέχη αὐτῆς τῆς ποιότητας! Ὅ,τι καλό βλαστάνει καί ἀνθίζει ὀφείλεται στήν οἰκογενειακή ἀνατροφή καί τήν ἀτομική προσπάθεια κυρίως καί λιγότερο στήν ἐκκλησιαστική προσπάθεια.
Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν μαθήτευσε στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι εἶχε τό εἶχε ἀφ’ ἑαυτοῦ του. Ὑπῆρξε πρωτότυπος γιά τά δικά μας δεδομένα.
Ἡ γενική ἐντύπωση: Ἕνας ἄνθρωπος ξένος, χωρίς συμπλέγματα, ἀγκυλώσεις, διδακτισμό καί αὐταρχισμό. Ἕνας Γ.Ο.Χ. πού δέν ἦταν Παλαιοημερολογίτης. Φαίνεται ἀπό μακρυά ἡ διαφορετικότητά του. Πᾶμε πιο κοντά; Πατήρ Ἰγνάτιος σημαίνει γιά μένα: Χαρά καί περιέργεια. Χαρά καί περίσκεψη. Χαρά καί αὐτεπίγνωση. Χαρά καί κατάνυξη. Χαρά καί προσπάθεια. Χαρά καί ὅ,τι ἄλλο θέλεις! Διότι Ἐκκλησία σημαίνει πάνω ἀπό ὅλα χαρά!
Τόν πλησιάζεις καί σέ συλλαμβάνει μέ τό δύχτι τῆς χαρᾶς. (Δέν ὑπάρχει πνευματικότητα, ὅπου δέν ὑπάρχει χαρά).
Ὁ π. Ἰγνάτιος εἶναι ἄνθρωπος πνευματικός, ἄνθρωπος Ἀποστολικός, ἄνθρωπος ὑπόδειγμα. Στό «κάνε ὅ,τι σοῦ λέω», ἀντιπαραθέτει τό «κάνε ὅ,τι βλέπεις καί αἰσθάνεσαι»!
Δέν γνωρίζω, ἄν ὁ π. Ἰγνάτιος ἐκτελοῦσε καθήκοντα μοναχοῦ, σάν ὅλους τούς μοναχούς ἤ ἄν ἡ ἐξαντλητική του ἄσκηση ἦταν γι’ αὐτόν ὑπέρτατη ἀπόλαυση καί ἀποζητοῦσε τίς ὧρες τῆς νύχτας, ὅταν οἱ ἄλλες μέριμνες τοῦ ἄφηναν ἐλεύθερο χρόνο. Ἡ ἐγκράτεια ἦταν γι’ αὐτόν φιλοσοφία, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή καταφύγιο, τό ἐργόχειρο καί ἡ ὀλιγολογία στολίδι.
Ὁ π. Ἰγνάτιος ἦταν ἄνθρωπος σύγχρονος, ἄνθρωπος κοινωνικός. Ἐκτελεῖ μιάν ἀποστολή. Καί αὐτή δέν ἦταν ἀποστολή ἀναχωρητοῦ μοναχοῦ, ἀλλά κληρικοῦ. Κλῆρος του ἦταν τό ποίμνιο καί ἡ θέση του στήν κοινωνία. Ὁ κληρικός εἶναι ἀνώτερος τοῦ μοναχοῦ.
Συναναστρέφεται κάθε ἄνθρωπο, ἀνεξαρτήτως φύλου καί ἡλικίας. Μέ ὅλους προσηνής, ἐγκάρδιος, προσιτός καί συνάμα ἀπρόσιτος. Ἐγγύς καί μακράν. Ὅσο περισσότερο σέ ἀφῆνει νά τόν πλησιάσεις, τόσο περισσότερο ἀναγνωρίζεις τόν ἀσκητή. Εἶναι πάντα ἀνώτερος καί πάντας σέ ἀπόσταση, διότι ὁ σεβασμός πού ἐμπνέει εἶναι μεγάλος καί ἰσχυρός.
Ὁ π. Ἰγνάτιος στό θέμα τῆς Πίστεως, στό ζήτημα τοῦ Ἑορτολογίου, τῆς Ὁμολογίας κ.λ.π. ὑπῆρξε ρηξικέλευθος, κάθετος, κατηγορηματικός. Ὅμως ἡ ἀκρίβεια τῆς πίστεως, μετουσιούμενη σέ ἀκρίβεια Χριστιανικοῦ βίου, δέν εἶχε ἴχνος σκαιότητας, στυγνότητας, ἰταμότητας, ἀλαζονείας καί ἐπιδείξεως πού χαρακτηρίζουν πολλούς ἄλλους ἀκριβολόγους τῆς Πίστεως.
Ὁ π. Ιγνάτιος δέν εἶναι ἁπλά ζηλωτής, εἶναι φλογερός, εἶναι πυρπολητής. Πλήν ὅμως ὁ ζῆλος τῆς ἀρετῆς κάνει τήν φλόγα του δροσιά. Ὁ λόγος του δέν εἶναι λίβας πού καίει, πού καυτηριάζει, πού κατελέγχει, εἶναι δρόσος Ἀερμών, εἶναι δροσοπηγή πού καλεῖ τόν περιπλανώμενο στῆς κοινωνικῆς συνάφειας τό ἄγονον καί ἄνυδρον.

Ἡ μόρφωση
Τά γράμματα ὁπωσδήποτε συμβάλλουν στή μόρφωση, ὅταν ὁ σπουδαστής τά χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο καί ὄχι ὡς κτῆμα ἤ τυπικό προσόν. Ὁ π. Ἰγνάτιος χρωστάει πολλά στά γράμματα, αὐτό τό βλέπεις στήν ποιότητα τοῦ λόγου του, ἑνός λόγου προσωπικοῦ πού ἀναβλαστάνει ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀφομοιώσει διά τῆς προσωπικῆς μελέτης καί ἀσκήσεως. Ἑνός λόγου ἀπλοῦ, εὐχερῶς διατυπωμένου, πού ἐκφράζει ἐλευθερία καί εὑρύτυτα σκέψεως, σφραιρικότητα, πληρότητα γνώσεως καί ἀκρίβεια. Ἑνός λόγου εὐχάριστου, ἀφομοιώσιμου, ἥρεμου, διδακτικοῦ ἤ κατανυκτικοῦ, πού ἀποπνέει Ὀρθοδοξία, ἀρετή καί πνευματική ἐμπειρία.
Ἡ γλῶσσα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι ἀπλή καί ἀνεπιτήδευτη. ἡ χρειά τῆς φωνῆς του λεπτή, μελωδική, μέ τονικές ἐναλλαγές, ἀφηγηματικῆς μορφῆς, ἥρεμη, πού τονίζεται μέ μικρές κινήσεις τῶν χεριῶν. Εἶναι ἕνας τρόπος πού φανερώνει διδακτική ἐμπειρία, αὐτοπεποίθηση καί κυριαρχία.
Ὁμιλεῖ ὁ π. Ἰγνάτιος καί παγώνει κάθε ἦχος. Αὐτιά καί μάτια ἀνοιχτά. Οἱ καρδιές χτυποῦν, τά κεράκια συνεχίζουν νά λιώνουν καί πολλές φορές ὁ ἱδρώτας τρέχει ποτάμι στήν Ὡραία Πύλη.
Αὐτή ὅμως ἡ μόρφωση, ἡ μόρφωση τῶν γραμμάτων, δέν μετράει καθόλου γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Θεωρεῖ πώς ὅλη ἡ μόρφωση χρειάστηκε μόνο καί μόνο γιά νά τόν φέρει στήν Ἐκκλησία. Ὁ ρόλος της τελείωσε. Ἡ πνευματική μόρφωση τώρα ἀρχίζει. Ἔτσι δέν εἶναι φίλος τῶν πτυχίων, τῆς θύραθεν παιδείας, εἶναι φίλος τῆς πνευματικῆς ἐργασίας, ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἡ πνευματική ἐμπειρία, ἡ ἀποκάλυψη, τό θαῦμα. Ὁ π. Ἰγνάτιος βιώνει τό Μυστήριο τῆς Πίστεως καί σ’ αὐτό τό γεγονός καλεῖ κι ἐμᾶς.

Ὁ Πνευματικός Πατήρ
Κάθε ἕνας ἔχει σχηματίσει τήν γνώμη, κοινή γνώμη θά ἔλεγα, πρί τοῦ Πνευματικοῦ Πατρός, τοῦ καθοδηγητοῦ, τοῦ ἐξομολόγου. «Τό ξέρει ὁ Πνευματικός σου; Ζήτησες ἄδεια ἀπό τόν Πνευματικό σου;» Ὡς Πνευματικός ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ὑπῆρξε τέτοιος. Δέν ἦταν ἀκριβῶς Πατήρ, ἦταν ὁ ἀδελφός, ὁ συναγωνιστής, ὁ σύντροφος πού σέ καλεῖ νά βάψεις «τήν χείρα ἐν τῶ τριβλίῳ μετ’ αὐτοῦ». Θά μέ ἀκούσει, θά χαρεῖ, θά λυπηθεῖ, θά θυμώσει, ἀλλά σάν ἑταῖρος. Σοῦ ἀφήνει τήν ἐντύπωση, ὅτι ὁ ἀγώνας πού σοῦ ἀναθέτει εἶναι συνεταιρικός, ὅτι δέν εἶσαι μόνος σου, ὅτι συμπάσχει καί αὐτός. Θυμώνει γιά τήν ἐπιμονή, σάν νά θυμώνει μέ τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι ἕτερος, εἶναι ἑταῖρος. Ὅταν προδίδεις τόν ἀγώνα σου εἶναι σάν νά προδίδεις τόν ἴδιο. Εἶναι αὐστηρότατος, ἀφήνοντάς σε νά πιστεύεις ὅτι σοῦ φέρθηκε μέ ἐπιείκεια.
Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι χαρά, ἐλπίδα, ἀσφάλεια, ἱκανοποίηση, αὐτεπίγνωση, φιλοτιμία. Θέλει ἄσκηση, μελέτη καί προσευχή. Δέν ζητάει ταπείνωση καί ὑπακοή, αὐτά τά ἐμπνέει. Δέν χτίζει, θεμελιώνει. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶναι ἀνάκριση καί ἐξιλέωση. Εἶναι μάθημα, ἀπαίτηση, παράκληση, διαφύλαξη τῆς Ὁμολογίας, τήρηση τῶν ἐντολῶν, φόβος Θεοῦ, αὐτογνωσία, ἐγκράτεια καί προσευχή.
Ὅταν ἐρχόταν ὁ π. Ἰγνάτιος εἶχα τήν ἐντύπωση, ὅτι ἐρχόταν ἀποκλειστικά γιά μένα κατά τό «Ζακχαῖε κατάβηθι ἐν τῶ οἴκῳ σου δεῖ μέ μεῖναι». Ἀγαποῦσε τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου καί δέν ἔβαζε τίποτα μπροστά σ’ αὐτό. Εἶσαι ὁ μοναδικός ψάλτης καί δέν κάνει νά ψάλλεις; Ποτέ νά μήν γίνει ἡ Λειτουργία. Δέν σέ θυσιάζει γιά τίποτα στόν κόσμο. Μέ Πνευματικό τόν π. Ἰγνάτιο συνειδητοποιεῖς τήν ἀξία τῆς ψυχῆς σου.
Ὡς Πνευματικός Πατήρ ὁ π. Ἰγνάτιος δέν εἶναι αὐταρχικός. Φανερό δεῖγμα, ὅτι δέν ἀνατράφηκε ὡς ὑποτακτικός μοναχός, μέ μία ὑποχρεωτική ὑποταγή πού ἀρκετές φορές ἀντί νά ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, μετεξελίσσεται σέ αὐταρχικότητα καί ἀντί νά ἐλευθερώνει, διαπλάθει συμπλεγματική προσωπικότητα στόν μετέπειτα Ἱερομόναχο. Ἔτσι μή ὄντας αὐταρχικός, δέν δημιουργεῖ κύκλο γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του, δέν «ἀποσπᾶ τούς μαθητάς ὀπίσω» του. Κύκλος του εἶναι ὅλο τό ποίμνιο. Δέν διαθέτει στενούς φίλους καί γυναῖκες «παρά τούς πόδας αὐτοῦ».

Ὁ Λειτουργός
Δέν εἶχε δική του ἐνορία, γύριζε ἀπό τόπου εἰς τόπον. Ὁσάκις ἦρθε στήν πόλη μας, σεβάστηκε τίς συνήθειές μας, τό τυπικό μας, τούς ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας καί πολιτεύτηκε μέ διάκριση. Εἴχαμε ἀκόμα τόν παλιό Ἱερέα μας. Δέν σφετερίστηκε τό ποίμνιό του, τά διακαιώματά του, δέν τόν ἀνταγωνίστηκε, δέν τόν σχολίασε. Τόν ὑπηρέτησε, θά ἔλεγα, σάν πατέρα καί ἀδελφό. Ὑπῆρξε τίμιος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, γνήσιος Λειτουργός. Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου κήρυττε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές συγκέντρωνε τούς πιστούς σέ κάποιο σπίτι καί μιλοῦσε καί τό ἀπόγευμα.
Ἐνῶ ἦταν φύση καλλιτεχνική καί μελετοῦσε τήν Ἐκκλησιαστική Τέχνη (ἁγιογραφία, ὑμνογραφία, κ.λ.π.), δέν διέθετε φωνή ψαλτική. Ἦταν τελείως παράφωνος, ἐκτός κι ἄν τό ἔκανε σκοπίμως. Εἶναι ἀλήθεια πώς δέν μποροῦσες ὡς ψάλτης νά κάνεις ἐπίδειξη τέχνης καί φωνῆς, μέ λειτουργό τόν π. Ἰγνάτιο. Φιλάσθενος ὅπως ἦταν, ἦταν πάντα κουρασμένος, ἰδρωμένος καί τά τελευταῖα χρόνια στεκόταν μέ δυσκολία καί κύρηττε. Τά ἄμφια ἦταν κάτι ξένο πάνω του, δέν τοῦ ταίριαζαν τά χρυσοϋφαντα, τό τριμμένο ράσο καί τό σκουφάκι τοῦ πήγαιναν καλύτερα.

Ὁ Ὀρθόδοξος
Ὑπῆρξε γνήσιος τηρητής, φύλακας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων. Ἀπρικατάληπτος μελετητής τῆς λειτουργικῆς καί καλλιτεχνικῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἐξέφραζε πάντα τήν γνώμη του μέ τήν εὐθύτητα πού ταιριάζει σέ πνευματικό ἄνθρωπο. Ὑπερασπίστηκε πάντα τίς Ὀρθόδοξες θέσεις, ἀδιαφορῶντας γιά τίς γύρω του ἀντιδράσεις καί προσωπικές ἐπιθέσεις, χωρίς νά ἐπιβάλλει τίς ἀντιλήψεις του, χωρίς πάθος, χωρίς συσπειρώσεις καί σχίσματα.
Ὑπῆρξε γνήσιος ὑπερασπιστής τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου. Ὑπερασπίζεται μέ καθαρότητα ἤθους, μέ συνέπεια, ἁπλότητα, σαφήνεια καί ἀκρίβεια τήν ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ Ἁγίου Πατρός. Ἡ καταδίκη τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, ἡ Ὁμολογία τοῦ 1935, ἡ στάση ἀπέναντι στό Σχίσμα τῶβ Φλωρινικῶν, ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑπό μόνου τοῦ Ἁγίου Πατρός καί ὁ καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἱστορικοί σταθμοί ἐκκλησιαστικῆς δόξας καί μεγαλείου, εἶναι καύχημα γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Ἔχει ἐπίγνωση τῆς μοναδικότητας, τῆς παγκοσμιότητας, τῆς αὐθεντίας τῆς Ἐκκλησίας στήν Ὁποῖα ἀνήκει. Σπάνιο φαινόμενο Ὀρθοδόξου, ὅταν ἡ συντριπτική πλειοψηφία Κληρικῶν καί λαϊκῶν διακατέχεται ἀπό μία ἐμετική παραταξιακή Παλαιοημερολογίτικη νοοτροπία, πού παρά τίς πομπώδεις, ὑπεφύαλες διακηρύξεις, δυσκολεύεται νά κρύψει τό κόμπλεξ κατωτερότητος πού τήν διακατέχει - λόγῳ ἔλλειψης αὐτοπεποίθησης – καί τήν ἀγωνία τῆς μοναξιᾶς, πράγμα πού καταφαίνεται στή θέα μιᾶς διαρκοῦς ἐλεεινῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως δεκαετιῶν, μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς Ψωροκώσταινας, μιᾶς διοικητικῆς ἀτολμίας καί ἀπραξίας, μιᾶς ἀποτελματώσεως, μιᾶς συνεχοῦς παρακμῆς, ὅπου ἡ πρόοδος καί ἡ πνευματική ζωτικότητα καί γονιμότητα εἶναι μία θαμπή ἀνάμνηση…
Ὁ π. Ἰγνάτιος ὑπῆρξε ἀριστοκράτης, ἄξιος καί γι’ αὐτό ἀγέρωχα σιωπηλός. Ἔφυγε ὁ π. Ἰγνάτιος. Ἔφυγε ὁ ποιμένας καί διασκορπίστηκαν τά πρόβατα, ἄλλα ἐδῶ κι ἄλλα ἐκεῖ. Σέ ὅλους, πιστεύω, κάτι μένει, ἔστω κι ὡς φευγαλέα φάρου ἀναλαμπή μέσα στό ὀμιχλῶδες πέλαγος τῆς θύμησης…

Ἀπό τόν Οἰκουμενισμό στήν Γνησία Ὀρθοδοξία
Ὁ Ὅσιος Πατήρ Ἰγνάτιος ἦταν λόγιος, ἡσυχαστής καί ἀγωνιστής Κληρικός. Πειραϊκῆς καταγωγῆς, σπούδασε Ἰατρική, ἀλλά γοητευμένος ἀπό τήν ἰδέα τῆς «εἰς Χριστόν» ἀφιερώσεως καί τῆς Ἱερατικῆς διακονίας, χειροτονήθηκε Ἱερεύς στήν Ἀγγλία, στήν ἐκεῖ Ἀρχιεπισκοπή τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως, ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Θυατείρων καί Μεγ. Βρεττανίας Ἀθηναγόρα.
Κατά τήν περίοδο ἐκείνη (ἀλλά καί στήν συνέχεια), τό περιβάλλον τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Θυατείρων ἦταν ἐξόχως οἰκουμενιστικό. Ἐπικρατοῦσε ἕνα κοσμικό - δυτικότροπο πνεῦμα, ἄσχετο πρός τό Ἁγιοπνευματικό περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ π. Ἰγνατίου Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηναγόρας Κοκκινάκης, ἦταν γνωστοῦ καί δεδηλωμένου οἰκουμενιστικοῦ φρονήματος καί ἡ ὁμολογία του κάθε ἄλλο παρά Ὀρθόδοξη. Ὁ π. Ἰγνάτιος ὅμως ἦταν ἕνας ὑγιής νούς, μία ψυχή ἀγαθῶν προθέσεων καί προαιρέσεων, ἀφιερωμένος στόν Θεό καί τήν Ἁγία Του Ἐκκλησία. Ἄρχισε νά μελετᾶ συστηματικά τό θέμα τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ - Οἰκουμενισμοῦ καί νά προσεύχεται πολύ, ζητῶντας τήν βοήθεια τοῦ Κυρίου τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τοῦτο καί ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ψυχῆς του Χριστός, δέν ἐπέτρεψε νά χαθεῖ μέσα στή λύμη τῆς αἱρέσεως, ἀλλά ὁ Ἴδιος «ἐξήγαγε αὐτόν εἰς ἀναψυχήν».
Τό ἔτος 1956 ἦταν ἔτος θεοσημείας γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Δέχθηκε τήν θαυμαστή ἐμφάνιση τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος ὁδήγησε τά διαβήματά στήν Μία καί Μοναδική Ἐκκλησία Του! Γιά τό γεγονός αὐτό ὁ μακάριος Πατήρ δέν μιλοῦσε ποτέ (ἀσφαλῶς γιά νά μήν παρεξηγηθεῖ, «βρῆκαν» ἄλλωστε τόσα ἄλλα γιά νά τόν κατηγορήσουν!). Τό ἀνέφερε ἐξομολογητικῶς στόν τότε Ἐπίσκοπο Πατρῶν Ἀνδρέα (ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, + 2005), ἀπό τόν ὁποῖο τό πληροφορήθηκε ὁ γράφων τό 2000.
Ἡ θεοσημεία συνέβη στήν Ἀγγλία καί συνίστατο στήν ἐμφάνιση τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου, κατά τήν διάρκεια τῆς προετοιμασίας γιά τήν Θεία Λειτουργία. Κατά τήν Προσκομιδή, ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος ὀφθαλμοφανῶς καί ἀπαντῶντας στούς λογισμούς καί τούς προβληματισμούς του, τοῦ ἔδειξε πού καί πῶς νά βρεῖ τήν Μία καί Γνησία Ἐκκλησία Του! Ὁ Ἴδιος τόν ἔστειλε στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Κερατέας Ἀττικῆς καί στό ὠμοφόρειο τοῦ τότε Ἐπισκόπου Πατρῶν Ἀνδρέου!!!
Μετά τήν θεία αὐτή ἀποκάλυψη, ὁ π. Ἰγνάτιος «ὡς ἄλλη ἔλαφος ἐπιποθοῦσα ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων», ἐγκατέλειψε τήν ἐξασφαλισμένη σταδιοδρομία του στίς τάξεις τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Θυατείρων, διέκοψε (ὄχι βίαια, ἀλλά μέ τήν εὐγένεια ψυχῆς πού τόν διέκρινε), τίς πνευματικές καί διοικητικές του σχέσεις μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηναγόρα καί ἦρθε στήν Ἑλλάδα. Ὅταν συνάντησε στό Ἐπισκοπεῖο τοῦ ἁγ. Μοδέστου τόν Ἐπίσκοπο Ἀνδρέα καί ζήτησε νά ἐξομολογηθεῖ, ὁ Ἅγιος Πατρῶν κυριολεκτικῶς «δέν πίστευε στά αὐτιά του»! Δέχθηκε τήν ἐξομολόγησή του, ἀξιολόγησε τίς προθέσεις του, προσευχήθηκε καί ζήτησε καί ἀπό τόν ἴδιο νά προσευχηθεῖ. Εἰσήγαγε τό θέμα στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί μέ ἀπόφασή Της τόν ἔκανε δεκτό στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κατά τά προβλεπόμενα ἀπό τό Ἱεροκανονικό Δίκαιο, «διά Μύρου, Ὁμολογίας Πίστεως καί Χειροθεσίας».
Ὡς Κληρικός τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ Ἱερομόναχος Ἰγνάτιος, δραστηριοποιήθηκε χωρίς μόνιμη ἕδρα καί ἐνορία.Κάλυπτε τίς ἔκτακτες ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου καί τοῦ τόπου πού ἐμφανίζονταν. Περιώδευε ἱεραποστολικά κυρίως τίς ἀκριτικές περιοχές (Ξάνθη, Σάμο, Κάλυμνο, Κρήτη) καί ἐξυπηρετοῦσε τίς πνευματικές καί λειτουργικές ἀνάγκες τῶν πιστῶν, θέτοντας τήν σφραγίδα τῆς πνευματικῆς του προσωπικότητος καί τοῦ ἁγίου βίου του. (Στή δημοσιευομένη φωτογραφία τοῦ ἔτους 1958 διακρίνεται ὁ μακάριος π. Ἰγνάτιος μέ τόν τότε Ἐπίσκοπο Πειραιῶς Ἄνθιμο κ. ἄ. κληρικούς, στόν Ἱ. Ν. Τιμίου Προδρόμου Ροῦφ Ἀθηνῶν).
Κατά τίς περιοδείες αὐτές ἀντιμετώπισε, ὅπως ἦταν ἑπόμενο καί ἀναμενόμενο, καί τήν διωκτή μανία τῶν κακοδόξων. Ἕνα σχετικό περιστατικό πού συνέβη στήν Κρήτη, μαρτυρεῖ ὁ ἤδη μακαριστός Βασ. Νταργάκης. «Μετά παρέλευση κάποιου χρόνου - γράφει στόν Ἱερομ. Κήρυκο - μᾶς ἐπισκέφθηκε ὁ π. Ἰγνάτιος. Τόν ἔφερε ὁ Ἐμμ. Μαρτινια-νάκης μέ τό ἀμάξι του καί ὁ ἀδελφός Ἠλίας. Κάναμε ὁλονύκτιο ἀγρυπνία στό ἐξωκκλήσιο τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ξημερώματα φύγαμε γιά τό σπίτι μου. Ὁ π. Ἰγνάτιος ἔφυγε μέ τό αὐτοκίνητο, ἐμεῖς πήγαμε μέ τά πόδια στό χωριό, διότι ἦταν πιο κοντά. Μόλις φτάσαμε, ἄκουσε ἡ σύζυγός μου Ὀλυμπία μία βραχνή φωνή νά λέει, «ἔρχεται, ἔρχεται» καί σέ 2 - 3 λεπτά ἦρθε καί ὁ π. Ἰγνάτιος. Τοῦ εἴπαμε γιά τήν φωνή καί μᾶς εἶπε, «δέν μοῦ φαίνεται καλή ἡ φωνή, νά προσέχουμε, ἴσως μᾶς φέρουν καί τήν Ἀστυνομία». Πράγματι σέ λίγη ὥρα ἦρθε ἡ Ἀστυνομία καί ἔξω ἀπό τό σπίτι μου ἔγινε μεγάλη φασαρία, ζητοῦσαν ἀπό τόν π. Ἰγνάτιο χειροτονητήριο καί τό ἔδειξε. Τοῦ ζήτησαν τότε οἱ ὑπεύθυνοι καί κινήσαντες τήν φασαρία καί τόν διωγμό, ἄν ἔχει ἄδεια ἀπό τήν Μητρόπολη στό Ἡράκλειο, (δηλαδή ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Εὐγένιο Ψαλλιδάκη) καί τούς ἀπάντησε μέ πραότητα, ἀλλά θαρραλέα:
«Ἐγώ ἔχω Σύνοδο καί δέν ἔχω καμμία σχέση μέ τούς Παπικούς»!
«Γιατί, Παπικοί εἴμαστε;» τόν ρώτησε ἕνας Ἱερεύς.
«Τό ἀρνῆσαι ; - τόν ρώτησε ὁ π. Ἰγνάτιος - πού εἶναι ἡ Νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων; Ὅταν ἑορτάζουν στήν Ἱερουσαλήμ τόν ἅγ. Σπυρίδωνα, ἐσεῖς ἑορτάζετε Χριστούγεννα, ἄρα εἶστε παιδιά τοῦ Πάπα».
Ἀπαντᾶ τότε αὐτός στόν π. Ἰγνάτιο: « Ἐσύ ἔρχεσαι καί ἐκμμετα-λεύεσαι τόν κόσμο, νά μήν ἔρθεις ἄλλη φορά».
«Θά ἔρθω καί θά ξανάρθω» τοῦ ἀπάντησε ὁ π. Ἰγνάτιος, ὅπως ἦρθε καί ξαναεῖρθε καί δέν τόν ἐνόχλησε κανείς, διότι ὁ Θεός ξέρει μέ τί τρόπο νά ὑπερασπίζεται τούς δούλους Του.
Τόν πῆραν ἔπειτα στό τμῆμα τοῦ Ἀρκαλοχωρίου, ἀπολογήθηκε, ἔδειξε τό χειροτονητήριό του καί τοῦ εἶπε ὁ Διοικητής νά πάει στό καλό».
Σέ ἄλλη περίπτωση στήν Κάλυμνο, ὅπου πῆγε νά ἐξυπηρετήσει τούς ἐκεῖ Ὀρθοδόξους πιστούς, τόν περίμενε στό λιμάνι ὄχλος πολύς, μέ ἐπικεφαλῆς τόν τότε Νεοημ. Μητροπολίτη Καλύμνου Ἰσίδωρο, «μέ ἀπειλητικές διαθέσεις ἐναντίον του. Μόλις τόν παρέλαβε μέ τό αὐτοκίνητό του κάποιος ἀδελφός, ἔτρεξε ὁ ἀνωτέρω Μητροπολίτης μέ τήν «σπεῖρα» του στήν ἄκρη τῆς προβλήτας, ὅπου βρισκόταν ἀκόμη τό αὐτοκίνητο μέ τόν π. Ἰγνάτιο, γιά νά τόν ρίξει στή θάλασσα τό πιθανώτερο ἤ νά τόν «φοβερίσει» τό λιγώτερο πιθανό.
Ὁ π. Ἰγνάτιος μόλις εἶδε τά γενόμενα, λέει στόν ἀδελφό - ὁδηγοῦ τοῦ αὐτοκινήτου, «πήγαινε ἐσύ, ἐμένα θέλουν». Ὁ ὁδηγός ἔφυγε ἔντρομος καί πανικόβλητος καί ἔμεινε μόνος στό αὐτοκίνητο ὁ π. Ἰγνάτιος. Χωρίς νά βλέπει τούς διῶκτες του πού ἔσπρωχναν τό αὐτοκίνητο, ἔκανε κομποσχοίνι, ἠλθεῖτο στήν ἄσκηση τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, ἐπικοινωνοῦσε καί δοξολογοῦσε τόν Κύριο τῆς δόξης. Μόλις εἶδε ὁ Μητροπ
ολίτης τήν πλήρη ἀταραξία του καί τήν γαλήνη μέ τήν ὁποία προσευχόταν, θαυμάσας ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου καί ζήτησε συγγνώμη. Ὁ π. Ἰγνάτιος κατέβηκε ἀπό τό αὐτοκίνητο καί κουνώντας συγκαταβατικά τό κεφάλι καί τό δεξί του χέρι ἀπομακρύνθηκε, περνώντας μέσα ἀπό τόν ὄχλο τῶν διωκτῶν του»! (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 63). (Ἡ δημοσιευόμενη φωτογραφία εἶναι ἀπό ἐπίσκεψη τοῦ μακαρίου π. Ἰγνατίου στήν Κάλυμνο, τό ἔτος 1963).
Τό 1961 διορίστηκε Α’ Γραμματέας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (μέ Ἀρχιγραμματέα τόν Πρωτοσύγκελλο Πρωθιερέα Εὐγένιο Τόμπρο καί Β’ Γραμματέα τόν Ἱερομ. Ματθαῖο Μακρῆ, ἔπειτα Ἐπίσκοπο Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος). Ὑπῆρξε πρῶτος ἐκδότης τοῦ Περιοδικοῦ «Ὀρθόδοξη Πνοή» (στή συνέχεια ἐπισήμου ὀργάνου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, περιοδικοῦ σημαντικοῦ γιά τήν ἐποχή του καί ὄχι μόνο γιά τόν χώρο τῆς ἐμπεριστάτου Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.). Ἐργάτης ὁ ἴδιος τῆς νοερᾶς ἤ καρδιακῆς προσευχῆς, ἄρχισε τήν ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας (τήν ὁποία δέν ὁλοκλήρωσε), συνέγραψε δέ τό ἀπολογητικό βιβλίο «Βρεσθένης Ματθαῖος – Οἱ χειροτονίες του» καί πολλά ἀπολογητικά καί πνευματικά φυλλάδια.
Ὑπῆρξε ἕνας ἀσκητής μέσα στόν κόσμο. Στίς ἐλάχιστες φωτογραφίες πού ἔχουν διασωθεῖ, διακρίνεται σχεδόν ἀποστεωμένος. Τό φαγητό του ἦταν ἐλάχιστο, τόσο λίγο ὥστε ἀπό τήν κακουχία καί τήν στέρηση προσβλήθηκε ἀπό φυματίωση τῶν ἐντέρων! Ὁ πυρετός ἦταν καθημερινός του σύντροφος, ὅπως καί τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ «ἀδεφλός πόνος» ὅπως ἔλεγε, δέν τόν ἄφηνε ποτέ. Ὁ ὕπνος του κι αὐτός λιγοστός, ἀφ’ ὅσον ἔπρεπε νά ἐξοικονομεῖται χρόνος γιά μελέτη καί προσευχή. Κι ὅμως μέσα ἀπό αὐτό τό καταπονημένο σῶμα, πήγαζε ἕνας χείμαρος ἐν Χριστῶ ζωῆς. Στά ρουφηγμένα ἀπό τήν ἄσκηση μάτια του, ἔλαμπε τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως καί ἡ βεβαιότητα τῆς οὐρανίου μακαριότητος. Καί ὁ λόγος του ἦταν μία παρακαταθήκη ἐλπίδος, λόγος παρηγορητικός, διανθισμένος μέ ἄνθη Πατερικῆς σοφίας καί ἐμπειρίες Ἁγίων (πολλές φορές κάλυπτε τίς δικές του ἐν Χριστῶ καί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρίες, κάτω ἀπό ἀναφορές σέ Ἁγίους καί Δικαίους τῆς Ἐκκλησίας). Ὡς Λειτουργός μετέδιδε τήν κατάνυξη καί ὡς Πνευματικός τήν βεβαιότητα τῆς θείας ἀγάπης καί τῆς ἐν Χριστῶ σωτηρίας.
Παράλληλα ὅμως, ἦταν ἕνας λόγιος Κληρικός, ὁ ὁποῖος συνδέοταν μέ τούς λόγιους ἐκκλησιαστικούς κύκλους τῆς ἐποχῆς του. Ὁ Σωτ. Χρυσανθόπουλος σημειώνει: «Τό πόσο λεπτός, σπουδαῖος, μεγάλος, πολιτισμένος καί καλλιεργημένος ἦταν καί δέν τόν ἀπασχολοῦσαν ποτέ τά μικρά πράγματα, ἀλλά πάντοτε τά μεγάλα, τό φανερώνουν οἱ δηλώσεις ἀνθρώπων ὅπως τοῦ Βασ. Ρηγόπουλου, τοῦ σπουδαιότερου ἐκδοτικοῦ οἴκου σέ ἐκκλησιαστικές ἐκδόσεις στήν Ἑλλάδα, πού μοῦ ἔλεγε συχνά: «Ἔχω γνωρίσει μέσῳ τῶν ἐκδόσεών μου, τόσους καί τόσους Ἱερωμένους, τόσους καί τόσους πνευματικούς ἀνθρώπους, κανένας δέν μοῦ ἔκανε τόση ἐντύπωση ὅση ὁ π. Ἰγνάτιος» (αὐτ. σελ. 16).
Ὡς λόγιος Κληρικός, ἀλλά καί Ἁγιογράφος, εἶχε «συνδεθεῖ φιλικά μέ τόν διαπρεπῆ Ἁγιογράφο καί Λογοτέχνη Φώτιο Κόντογλου, τόν δάσκαλο τῶν ἁγιογράφων στήν Ἑλλάδα καί τόν ἀναγεννητή καί ἀναβιωτή τῆς τέχνης αὐτῆς, πού ἦταν δοξασμένη στό Βυζάντιο καί καταφρονεμένη ἀργότερα, ὅπως ἦταν καί αὐτό τό Βυζάντιο μετά τήν πτώση του» (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 130).
Ὁ ἐγκόσμιος ἀσκητής
Ὁ μακάριος π. Ἰγνάτιος, κατά τήν ἔκφραση τοῦ Σωτ. Χρυσανθόπουλου, «πατσαβούριασε τήν σάρκα του»! Εἶναι χαρακτηριστική ἡ περιγραφή του σχετικά μέ τήν καθημερινή ζωή τοῦ οὐρανοπολίτου Πατρός: «Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν κοιμόταν καθόλου, παρά μόνον μία ὥρα τό 24ωρο, ἴσα - ἴσα γιά νά μήν πάθει ὁ ἐγκέφαλός του…Ὅλη τήν νύκτα δέν κοιμόταν, ἀλλά προσευχόταν ἀδιάλειπτα, ἐφαρμόζοντας τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου… Στό Ἅγιο Ὄρος ὅπου ἀσκήτευε, ἔτρωε καί ἔπινε τόσο λίγο, ὥστε νά κρατιέται στή ζωή καί νά μήν σκοτώσει τό σῶμα του… Κάπως φυσιολογικά ἔτρωγε ὅταν κατέβαινε ἀπό τό Ὄρος καί μᾶς ἐπισκεπτόταν καί αὐτό τό ἔκανε γιά μᾶς, γιά νά μή «δείχνεται» (αὐτό δέν τοῦ ἄρεσε καθόλου), ὅτι εἶναι μεγάλος νηστευτής. Οἱ κάλτσες πού φοροῦσε ἦταν ἀπό τόν ἀστράγαλο καί πάνω, στήν πατοῦσα δέν ὑπῆρχε καθόλου κάλτσα, διότι ἁπλούστατα δέν χρησιμοποιοῦσε ὁλόκληρες κάλτσες, περπατοῦσε ξυπόλητος!..Ἀκόμη καί τό τριμμένο ράσο πού φοροῦσε καί τά ἱερά ἄμφια, δέν φόρεσε κανένας Ἱερωμένος ἐπί τῆς γῆς» (αὐτ. σελ. 21 - 22).
Ὑπῆρξε ἐραστής καί ἐργάτης τῆς νοερᾶς ἤ καρδιακῆς προσευχῆς. Σώζονται πολλές ἐπιστολές του νηπτικοῦ περιεχομένου, στίς ὁποίες ἐμπεριέχεται ἡ διδασκαλία τῶν Νηπτικῶν Πατέρων καί ἡ ἡσυχαστική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, διατυπωμένη μέ τό δικό του χαρίεν καί εὔληπτο ὕφος.

Ὁ σημειοφόρος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ
Ὁ μακάριος π. Ἰγνάτιος, ἀγωνιζόμενος ὑπερμέτρως γιά τήν ψυχική του σωτηρία, ἀγωνιζόμενος νά φανεῖ ἄξιος τῆς κλήσεως, ἐλεήθηκε ἀπό τόν καλέσαντα αὐτόν Κύριο μέ τά Ἁγιοπνευματικά χαρίσματα τῆς προοράσεως, τῆς παραμυθίας - παρηγορίας καί τῶν θεραπειῶν. Οἱ σχετικές μαρτυρίες, σοβαρές καί τεκμηριωμένες, εἶναι δεκάδες καί προέρχονται ἀπό ἐπωνύμους πιστούς ὅλων τῶν περιοχῶν τῆς χώρας πού ἐλεήθηκαν δι’ εὐχῶν του.
Στήν Ξάνθη, «μία ἐν Χριστῶ ἀδελφή, πνευματικοπαίδι τοῦ π. Ἰγνατίου, εἶχε μία σοβαρή πάθηση στά μάτια καί ἔπρεπε κατεπειγόντως νά γίνει σοβαρή χειρουργική ἐπέμβαση. Ἡ ἐν λόγῳ ἀνέφερε στόν Ἅγιο Γέροντα γιά τήν δύσκολη κατάστασή της καί ἐκεῖνος τῆς εἶπε: « Ἔλα νά σοῦ βάλω λίγο λάδι ἀπό τό καντήλι καί ἀφοῦ προσευχηθοῦμε, πιστεύω ὅτ δέν θά ἔχεις πρόβλημα». Ἔτσι ἔγινε καί τό πρόβλημα τῆς ἀδελφῆς στά μάτια λύθηκε ἀπό τόν π. Ἰγνάτιο θαυματουργικά. Δέν εἶχε πλέον τίποτα»! (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 59).
Σέ πολλές περιπτώσεις ἔφθασε ἀπροειδοποίητα σέ οἰκογένειες Ὀρθοδόξων πού τόν χρειάζονταν (καί μάλιστα σέ ἀκριτικές καί ἀπομακρυσμένες περιοχές, λ.χ. τήν Κρήτη). Στήν ἐρώτηση, «πῶς καί μᾶς ἤρθατε, Πάτερ;», ἀπαντοῦσε ἁπλᾶ «εἶχα τήν πληροφορία, ὅτι μέ χρειάζεστε» (βεβαίως ἡ πληροφορία δέν ἦταν «ἐξ ἀνθρώπων»)!
Στήν Ξάνθη, «ἕνας ἡλικιωμένος ἀδελφός βρίσκεται στά τελευταῖα του. Ἡ κόρη του θέλει νά τοῦ φέρει Ἱερέα ἀπό τήν Θεσσαλονίκη ἤ ἀπό ἀλλοῦ, ὁ ἀδελφός ὅμως θέλει ὁπωσδήποτε τόν π. Ἰγνάτιο καί κανέναν ἄλλο. Ὁ π. Ἰγνάτιος τό πληροφορεῖται διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔρχεται ξαφνικά, χωρίς καμμία εἰδοποίηση, ἐξομολογεῖ τόν ἀδελφό, τόν κοινωνεῖ καί ἀμέσως φεύγει γιά τό Ἅγιον Ὄρος. Ἀμέσως μετά ὁ ἀδελφός ἀπεδήμησε πρός Κύριον»! (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 60).
Τό προορατικό του, οἱ προρρήσεις του, ἔμειναν παροιμιώδεις. Προεῖπε σέ πολλούς Χριστιανούς σημαντικά γεγονότα, σχετιζόμενα μέ τήν πνευματική, ἀλλά καί τήν κοσμική τους ζωή, ἀκόμη καί τήν διάλυση ἐνορίας τῆς Βορείου Ἑλλάδος (ἡ ὁποία τελικά πραγματοποιήθηκε 25 χρόνια μετά τήν μακαρία του κοίμηση)!
«Ἦταν μία ἀδελφή – γράφει ὁ Σ. Χρ. – πολύ πιστή καί δραστήρια. Εἶχε ζῆλο μεγάλο νά γίνει μοναχή. Ὁ π. Ἰγνάτιος τῆς εἶπε, ὅτι δέν πρέπει νά πάει γιά μοναχή, γιατί δέν θά μποροῦσε νά ἀντέξει τήν μοναχική πολιτεία. Πῆγε, ἀλλά μετά ἀπό λίγα χρόνια εἶχε πάλι γυρίσει στόν κόσμο, ὅπως προέβλεψε ὁ π. Ἰγνάτιος»! (αὐτ. σελ. 60).
«Ἦταν κάποιος Ἱερομόναχος – συνεχίζει ὁ Σ. Χρ. – πολύ πιστός, δραστήριος, πολύ παρηγορητικός, ἀγαπητός στόν κόσμο, δογματικά καί θεολογικά καταρτισμένος, παρά τά λίγα γράμματα πού ἤξερε, νέος, εἶχε φθάσει σέ μεγάλα ὕψη πνευματικότητας καί ἁγιότητας. Ἔκανε πολλά θαυμαστά σημεῖα, ὅπως, ἦταν κλειδωμένο τό τηλέφωνο, τό σταύρωνε καί ἄνοιγε, ἦταν κλειδωμένη ἡ πόρτα τήν σταύρωνε καί ἄνοιγε! Εἶχε εὐαρεστήσει πολύ τόν Θεό καί γι’ αὐτό τόν φθόνησε πολύ ὁ διάβολος καί ὕστερα ἀπό μεγάλο ἀγώνα τόν ἔριξε σέ σαρκικό πάθος. Ἦταν τρομερό, τό ἀστέρι αὐτό δυστυχῶς ἔπεσε»! (αὐτ. σελ.60).
Ἡ περίπτωση τοῦ Ἱερομονάχου Μ. εἶναι γνωστή στό πλήρωμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τό 1970 καί ἐνῶ ὁ π. Ἰγνάτιος ἦταν στό σπίτι τοῦ Σ. Χρ. στή Θεσσαλονίκη, ἦρθε ἡ συζήτηση γιά τόν ἐν λόγῳ Ἱερομόναχο, «ὁ ὁποῖος ἐκτελοῦσε τά ἱερατικά του καθήκοντα σέ κάποια μακρυνή ἐνορία, ἐκτός Θεσσαλονίκης, σέ ἄλλο νομό καί περιφέρεια». Μόλις ὁ π. Ἰγνάτιος ρωτήθηκε γι’ αὐτόν «συννέφιασε, σκυθρώπιασε, ἀκούμπησε στό τραπέζι μέ τούς ἀγκῶνες τῶν χεριῶν του, ἔπειασε τό κεφάλι του καί μέ τά δυό του χέρια καί εἶπε: « Δέν θέλω νά τό σκέπτομαι, δέν θέλω νά τό σκέπτομαι». Ἔβλεπε καθαρά τήν πτώση τοῦ ἐν λόγῳ Ἱερομονάχου, πού θά γινόταν μετά ἕνα χρόνο περίπου καί δέν ἤθελε νά τήν σκέπτεται»! (αὐτ. σελ. 60 – 61).
Στόν Σ. Χρ. ὁ ὁποῖος σκέπτοταν μέ κάποιο παράπονο, «ἔχω καιρό νά κοινωνήσω, τό ἔχω ἀπόλυτη ἀνάγκη, γιατί δέν μέ ἀφήνει νά κοινωνήσω νά πάρω τήν ἀπαραίτητη δύναμη;», μόλις ὁ π. Ἰγνάτιος πῆγε στήν Ξάνθη τοῦ εἶπε: «Ἀδελφέ Σωτήρη, ἑτοιμάσου, θά κοινωνήσεις τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων»! (αὐτ. σελ. 53).
Πολλοί πιστοί, κυρίως παιδιά, ἀξιώθηκαν νά τόν δοῦν κατά τήν διάρκεια Ἀκολουθιῶν καί κυρίως τῆς Θείας Λειτουργίας λουσμένο στό ἄκτιστο φῶς τῆς Χάριτος, νά μήν πατᾶ στό ἔδαφος, ἀλλά νά ἱερουργεῖ ὡς ἄλλος τῶν Ἁγίων Πατέρων!
Μία νύκτα σκοτεινή, πῆγε να κοινωνήσει ἕναν ἑτοιμοθάνατο. Ἡ διαδρομή ἦταν μέ τά πόδια, σέ δρόμο χωρίς φωτισμό, μέ λάκκους καί ἐπικίνδυνα σημεῖα, ὁ π. Ἰγνάτιος ὅμως δέν σκόνταψε πουθενά, διότι «ἡ Θεία Κοινωνία ἐξέπεμπε φῶς, εἶχε γίνει φῶς καί φώτιζε τόν Ἅγιο Γέροντα στό δρόμο του, «μήπως προσκόψει πρός λίθον τόν πόδα του» ! (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 56).
Στό σπίτι τοῦ ἰδίου πιστοῦ, ἀντίδωρο ἀπό Θεία Λειτουργία πού τέλεσε ὁ π. Ἰγνάτιος τό 1968 στήν Ξάνθη, διατηρήθηκε χωρίς νά ἀλλοιωθεῖ μέχρι τό 2000! (αὐτ. σελ. 56).
Ὁ Βασίλειος Νταργάκης ἀπό τό Ἡράκλειο, σέ ἐπιστολή του πρός τόν τότε Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιμ. Κήρυκο Κοντογιάννη (ἀπό τό 1995 Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς), μέ ἡμερομηνία 31. 12. 1988, γράφει τά ἀκόλουθα:
«Εὑρισκόμενος ὁ π. Ἰγνάτιος εἰς τό χωριό μου Ζῆντα (Μονοφατσίου), μᾶς ἔκανε ὁλονύκτιο ἀγρυπνία εἰς τήν ἐκκλησία τῆς ἁγ. Βαρβάρας τοῦ χωριοῦ ἁγ. Σεμνῆ. Τελειώνοντας πήγαμε στό σπίτι μου. Εἴχαμε εἰδοποιήσει καί τήν Δασκάλα ὅπου μᾶς ἐμαθήτευσε τά γράμματα, τήν Αἰκατερίνη, διότι εἶχε ἐνδιαφερθεῖ νά γίνει Ὀρθόδοξη. Ἦλθε καί ἐξολομολογήθηκε καί ὁ π. Ἰγνάτιος τῆς διάβασε τίς σχετικές εὐχές καί ἐνῶ διάβαζε, ἔγινε τό πρόσωπό του κατάλευκο! Σημειώνω καί τοῦτο. Μόλις ἡ ἀδελφή Αἰκατερίνη εἶδε τόν π. Ἰγνάτιο εἶπε, ὅτι τήν εἶδε τήν νύκτα στόν ὕπνο της ὅπως ἦταν καί ἔμεινε ἐκστατική»!
Περί τό ἔτος 1965 ὁ μακάριος Ἰγνάτιος ἐπισκέφθηκε γιά λόγους ποιμαντικούς καί ἱεραποστολικούς τήν Κρήτη. Διέμεινε στήν οἰκογένεια τοῦ Βασ. Νταργάκη, στό χωριό Ζῆντα Μονοφατσίου. Ἐκεῖ εἶδε σέ μία κορνίζα τήν φωτογραφία ἑνός μικροῦ κοριτσιοῦ. «Αὐτή εἶναι ἡ Δέσποινα» εἶπε. Ἐπρόκειτο γιά μία κόρη τῆς οἰκογένειας, ἡλικίας 6 – 7 ἐτῶν (εἶχε βαπτιστεῖ στήν Κερατέα, τό 1959), τήν ὁποίας δέν εἶχε συναντήσει ποτέ! «Ναί, Πάτερ - τοῦ ἀπάντησε ἡ μητέρα της Ὀλυμπία - ἀλλά δέν βλέπεις; Τά δόντια της εἶναι ὅλα στραβά». Πιάνει μέ τά χέρια του ὁ π. Ἰγνάτιος τήν φωτογραφία, τήν σηκώνει λίγο καί λέει στούς γονεῖς νά πάρουν εὐχή. «Μέ τά λόγια εὐχῆς – γράφει ὁ πατέρας στόν Ἱερομ. Κήρυκο - τά δόντια ἦρθαν στή θέση τους μετά ἀπό λίγο καιρό, χωρίς νά τό καταλάβουμε, διά θαύματος τοῦ π. Ἰγνατίου»!!!
Τό 1969 προεῖπε στήν σύζυγο τοῦ Σ. Χρ. τόν θάνατο τοῦ πατέρα της! «Ἀδελφή Θεοφανώ - τῆς εἶπε – θά στενοχωρηθεῖς, ἀλλά πρέπει νά σοῦ πῶς γιά νά προετοιμαστεῖς, ὁ πατέρας σου θά πεθάνει»! «Μά, Πάτερ, ὅπως γνωρίζω ὁ πατέρας μου εἶναι καλά τώρα», τοῦ ἀπάντησε. «Τώρα εἶναι καλά, παιδί μου - ἀπάντησε ὁ π. Ἰγνάτιος - ἀλλά γρήγορα θά πεθάνει. Ἔτσι ἀποφάσισε ὁ Θεός, γιατί αὐτό εἶναι τό συμφέρον τοῦ πατέρα σου, τό συμφέρον τῆς ψυχῆς του». Πράγματι μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ὁ πατέρας τῆς ἀδ. Θεοφανώς ἔφυγε γιά τήν ἄλλη ζωή, ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε καί κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων! (αὐτ. σελ. 60).
Ὅταν γιά ἕνα μικρό διάστημα ἐφημέρευε στόν Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Καλιθέας, παρατήρησε μία δυστυχισμένη μητέρα, τήν εὐλαβεστάτη καί ἤδη μακαριστή Βασιλική Δ. πού εἶχε χάσει τόν 17χρονο γιό της Δημήτριο ἀπό ἡλεκτροληξία, νά περνάει καθημερινά μπροστά ἀπό τήν ἐκκλησία, στή διαδρομή πρός τό κοιμητήριο. Σέ λίγο καιρό τῆς μίλησε, ἡ γυναῖκα ἄνοιξε τήν καρδιά της καί εἶπε τόν πόνο της. Ὁ καλός ποιμήν Ἰγνάτιος χρησιμοποίησε ἕνα παράδειγμα ἀπό τήν ζωή τοῦ χωριοῦ γιά νά τήν παρηγορήσει καί νά τήν χειραγωγήσει στά πνευματικά.
«Ἀδελφή – τήν ρώτησε – εἶστε ἀπό χωριό ἤ ἀπό πόλη
«Ἀπό χωριό», τοῦ ἀπάντησε.
«Στό χωριό σας ἔχετε κοπάδια;» τήν ξαναρώτησε.
«Ἔχουμε» ἀπάντησε ἡ δυστυχισμένη μητέρα.
«Μήπως ξέρετε τι κάνει ὁ τσοπάνης γιά νά φέρει κοντά του τήν προβατίνα;» τήν ρώτησε πάλι.
Ἡ ἀδ. Βασιλική σκέφτηκε καί τοῦ εἶπε μέ συντριβή: «Τῆς παίρνει τό ἀρνάκι»!
«Ἀκριβῶς - ἀπάντησε ὁ Πνευματοφόρος Κληρικός – τῆς παίρνει τό ἀρνάκι. Καί σᾶς ὁ Θεός σᾶς πῆρε τό «ἀρνάκι» σας γιά νά σᾶς φέρει κοντά Του»!
Ἀπό τότε ὁ πόνος καί τό πένθος ὑποχώρησαν καί ἔδωσαν τήν θέση τους τήν ἐμπιστοσύνη στό ἔλεος καί στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀδ. Βασιλική καί ἡ οἰκογένειά της ἔγιναν συνειδητά καί βιωματικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἴδια ἀναλώθηκε σέ ἔργα ἀγάπης καί εὐποιϊας.
Τό χάρισμα τῆς παραμυθίας ἐκδηλώθηκε καί στίς περιπτώσεις δύο λαμπρῶν κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ., τούς ὁποίους χειραγώγησε πνευματικά καί ἐνθάρρυνε στήν ἱερατική ἀφιέρωση.
Ὁ πρῶτος ἦταν ὁ Παναγιώτης Βαγιάνας ἀπό τήν Ἁγιάσο τῆς Λέσβου. Ὅταν φλεγόμενος ἀπό τόν πόθο τῆς Ἱερωσύνης ἦρθε στήν Ἀθήνα τό 1957 γιά νά φοιτήσει στή Ριζάριο Ἐκκλησιαστική Σχολή, γνώρισε τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία ὅταν ἕνας συνάδελφός του τοῦ ἔδωσε ἕνα τεῦχος τοῦ «Κήρυκος Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων». Ἡ μελέτη τοῦ Περιοδικοῦ τόν συγκλόνισε. Εἶπε χαρακτηριστικά, «ἄν πιστεύουν ὅσα γράφουν, εἶναι αὐτό πού ψάχνει ἡ ψυχή μου»! Ἀμέσως ἔσπευσε στά τότε Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (ἐπί τῆς ὁδοῦ Βεραντζέρου 22), ὅπου συνάντησε δύο Κληρικούς: Τόν Ἐπίσκοπο Πειραιῶς Ἄνθιμο Χαρίση (καθαιρέθηκε τό 1958, ὡς ἀρνητής τῆς Ἀρχιερωσύνης του) καί τόν μακαριστικό Ἱερομ. Ἰγνάτιο.
Ὅταν ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του γιά τήν Ἱερωσύνη, οἱ ἀντιδράσεις τῶν δύο Κληρικῶν ὑπῆρξαν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες. Ὁ ἐπ. Ἄνθιμος τοῦ προκάλεσε ἀλγεινή ἐντύπωση, διότι «κλαιγότανε» ἐπειδή «οἱ Παλ/τες Κληρικοί δέν ἔχουν μισθούς καί ἔτσι ὄχι μόνον νά ζήσουν δέν μποροῦν, ἀλλά κάποιες φορές οὔτε καί τό εἰσητήριο τοῦ τράμ»! Ὁ Ἱερομ. Ἰγνάτιος ἀντίθετα τόν ἐνθάρρυνε καί οὐσιαστικά τόν χειραγώγησε στήν Ἱερωσύνη. Τόν ὁδήγησε στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, ὅπου συναντήθηκε καί συνδέθηκε μέ τόν τότε Ἐπίσκοπο Πατρῶν Ἀνδρέα (ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν), ἀπό τόν ὁποῖο καί χειροτονήθηκε Διάκονος καί Πρεσβύτερος τό ἑπόμενο ἔτος 1958, μέ τό ὄνομα Πανάρετος. Τό 1995 ὁ π. Πανάρετος, μετά ἀπό εὐδόκιμη ὑπηρεσία στόν ἀγρό τοῦ Κυρίου, ἐξελέγη καί χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Λαρίσης καί Τυρνάβου.
Ὁ δεύτερος ὑποψήφιος Κληρικός ἦταν ὁ Ἀπόστολος Ταμπουρᾶς ἀπό τήν Καλαμπάκα. Θεωρεῖται τό κατ’ ἐξοχήν πνευματικό ἀνάστημα τοῦ π. Ἰγνατίου, ἀπό τόν ὁποῖο χειραγωγήθηκε στά πνευματικά καί ὁδηγήθηκε στήν Ἱερωσύνη. Χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπό τόν μακαριστό Μητροπ. Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος κυρό Μελέτιο καί μετά τόν θάνατό του (1966), διακόνησε τόν τότε Ἐπίσκοπο Πατρῶν καί ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν κυρό Ἀνδρέα, μέχρι τήν χειροτονία του σέ Πεσβύτερο τό 1975. Πρόκειται γιά τόν διακεκριμένο Πνευματικό Ἱερομόναχο Ἀμφιλόχιο, ἐφημέριο τοῦ Ἱ. Ν. Γενν. Τιμίου Προδρόμου Λαρίσης καί Προϊστάμενο τῆς Ἱ. Μ. Τιμίου Σταυροῦ Ραψάνης Λαρίσης.

Ὁ διωγμός καί ἡ ἐξορία
Θά φανεῖ παράξενο, ἀλλά εἶναι συνηθισμένο στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἕνας τέτοιος Κληρικός μισήθηκε ἀπό ζηλόφθονους συμπρεσβυτέρους του καί διώχθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική του Ἀρχή, ἡ ὁποία δέν μποροῦσε νά ἀρθεῖ στό ὕψος τῶν περιστάσεων. Ὅταν στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο κυριαρχεῖ ἡ μετριότητα, ἀσφαλῶς ὅποιος διακρίνεται ἐνοχλεῖ. Ὑπάρχουν Κληρικοί πού ἐπιζητοῦν τήν διάκριση, ἀλλά ὁ λαός (τό ἀλάνθαστο αὐτό κριτήριο τῆς Πίστεως, ἀλλά καί τῆς ἁγιότητος), τούς ἁγνοεῖ συστηματικά. Ὁ π. Ἰγνάτιος «λάθρα βιώσας», ἔλαμπε μέ τήν ἀρετή του καί ὁ πιστός λαός ἔτρεχε κοντά του γιά νά στηριχθεῖ.
Οἱ θέσεις τοῦ π. Ἰγνατίου - γιά τούς Πνευματικούς καί τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, τήν μυστηριακή ζωή, τήν ποιμαντική τῶν πιστῶν καί μάλιστα τῶν νέων, κ.λ.π. - ἦταν πολύ προχωρημένες γιά τό δικανικό – νομικιστικό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς του (ἀκόμη καί γιά σήμερα).
Ἡ ἔκδοση τῆς «Φιλοκαλίας» σέ ἁπλῆ γλῶσσα ὑπῆρξε τόλμημα πού πολεμήθηκε (γι’ αὐτό καί δέν συνεχίστηκε ἡ ἔκδοση). Ἡ διαφορετική θεώρηση τοῦ θέματος τῶν Ἐπισκοπικῶν χειροτονιῶν τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ὅπως αὐτές προκύπτουν ἀπό τό βιβλίο του «Βρεσθένης Ματθαῖος – Οἱ χειροτονίες του», χωρίς νά ἀποκλίνουν ἀπό τήν Ἱεροκανονική θεώρηση τοῦ ζητήματος, γέννησαν δυσαρέσκεια καί προκάλεσαν τριβές. Κυρίως ὅμως οἱ καταγγελίες - ἀποκαλύψεις του του γιά τίς Παπικές ἐπιρροές στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στά θέματα τῆς εἰκονογραφίας, τῆς λατρείας καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου γενικώτερα, τόν ἔκαναν μισητό στούς συναδέλφους του «τοῦ ἑνός βιβλίου» καί δρομολόγησαν τήν πνευματική του ἐξόντωση, ἡ ὁποία τελικά ὁδήγησε καί στή φυσική του.
Μετά ἀπό μία δεκαετία οὐσιαστικῆς προσφορᾶς στά «παρ’ ἡμῖν» ἐκκλησιαστικά πράγματα, ὁ π. Ἰγνάτιος κρίθηκε ἀνεπιθύμητος καί ἀπελάθηκε μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου στό Ἅγιο Ὄρος!!! Πρωτεργάτης τοῦ ἀνοσιουργήματος ὑπῆρξε ὁ «μετ’ αὐτόν δεύτερος» Γραμματέας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιμ. Ματθαῖος Μακρῆς (αὐτόν «φωτογραφίζει» ὁ κ. Χατζῆς στήν είσήγησή του). Γνώρισα προσωπικῶς τόν ἄνδρα καί πρόσφερα κάποιες Κατηχητικές, Ἱεροκηρυκτικές κ.ἄ. ὑπηρεσίες (πενιχρές ἀσφαλῶς καί ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνυόμενες ἄσκοπες καί ἄκαπρες, διότι δέν συμβάδιζαν μέ τό γενικώτερο νοσηρό πνεῦμα), μέ τήν εὐλογία του καί κάτω ἀπό τήν διοίκησή του ὡς Ἐπισκόπου Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος. Τώρα πού ἔχει ἀπέλθει τῶν ἐγκοσμίων καί βρίσκεται ἐνώπιον τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ (ἀτυχῶς βαρυνόμενος μέ τό Σχίσμα τῶν 5 πρ. Μητροπολιτῶν - τό 1995 - τοῦ ὁποίου οὐσιαστικῶς ἡγήθηκε, μέ προπέτασμα καί δῆθεν ἀφορμή τήν κριτική κατά τῶν Δυτικῶν ἐπιρροῶν στήν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφία, τίς ὁποίες ὁ μακάριος Ἰγνάτιος πρῶτος στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. εἶχε ἐπισημάνει), μπορῶ νά καταθέσω τήν δική μου ἄποψη καί μαρτυρία.
Ὁ ἐπ. Ματθαῖος ὁ Ἀρχιμανδρίτης ὑπέβλεπε τόν Ἱερομόναχο Ἰγνάτιο. Τόν θεωροῦσε ἐπικίνδυνο τόσο γιά τά ἐκκλησιαστικά μας πράγματα, ὅσο (πιθανῶς) καί γιά τήν προσωπική του ἐκκλησιαστική σταδιοδρομία (ἐνῶ ὁ π. Ἰγνάτιος ἀπέφευγε ἐπιμελῶς καί τήν ἀναφορά ἀκόμη σέ πιθανότητα προαγωγῆς). Σταδιακά, κοινωνός τῶν συκοφαντιῶν τοῦ Ἀρχιμ. Ματθαίου ἔγινε καί ὁ ἰσχυρός ἄνδρας Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος. Ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη ἡ τύχη τοῦ Ἱερομ. Ἰγνατίου ἔχει προγραφεῖ. Ἦταν ἐξαιρετικά εὔκολο γιά τό συνωμοτικό δίδυμο Ἀρχιγραμματέως (Πρωθιερέως Εὐγενίου ) καί Β’ Γραμματέως (Ἀρχιμ. Ματθαίου), νά πεισθοῦν οἱ ἀγαθοί Ἀρχιερεῖς, νά ἀπομακρύνουν τόν π. Ἰγνάτιο. Τό ἠθικῶς ἀπαράδεκτο πάντως στήν ὑπόθεση εἶναι, ὅτι ὁ Ἱερομ. Ματθαῖος ὁρίστηκε ἀπό τόν π. Εὐγένιο ἀνακριτής στή χαλκευμένη «ὑπόθεση» τοῦ π. Ἰγνατίου (σώζεται τό ἔγγραφο τοῦ σχετικοῦ διορισμοῦ), ἐπισκέφθηκε μάλιστα καί τήν Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως, ὅπου ζοῦσε περιορισμένος ὁ π. Ἰγνάτιος, γιά νά τόν… ἀνακρίνει!!!
Ἄν οἱ διαβολεῖς ἤθελαν τήν ἀπομάκρυνση τοῦ π. Ἰγνατίου ἀπό τήν ἐκκλησιαστική διοίκηση (τήν ὁποία ποτέ δέν εἶδε καί ἄσκησε ὁ μακαριστός ὡς κυριαρχεία καί ἐξουσία, ἀλλά ὡς ὑπηρεσία καί διακονία), θά ἀρκούνταν στήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τήν θέση τοῦ Α’ Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τό ζητούμενο ὅμως ἦταν ἡ ἀποκοπή του ἀπό τόν πιστό λαό, ἡ στέρηση τῆς δυνατότητος νά ἐπικοινωνεῖ μέ τούς πιστούς. Ἔτσι ἀποφασίστηκε ἡ ἐξορία του στό Ἅγιο Ὄρος.
Ὁ βιογράφος του Σωτ. Χρυσανθόπουλος γράφει σχετικά: «Ὁ π. Ἰγνάτιος ἀσκήτευε στό Ἅγιο Ὄρος, ὕστερα ἀπό τίς συκοφαντίες καί λασπολογίες πού ἐκτόξευσαν ἐναντίον του οἱ μικροί καί οἱ νάνοι – αὐτά εἶναι τά ὅπλα τους - ὅταν ἦταν Α’ Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Μέχρι καί πλανεμένο τόν εἶπαν, τόν γίγαντα αὐτόν τοῦ Πνεύματος, τόν Χριστοφόρο καί Πνευματοφόρο αὐτόν Πατέρα, αὐτόν πού συνομιλοῦσε μέ τόν Θεό καί ἑρμήνευε τό θέλημά Του» (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 13).
Τόν χαρακτηρισμό τοῦ «πλανεμένου» γιά τόν π. Ἰγνάτιο ἄκουσε ὁ γράφων περί τό 1980 – 81 ἀπό τόν τότε Ἐπίσκοπο Σερβίων καί Κοζάνης Τίτο. Ἦταν ἡ περίοδος πού ὁ ἐπ. Τίτος δέχονταν σωρεία κατηγοριῶν ἀπό πιστούς τῆς Κοζάνης γιά πλουτισμό σέ βάρος τοῦ ποιμνίου του (μαρτυρία τοῦ τότε Θεολόγου καί ἔπειτα Ἱερέως Ἰωάννου Χ.) καί ἀντί νά ἀπαντήσει στίς σκανδαλισμένες συνειδήσεις τῶν πιστῶν, προτίμησε τήν ἐκτόξευση λάσπης κατά τοῦ ἤδη ἀπό δεκαετίας κεκοιμημένου πτωχοῦ, ἀφιλάργυρου καί ὑπεράνω χρημάτων καί διαμερισμάτων Πατρός Ἰγνατίου!
Τόν ρόλο τοῦ ἔπειτα Ἀττικῆς Ματθαίου καί τῶν λοιπῶν, σκιαγραφεῖ καί Διδάσκαλος Ἀνέστης Χατζῆς στήν εἰσήγησή του: «Τήν στιγμή πού ὁ π. Ἰγνάτιος γράφει τό βιβλίο του «Βρεσθένης Ματθαῖος – Οἱ χειροτονίες του», κάποιοι ἄλλοι διαγράφουν τήν ἱστορία μας καί ἑτοιμάζουν τήν μειοδοσία τοῦ 1971 καί δρομολογοῦν ἄθελά τους τήν διαδικασία τοῦ Σχίσματος τοῦ 1995 καί τῆς προσωπικῆς τους καταδίκης. Ὁ Θεός ἀργεῖ, ἀλλά δέν λησμονεῖ. Ἡ ἐποχή ἐκείνη ὑπῆρξε μία σκοτεινή ἐποχή αὐταρχικότητας, ἀδιαφάνειας καί μικροπολιτικῆς. Τούς τίμιους ἀγωνιστές ὑποκατέστησαν τότε οἱ κόλακες, οἱ δουλοπρεπεῖς, οἱ αὐτεπάγγελτοι καί ὄχι μόνο «φίλοι» τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Κάποιος τότε συκοφαντοῦσε τούς ἀδελφούς του ὡς ἐχθρούς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τελείωνε τήν ἀναφορά του «μετά ἀσπασμῶν καί ἐδαφιαίων μετανοιῶν»! Δυστυχῶς καί ἡ Σύνοδος ἐκείνη ἀντιμετώπιζε ὡς ἐχθρούς της τούς μή φίλους τῶν φίλων της! Δέν εἶναι παράξενο πού μετά 25 χρόνια, ἡ ἴδια ἐκείνη Σύνοδος ἔσχισε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (μία Παράταξη ἐπιπλέον!)
Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ἦταν πολιτικάντης. Δέν ἔβλεπε ἄλλου εἴδους σκοπιμότητες πλήν μιᾶς, τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Ἔτσι κάποια μέρα μᾶς χαιρέτησε καί πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος. «Χαιρετίσματα, λοιπόν, στήν ἐξουσία, ἐγώ κρατάω τήν οὐσία κι ὀνειρεύομαι
». (Ἀνέστη Χατζῆ αὐτ.).
Ὁ μακάριος Πατήρ Ἰγνάτιος δέχθηκε τήν ἀπόφαση τοῦ σωματικοῦ του περιορισμοῦ στόν Ἄθωνα μέ στωϊκότητα, σάν ἔκφραση τοῦ θελήματος καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Κατά τήν διάρκεια μιᾶς συγκινητικῆς Θείας Λειτουργίας στόν Ἱ. Ν. Τιμίου Προδρόμου Ροῦφ, ἀποχαιρέτισε τά πνευματικά του τέκνα καί πῆρε μέ ἀξιοπρέπεια τόν δρόμο τῆς ἐξορίας. Ἀσθενῆς, ὡς ἄλλος Χρυσόστομος, πορεύθηκε στήν προσωπική του Κουκουσό.
Στό Ἅγιο Ὄρος ἐγκαταβίωσε στήν Καλύβη τοῦ ἁγ. Δημητρίου, πού ἦταν ἐξάρτημα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος, κοντά στούς Ζηλωτές Ἁγιορείτες Πατέρες. Ἀπό ἐκεῖ «κατά καιρούς κατέβαινε - ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ στήν Ἱεριχώ – στόν κόσμο, γιά νά μᾶς φωτίσει καί νά μᾶς ἡλεκτρίσει μέ τό ἅγιο παράδειγμά του καί μέ τήν διδασκαλία του» (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 13). Πέρασε τό ὑπόλοιπο τῆς μαρτυρικῆς ζωῆς του προσευχόμενος καί ἱερουργῶν, προετοιμαζόμενος γιά τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Λόγῳ γειτνιάσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέ τήν Θεσσαλονίκη καί τήν Ξάνθη, τοῦ ἦταν δυνατόν νά ἐπισκέπτεται καί νά ἐξυπηρετεῖ τούς πιστούς τῶν δύο αὐτῶν πόλεων καί κυρίως τήν ἀκριτική Ξάνθη, ὅπου συνέβαλλε τά μέγιστα στήν ἀνέγερση τοῦ Ἱ. Ν. ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης (1967 – 1968), τόν ὁποῖο ἐνίσχυε παντιοτρόπως μέ τήν προμήθεια στασιδίων, σκευῶν καί ἱερῶν εἰκόνων, τίς ὁποίες ἁγιογράφησε ὁ Ἱερομ. Ἐφραίμ Κουκουφίκης στήν Ἱ. Μονή ἁγ. Ἄννης Λυγαριᾶς Λαμίας. (Ὁ π. Ἐφραίμ ἀργότερα, ὡς ἐφημέριος Πατρῶν, συνήθιζε νά λέει: «Ἄν δέν σώθηκε ὁ π. Ἰγνάτιος, δέν πρόκειται νά σωθεῖ κανείς. Ἄν ὁ π. Ἰγνάτιος δέν πῆγε στόν Παράδεισο, δέν πρόκειται νά πάει κανένας»
).
Παράλληλα μέ τήν ἀνέγερση τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ, διοργάνωσε στήν Ξάνθη καί κύκλο συμμελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ ὁποῖος λειτουργοῦσε κάθε Κυριακή ἀπόγευμα, ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἴδιος ἀπουσίαζε.

Τό ὁσιακό τέλος
Ὁ μακάριος Πατήρ Ἰγνάτιος ἐπισκέφθηκε τήν Ξάνθη γιά τελευταῖα φορά τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1971, σοβαρά ἀσθενής. Ὅμως, ἐνῶ εἶχε ὑψηλό πυρετό, δέν θέλησε νά ἐπισκεφτεῖ κάποιο γιατρό, ἀλλά ἔσπευσε στή ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν πού τόν εἶχαν ἀνάγκη. «Ἐξάλλου - γράφει ὁ Σ. Χρ. - ἦταν ὁ ἴδιος γιατρός καί ἤξερε τί ἔχει…(Ὅμως) δέν κλαίγοταν ποτέ, δέν παραπονιόταν ποτέ, δέν ἀποκαλυπτόταν ποτέ. Ἡ σάρκα δέν τόν ἀπασχολοῦσε, τήν ἔτρεφε σάν πουλάκι, τῆς ἔδινε τόσο λίγο, μόνο γιά νά κρατιέται στήν ζωή, γιατί ἦταν τό κατοικητήριο τῆς ψυχῆς. Τό μόνο πού τόν ἐνδιέφερε ἦταν ἡ ψυχή του, ἡ ἀθάνατη ψυχή του» (αὐτ. σελ. 150).
Τότε, τρεῖς μῆνες πρίν τήν ἐκδημία του, προεῖδε τήν κοιμησή του καί ἔλεγε μονολογῶντας: « Κι ὕστερα λέμε ὅτι δέν θά πεθάνουμε ποτέ, κι ὕστερα λέμε ὅτι δέν θά πεθάνουμε ποτέ»!
Μετά ἀπό τήν ποιμαντική αὐτή ἐπίσκεψή του στήν Ξάνθη, παρά τήν κατάσταση τῆς ὑγείας του, ἐπέστρεψε στό Ἅγιο Ὄρος, ἀπ’ ὅπου μέ ἐπιστολές προσπαθοῦσε νά καθησυχάσει τά πνευματικά του τέκνα. Ὅμως τόν Νοέμβριο τοῦ 1971 ἡ κατάστασή του ἐπιδεινώθηκε καί ὑποχρεώθηκε νά νοσηλευθεῖ στό Σανατόριο τῆς Θεσσαλονίκης (σήμερα Νοσοκομεῖο Παπανικολάου). Ἐνῶ νοσηλευόταν στό ἵδρυμα, δέν ἀνέφερε στούς θεράποντες γιατρούς του, ὅτι καί ὁ ἴδιος ἦταν γιατρός, γιά νά μήν τύχει κάποιας καλύτερης μεταχειρίσεως ἀπό τούς ἄλλους ἀσθενεῖς!
Ὅταν τό γεγονός ἔγινε γνωστό, πολλά πνευματικά του παιδιά ἀπό ὅλη τήν Ἑλλάδα (λ.χ. τήν Πάτρα), ἀκόμη καί τήν Κύπρο, ἔσπευσαν στό νοσοκομεῖο νά πάρουν τήν εὐχή του, ὅμως ἀνθρωπίνως ἦταν ἤδη ἀργά. Ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν κακοπάθεια ὁ ἕνας του πνεύμονας εἶχε καταστραφεῖ ὁλοσχερῶς καί ὁ ἄλλος ὑπολειτουργοῦσε, ἔτσι ἡ ὅλη ἀναπνευστική λειτουργία του ὑποστηρίζοταν μηχανικά. (Μεταξύ αὐτῶν ἦταν καί ὁ Γέρων Κλήμης Μοναχός, τοῦ Κελλίου Γεννήσεως Χριστοῦ Κατουνακίων Ἁγίου Ὄρους).
Βλέποντας τό τέλος νά ἔρχεται, ὁ μακάριος Πατήρ ζήτησε νά κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τήν Θεία Κοινωνία μετέφερε στό νοσοκομεῖο ὁ τότε Ἐπίσκοπος Γ.Ο.Χ. Θεσσαλονίκης Δημήτριος (+ 1976). «Μόλις ὁ π. Ἰγνάτιος ἀντίκρυσε τόν Μητροπ. Δημήτριος μέ τά Τίμια Δῶρα - γράφει ὁ Σ. Χρ. – μόλις εἶδε τόν Δεσπότη Χριστό νά μπαίνει μέσα στόν θάλαμο πού βρισκόταν κατάκοιτος καί διασωλη- νομένος, ἀνατρίχιασε, πῆρε δύναμη καί ἐπειδή δέν μποροῦσε νά ὑποδεχθεῖ, πιστός στρατιώτης αὐτός τόν Βασιλέα τῶν Βασιλέων σέ αὐτή τήν θέση, βγάζει τά καλώδια, τά πετάει δεξιά καί ἀριστερά, πετάγεται σάν αἴλουρος, σάν παλληκάρι, ἐπάνω στό κρεββάτι καί φωνάζει: «Ὁ Κύριος μου καί ὁ Θεός μου»! Ἐκινεῖτο πλέον καί ζοῦσε χωρίς τήν μηχανική ὑποστήριξη. Ἔπρεπε χωρίς αὐτήν νά πεθάνει κι αὐτός ζοῦσε. Εἶχε γίνει ἕνα θαῦμα ἀκόμη. Ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ὁ π. Ἰγνάτιος…εἶπε μέ σιγανή φωνή: «Τώρα φωνάξτε τόν γιατρό καί τήν νοσοκόμα νά βάλλουν τα καλώδια στήν θέση τους » (αὐτ. σελ. 159).
Ἔπειτα ζήτησε ἀπό μία ἀδελφή νά τοῦ φέρει σεντόνι καί βελόνα, γιά νά τακτοποιήσει ὁ ἴδιος τό σῶμα του κατά τήν μοναχική τάξη! Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 28η Δεκεμβρίου 1971, ἐνῶ ἑτοιμάζοταν νά χειρουργηθεῖ γιά τήν ἀντιμετώπιση ἀποφράξεως τοῦ ἐντέρου (εἰλεοῦ). Τό Λείψανό του ἐναποτέθηκε στό Παρεκκλήσιο τοῦ Νοσοκομεῖο, ὅπου δέχθηκε τόν τελευταῖο ἀσπασμό τῶν παρισταμένων. (Στή δημοσιευόμενη φωτογραφία τό φέρετρο μέ τό λείψανο τοῦ π. Ἰγνατίου κατά τήν ἔξοδό του ἀπό τό νοσοκομεῖο).
Ὁ μακάριος εἶχε ἐκδηλώσει τήν ἐπιθυμία νά ἐνταφιαστεῖ στό Ἅγιο Ὄρος, κάτι πού εἶχε προεῖπει προφητικά. Ἐνῶ τό φέρετρο μέ τό Λείψανό του βρίσκοταν στήν Οὐρανούπολη, πάνω στά καραβάκι, κατεύθασαν μοναχοί ἀπό τήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ καί μέλη τῆς οἰκογενείας του καί ζήτησαν νά τόν πάρουν. Τήν λύση τότε ἔδωσε ὁ καπετάνιος τοῦ σκάφους ὁ ὁποῖος εἶπε: «Εἶναι στό καράβι μου, ἄρα ἀνήκει στό Περιβόλι τῆς Παναγίας»!
Ἐνταφιάστηκε ἀπό τούς Ζηλωτές Πατέρες στήν Καλύβη τοῦ ἁγ. Γεωργίου Καψάλας Ἁγίου Ὄρους, τοῦ Κυπριακῆς καταγωγῆς Ζηλωτοῦ ἀρχιμ. Ἰωάσαφ Δημητρίου (στή δημοσιευόμενη φωτογραφία ὁ τάφος του στήν Καψάλα).

Ἡ συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας
Ὁ μακάριος Ἱερομόναχος Ἰγνάτιος κατέλειπε μνήμη ἐναρέτου καί χαρισματικοῦ Κληρικοῦ. Στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατέχει θέση Ἁγίου. Γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνας μεσίτης ἐνώπιον τοῦ θρόνου τῆς θείας μεγαλωσύνης, ὁ Νέος Παντελεήμων ὅπως ἀποκαλεῖται ἀπό ὅσους ἔχουν εὐεργετηθεῖ δι’ εὐχῶν του.
Κατά τήν κοίμησή του στό Νοσοκομεῖο Παπαγεωργίου τῆς Θεσσαλονίκης, οἱ παριστάμενοι (πνευματικά του τέκνα, ἀλλά καί νοσηλευτικό προσωπικό), ἔκοψαν τά σεντόνια του σέ κομμάτια καί τά μοίρασαν μεταξύ τους γιά εὐλογία!
Σέ δύο τουλάχιστον περιπτώσεις, πιστοί ἔδωσαν σέ παιδιά τους τό ὄνομα τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, πρός τιμήν καί μνήμην τοῦ μακαρίου Πατρός Ἰγνατίου. «Ἐπίσης, ἀξιότιμη εἶναι ἡ ἐνέργεια – γράφει ὁ Σ. Χρ. - τοῦ Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου (Προϊσταμένου τοῦ ἀνδρικοῦ Ἡσυχαστηρίου Ἁγίων Ἀποστόλων Ραψάνης Λαρίσης), ὁ ὁποῖος ἔδωσε στόν ἀδελφό τῆς συνοδείας του Ἱεροδιάκονο π. Ἰγνάτιο Δάσσιο, τό ὄνομα τοῦ Ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου ἐπ. Ἀντιοχείας, γιά νά τιμήσει τήν μνήμη τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος» (αὐτ. σελ. 143).
Ὑπάρχουν σοβαρές καί ἀξιόπιστες μαρτυρίες γιά μετά θάνατον θαυμαστές ἐμφανίσεις, ἐπεμβάσεις καί θεραπείες διά πρεσβειῶν του.
Τό 1972, «σέ καιρό πού δέν περιμέναμε - γράφει ὁ Βασ. Νταγράκης - ἀκούσαμε γιά τόν πρόωρο θάνατο τοῦ Πνευματικοῦ μας Πατρός Ἰγνατίου καί λυπηθήκαμε πολύ, διότι ἐχάσαμε ἕναν ἥρωα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπό τήν ἀγάπη, λοιπόν, πού τοῦ εἴχαμε, τοῦ κάναμε κόλλυβα στά σαράντα. Τά τακτοποίησε ἡ σύζυγός μου, ἔβαλε θυμίαμα, ἄναψε κερί καί ἔβαλε καί ἕνα κόκκινο γαρύφαλλο στή μέση. Τό βράδυ πού γύρισα ἀπό τήν ἐργασία μου, κάθησα δίπλα στό τραπέζι πού ἦταν τά κόλλυβα καί διάβαζα ἀπό τόν Συναξαριστή. Ξαφνικά ἄκουσα μέ πλήρη βεβαιότητα τρεῖς ἀναστεναγμούς, ἀκριβῶς πάνω στά κόλλυβα. Μέ ἔπιασε ρίγος, ἀλλά καί χαρά, διότι εἴπαμε πώς ἦταν ἐπίσκεψις τοῦ Πνευματικοῦ μας Πατρός Ἰγνατίου. Τό δέ γαρύφαλλο ἐκράτησε σαράντα ἡμέρες δίχως νά πάθει τίποτα»!
Ἡ ἴδια οἰκογένεια τοῦ Βασ. Νταργάκη ἀντιμετώπιζε πρόβλημα μέ τήν τρίτη ἐγκυμοσύνη τῆς κόρης τους Μαρίας, διότι οἱ δύο προηγούμενες τελείωσαν μέ καισαρική καί ὁ γιατρός ἤθελε νά προχωρήσει σέ ἄμβλωση, διότι - κατά τήν γνώμη του - κινδύνευε ἡ ζωή τῆς ἐγκύου. Ὅμως τόσο ἡ ἴδια, ὅσο καί οἱ γονεῖς της δέν συμφώνησαν καί ἀφέθηκαν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἕνα βράδυ ἡ μητέρα της Ὀλυμπία, ἀντιλήφθηκε μία σκιά μέσα στό σπίτι. Τό ἑπόμενο πρωϊ ἡ μικρή κόρη Δέσποινα εἶπε στή μητέρα της, ὅτι εἶδε τόν π. Ἰγνάτιο!
«Δέσποινα μέ γνωρίζεις;» τήν ρώτησε.
«Ναί - τοῦ ἀπάντησε - εἶσαι ὁ π. Ἰγνάτιος».
«Ναί, Δέσποινα, εἶμαι ὁ π. Ἰγνάτιος. Νά πεῖς τῆς μητέρας σου νά μήν στενοχωριέται, διότι ἐγώ θά βοηθήσω τήν Μαρία».
Μετά ἀπό τήν οὐράνια αὐτή ἐπίσκεψη ἡ οἰκογένεια πῆρε θάρρος. «Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τοῦ δούλου Του π. Ἰγνατίου», ἡ ἐγκυμοσύνη εἶχε αἴσιο τέλος καί γεννήθηκε ἕνα ἀγοράκι πού πῆρε τό ὄνομα Ἐμμανουήλ.
Τό 1995 ὁ μακάριος Πατήρ Ἰγνάτιος ἐμφανίστηκε νά συνοδεύει τόν ἅγ. Ἀπόστολο Παῦλο, στή θεραπεία πνευματικοῦ του τέκνου! Πρόκειται γιά τόν Σωτ. Χρυσανθόπουλο, ὁ ὁποῖος παρουσίασε σοβαρή αἱμοραγία τοῦ ἐντέρου. Ὅμως, ἐνῶ ἔπρεπε νά πάει ἐπειγόντως στό νοσοκομεῖο, αὐτός τό ἀνέβαλε γιά τήν ἑπομένη. Τήν νύκτα - ὄχι σέ ὄνειρο, ἀλλά σέ ὅραμα - εἶδε τόν ἀπ. Παῦλο συνοδευόμενο ἀπό τρία πρόσωπα, ἕνα τῶν ὁποίων ἦταν ὁ π. Ἰγνάτιος.
«Πές του νά συνεχίσει τό κήρυγμα» εἶπε ὁ Ἀπόστολος στόν πλησιέστερο τῶν τριῶν.
«Πῶς νά συνεχίσει ἀφοῦ εἶναι ἄρρωστος», ἀπάντησε ἐκεῖνος.
«Δέν ἔχει τίποτα, εἶναι ἐντελῶς καλά», ἀνταπάντησε ὁ Ἀπόστολος. Ὅταν συνῆλθε ὁ ἀσθενής διαπίστωσε, ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅτι ἦταν ἀπολύτως καλά! Μέ συγκίνηση καί δάκρυα ὅλη ἡ οἰκογένεια εὐχαρίστησε τόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν γιά τήν εὐεργεσία του.
Τό 2001 ἡ οἰκογένεια τοῦ Α. Μ., εὐλαβουμένη τήν μνήμη τοῦ μακαρίου Ἰγνατίου, ἀντιμετώπιζε θέμα στέγης. Ἐνῶ εἶχε ἐγκριθεῖ ἀπό τόν Ὀργανισμό Ἐργατικῆς Κατοικίας τό σχετικό δάνειο καί εἶχε βρεθεῖ τό κατάλληλο διαμέρισμα, τήν τελευταῖα στιγμή ὁ ἰδιοκτήτης ὑπαναχώρησε. Περίλυπη ἡ οἰκογένεια ἐπικαλέστηκε τήν πρεσβεία τοῦ π. Ἰγνατίου καί ἄναψε ἕνα κερί στή μνήμη του. Πρίν τό κερί καεῖ, ὁ ἰδιοκτήτης πῆρε τηλέφωνο καί συμφώνησε γιά τήν ἀγορά! «Ταχύς εἰς ἀντίληψιν ὑπάρχεις Ἰγνάτιε», ὁμολόγησε δοξολογικῶς ὁ εὐτυχής πατέρας. Καί συμπλήρωσε: «Ταχύτατος, οὔτε τό κερί δέν πρόλαβε νά καεῖ»!
Κατά τήν ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων τοῦ μακαρίου Πατρός Ἰγνατίου, αὐτά βρέθηκαν μέ τό χαρακτηριστικό χρυσοκίτρινο χρῶμα τῶν Ἁγίων Λειψάνων! «Ἡ συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων - γράφει ὁ Σ. Χρ. - ἐν πολλοῖς φαίνεται καί ἀπό τό χ ρῶμα τοῦ κρανίου. Εἶδα ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τά κρανία, σχεδόν ὅλα, ἦσαν ἀπό μαῦρα ἕως κατάμαυρα καί αὐτό φανέρωνε ὅτι αὐτοί στούς ὁποίους ἀνῆκαν βαρυνόντουσαν μέ πολλές καί μεγάλες ἁμαρτίες. Οἱ Κάρες τῶν Ἁγίων, τῶν Ὁσίων, τῶν μεγάλων ἀσκητῶν, εἶναι μαλακές καί κίτρινες σάν τό κερί. Ἔτσι εἶναι καί ἡ Κάρα τοῦ π. Ἰγνατίου καί αὐτό, ἐκτός τῶν ἄλλων, εἶναι σημάδι τῆς ἁγιότητός του» (αὐτ. σελ. 167).
Ἡ τιμία Κάρα τοῦ Ὁσίου Πατρός Ἰγνατίου φυλάσσεται στό Κελλί Γεννήσεως Χριστοῦ Κατουνακίων Ἁγίου Ὄρους καί ἡ δεξιά του (καθώς καί τό καλογερικό του σκουφάκι) στό πνευματικό του τέκνο Γ. Π. στήν Ξάνθη.
Τό 1985, ὁ Ἱ. Ν. Εὐαγγελιστρίας Λαρίσης, μέ πρωτοβουλία τοῦ Ἐφημερίου Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου καί ὀργανωτική εὐθύνη τοῦ Θεολόγου Πέτρου Ἰωάννου, ὀργάνωσε εἰδική ἐκδήλωση πρός τιμήν του.
Τά ἄμφιά του διαμοιράστηκαν μεταξύ τῶν εὐλαβουμένων τήν μνήμη του (λ.χ. ἕνα ἐπιτραχήλιό του δωρήθηκε στόν γράφοντα ἀπό τόν Σεβ. Περιστερίου κ. Γαλακτίωνα καί στήν συνέχεια ἀπό τόν γράφοντα στόν εὐλαβούμενο τήν μνήμη του Πρωθιερέα Ἀντώνιο Γαβαλᾶ, Ἐφημέριο τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίας Σκέπης Ἀστόριας Ν. Ὑόρκης).

Δι’ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Ἱερομονάχου ΙΓΝΑΤΙΟΥ,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

π. ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΕΤΣΗΣ

Ἀνέστη Χατζῆ, Διδασκάλου

Κείμενο εἰσηγήσεως πού παρουσιάστηκε τήν 15/18. 4. 2001, κατά τήν διάρκεια Ἡμερίδας πού ὀργάνωσε πρός τιμήν τοῦ Ὁσίου Πατρός Ἰγνατίου ἡ Ἱερά Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, στόν Ἱερό Ἐπισκοπικό Ναό ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου Ἀττικῆς.

Τριάντα χρόνια μετά τήν ὁσία κοίμησή του, συναχθήκαμε γιά νά μιλήσουμε γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Εἶναι ἀνάγκη; Εἶναι. Γιατί; Διότι τό ἀπαιτεῖ:
Ἡ κακή ἐκκλησιαστική μας κατάσταση.
Ἡ κάμψη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
Ἡ κραυγή ἀναζήτησης τοῦ καλοῦ ποιμένος.
Ἡ ἀνάγκη ζωντανοῦ προτύπου. Καί
Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαναβεβαίωσης, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ζῆ.

«Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτῶ Ἰγνάτιος». Ἐπειδή:
Ἡ Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. δέν ἔχει, εἶναι ἀλήθεια δυστυχῶς, τήν δυνατότητα νά παράγει ἐκκλησιαστικά στελέχη αὐτῆς τῆς ποιότητας! Ὅ,τι καλό βλαστάνει καί ἀνθίζει ὀφείλεται στήν οἰκογενειακή ἀνατροφή καί τήν ἀτομική προσπάθεια κυρίως καί λιγότερο στήν ἐκκλησιαστική προσπάθεια.
Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν μαθήτευσε στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι εἶχε τό εἶχε ἀφ’ ἑαυτοῦ του. Ὑπῆρξε πρωτότυπος γιά τά δικά μας δεδομένα.
Ἡ γενική ἐντύπωση: Ἕνας ἄνθρωπος ξένος, χωρίς συμπλέγματα, ἀγκυλώσεις, διδακτισμό καί αὐταρχισμό. Ἕνας Γ.Ο.Χ. πού δέν ἦταν Παλαιοημερολογίτης. Φαίνεται ἀπό μακρυά ἡ διαφορετικότητά του. Πᾶμε πιό κοντά; Πατήρ Ἰγνάτιος σημαίνει γιά μένα: Χαρά καί περιέργεια. Χαρά καί περίσκεψη. Χαρά καί αὐτεπίγνωση. Χαρά καί κατάνυξη. Χαρά καί προσπάθεια. Χαρά καί ὅ,τι ἄλλο θέλεις! Διότι Ἐκκλησία σημαίνει πάνω ἀπό ὅλα χαρά!
Τόν πλησιάζεις καί σέ συλλαμβάνει μέ τό δύχτι τῆς χαρᾶς. (Δέν ὑπάρχει πνευματικότητα, ὅπου δέν ὑπάρχει χαρά).
Ὁ π. Ἰγνάτιος εἶναι ἄνθρωπος πνευματικός, ἄνθρωπος Ἀποστολικός, ἄνθρωπος ὑπόδειγμα. Στό «κάνε ὅ,τι σοῦ λέω», ἀντιπαραθέτει τό «κάνε ὅ,τι βλέπεις καί αἰσθάνεσαι»!
Δέν γνωρίζω, ἄν ὁ π. Ἰγνάτιος ἐκτελοῦσε καθήκοντα μοναχοῦ, σάν ὅλους τούς μοναχούς ἤ ἄν ἡ ἐξαντλητική του ἄσκηση ἦταν γι’ αὐτόν ὑπέρτατη ἀπόλαυση καί ἀποζητοῦσε τίς ὧρες τῆς νύχτας, ὅταν οἱ ἄλλες μέριμνες τοῦ ἄφηναν ἐλεύθερο χρόνο. Ἡ ἐγκράτεια ἦταν γι’ αὐτόν φιλοσοφία, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή καταφύγιο, τό ἐργόχειρο καί ἡ ὀλιγολογία στολίδι.
Ὁ π. Ἰγνάτιος ἦταν ἄνθρωπος σύγχρονος, ἄνθρωπος κοινωνικός. Ἐκτελεῖ μιάν ἀποστολή. Καί αὐτή δέν ἦταν ἀποστολή ἀναχωρητοῦ μοναχοῦ, ἀλλά κληρικοῦ. Κλῆρος του ἦταν τό ποίμνιο καί ἡ θέση του στήν κοινωνία. Ὁ κληρικός εἶναι ἀνώτερος τοῦ μοναχοῦ.
Συναναστρέφεται κάθε ἄνθρωπο, ἀνεξαρτήτως φύλου καί ἡλικίας. Μέ ὅλους προσηνής, ἐγκάρδιος, προσιτός καί συνάμα ἀπρόσιτος. Ἐγγύς καί μακράν. Ὅσο περισσότερο σέ ἀφῆνει νά τόν πλησιάσεις, τόσο περισσότερο ἀναγνωρίζεις τόν ἀσκητή. Εἶναι πάντα ἀνώτερος καί πάντας σέ ἀπόσταση, διότι ὁ σεβασμός πού ἐμπνέει εἶναι μεγάλος καί ἰσχυρός.
Ὁ π. Ἰγνάτιος στό θέμα τῆς Πίστεως, στό ζήτημα τοῦ Ἑορτολογίου, τῆς Ὁμολογίας κ.λ.π. ὑπῆρξε ρηξικέλευθος, κάθετος, κατηγορηματικός. Ὅμως ἡ ἀκρίβεια τῆς πίστεως, μετουσιούμενη σέ ἀκρίβεια Χριστιανικοῦ βίου, δέν εἶχε ἴχνος σκαιότητας, στυγνότητας, ἰταμότητας, ἀλαζονείας καί ἐπιδείξεως πού χαρακτηρίζουν πολλούς ἄλλους ἀκριβολόγους τῆς Πίστεως.
Ὁ π. Ιγνάτιος δέν εἶναι ἁπλά ζηλωτής, εἶναι φλογερός, εἶναι πυρπολητής. Πλήν ὅμως ὁ ζῆλος τῆς ἀρετῆς κάνει τήν φλόγα του δροσιά. Ὁ λόγος του δέν εἶναι λίβας πού καίει, πού καυτηριάζει, πού κατελέγχει, εἶναι δρόσος Ἀερμών, εἶναι δροσοπηγή πού καλεῖ τόν περιπλανώμενο στῆς κοινωνικῆς συνάφειας τό ἄγονον καί ἄνυδρον.

Ἡ μόρφωση
Τά γράμματα ὁπωσδήποτε συμβάλλουν στή μόρφωση, ὅταν ὁ σπουδαστής τά χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο καί ὄχι ὡς κτῆμα ἤ τυπικό προσόν. Ὁ π. Ἰγνάτιος χρωστάει πολλά στά γράμματα, αὐτό τό βλέπεις στήν ποιότητα τοῦ λόγου του, ἑνός λόγου προσωπικοῦ πού ἀναβλαστάνει ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀφομοιώσει διά τῆς προσωπικῆς μελέτης καί ἀσκήσεως. Ἑνός λόγου ἀπλοῦ, εὐχερῶς διατυπωμένου, πού ἐκφράζει ἐλευθερία καί εὑρύτυτα σκέψεως, σφραιρικότητα, πληρότητα γνώσεως καί ἀκρίβεια. Ἑνός λόγου εὐχάριστου, ἀφομοιώσιμου, ἥρεμου, διδακτικοῦ ἤ κατανυκτικοῦ, πού ἀποπνέει Ὀρθοδοξία, ἀρετή καί πνευματική ἐμπειρία.
Ἡ γλῶσσα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι ἀπλή καί ἀνεπιτήδευτη. ἡ χρειά τῆς φωνῆς του λεπτή, μελωδική, μέ τονικές ἐναλλαγές, ἀφηγηματικῆς μορφῆς, ἥρεμη, πού τονίζεται μέ μικρές κινήσεις τῶν χεριῶν. Εἶναι ἕνας τρόπος πού φανερώνει διδακτική ἐμπειρία, αὐτοπεποίθηση καί κυριαρχία.
Ὁμιλεῖ ὁ π. Ἰγνάτιος καί παγώνει κάθε ἦχος. Αὐτιά καί μάτια ἀνοιχτά. Οἱ καρδιές χτυποῦν, τά κεράκια συνεχίζουν νά λιώνουν καί πολλές φορές ὁ ἱδρώτας τρέχει ποτάμι στήν Ὡραία Πύλη.
Αὐτή ὅμως ἡ μόρφωση, ἡ μόρφωση τῶν γραμμάτων, δέν μετράει καθόλου γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Θεωρεῖ πώς ὅλη ἡ μόρφωση χρειάστηκε μόνο καί μόνο γιά νά τόν φέρει στήν Ἐκκλησία. Ὁ ρόλος της τελείωσε. Ἡ πνευματική μόρφωση τώρα ἀρχίζει. Ἔτσι δέν εἶναι φίλος τῶν πτυχίων, τῆς θύραθεν παιδείας, εἶναι φίλος τῆς πνευματικῆς ἐργασίας, ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἡ πνευματική ἐμπειρία, ἡ ἀποκάλυψη, τό θαῦμα. Ὁ π. Ἰγνάτιος βιώνει τό Μυστήριο τῆς Πίστεως καί σ’ αὐτό τό γεγονός καλεῖ κι ἐμᾶς.

Ὁ Πνευματικός Πατήρ
Κάθε ἕνας ἔχει σχηματίσει τήν γνώμη, κοινή γνώμη θά ἔλεγα, πρί τοῦ Πνευματικοῦ Πατρός, τοῦ καθοδηγητοῦ, τοῦ ἐξομολόγου. «Τό ξέρει ὁ Πνευματικός σου; Ζήτησες ἄδεια ἀπό τόν Πνευματικό σου;» Ὡς Πνευματικός ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ὑπῆρξε τέτοιος. Δέν ἦταν ἀκριβῶς Πατήρ, ἦταν ὁ ἀδελφός, ὁ συναγωνιστής, ὁ σύντροφος πού σέ καλεῖ νά βάψεις «τήν χείρα ἐν τῶ τριβλίῳ μετ’ αὐτοῦ». Θά μέ ἀκούσει, θά χαρεῖ, θά λυπηθεῖ, θά θυμώσει, ἀλλά σάν ἑταῖρος. Σοῦ ἀφήνει τήν ἐντύπωση, ὅτι ὁ ἀγώνας πού σοῦ ἀναθέτει εἶναι συνεταιρικός, ὅτι δέν εἶσαι μόνος σου, ὅτι συμπάσχει καί αὐτός. Θυμώνει γιά τήν ἐπιμονή, σάν νά θυμώνει μέ τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι ἕτερος, εἶναι ἑταῖρος. Ὅταν προδίδεις τόν ἀγώνα σου εἶναι σάν νά προδίδεις τόν ἴδιο. Εἶναι αὐστηρότατος, ἀφήνοντάς σε νά πιστεύεις ὅτι σοῦ φέρθηκε μέ ἐπιείκεια.
Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι χαρά, ἐλπίδα, ἀσφάλεια, ἱκανοποίηση, αὐτεπίγνωση, φιλοτιμία. Θέλει ἄσκηση, μελέτη καί προσευχή. Δέν ζητάει ταπείνωση καί ὑπακοή, αὐτά τά ἐμπνέει. Δέν χτίζει, θεμελιώνει. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶναι ἀνάκριση καί ἐξιλέωση. Εἶναι μάθημα, ἀπαίτηση, παράκληση, διαφύλαξη τῆς Ὁμολογίας, τήρηση τῶν ἐντολῶν, φόβος Θεοῦ, αὐτογνωσία, ἐγκράτεια καί προσευχή.
Ὅταν ἐρχόταν ὁ π. Ἰγνάτιος εἶχα τήν ἐντύπωση, ὅτι ἐρχόταν ἀποκλειστικά γιά μένα κατά τό «Ζακχαῖε κατάβηθι, ἐν τῶ οἴκῳ σου δεῖ μέ μεῖναι». Ἀγαποῦσε τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου καί δέν ἔβαζε τίποτα μπροστά σ’ αὐτό. Εἶσαι ὁ μοναδικός ψάλτης καί δέν κάνει νά ψάλλεις; Ποτέ νά μήν γίνει ἡ Λειτουργία. Δέν σέ θυσιάζει γιά τίποτα στόν κόσμο. Μέ Πνευματικό τόν π. Ἰγνάτιο συνειδητοποιεῖς τήν ἀξία τῆς ψυχῆς σου.
Ὡς Πνευματικός Πατήρ ὁ π. Ἰγνάτιος δέν εἶναι αὐταρχικός. Φανερό δεῖγμα, ὅτι δέν ἀνατράφηκε ὡς ὑποτακτικός μοναχός, μέ μία ὑποχρεωτική ὑποταγή πού ἀρκετές φορές ἀντί νά ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, μετεξελίσσεται σέ αὐταρχικότητα καί ἀντί νά ἐλευθερώνει, διαπλάθει συμπλεγματική προσωπικότητα στόν μετέπειτα Ἱερομόναχο. Ἔτσι μή ὄντας αὐταρχικός, δέν δημιουργεῖ κύκλο γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του, δέν «ἀποσπᾶ τούς μαθητάς ὀπίσω» του. Κύκλος του εἶναι ὅλο τό ποίμνιο. Δέν διαθέτει στενούς φίλους καί γυναῖκες «παρά τούς πόδας αὐτοῦ».

Ὁ Λειτουργός
Δέν εἶχε δική του ἐνορία, γύριζε ἀπό τόπου εἰς τόπον. Ὁσάκις ἦρθε στήν πόλη μας, σεβάστηκε τίς συνήθειές μας, τό τυπικό μας, τούς ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας καί πολιτεύτηκε μέ διάκριση. Εἴχαμε ἀκόμα τόν παλιό Ἱερέα μας. Δέν σφετερίστηκε τό ποίμνιό του, τά διακαιώματά του, δέν τόν ἀνταγωνίστηκε, δέν τόν σχολίασε. Τόν ὑπηρέτησε, θά ἔλεγα, σάν πατέρα καί ἀδελφό. Ὑπῆρξε τίμιος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, γνήσιος Λειτουργός. Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου κήρυττε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές συγκέντρωνε τούς πιστούς σέ κάποιο σπίτι καί μιλοῦσε καί τό ἀπόγευμα.
Ἐνῶ ἦταν φύση καλλιτεχνική καί μελετοῦσε τήν Ἐκκλησιαστική Τέχνη (ἁγιογραφία, ὑμνογραφία, κ.λ.π.), δέν διέθετε φωνή ψαλτική. Ἦταν τελείως παράφωνος, ἐκτός κι ἄν τό ἔκανε σκοπίμως. Εἶναι ἀλήθεια πώς δέν μποροῦσες ὡς ψάλτης νά κάνεις ἐπίδειξη τέχνης καί φωνῆς, μέ λειτουργό τόν π. Ἰγνάτιο. Φιλάσθενος ὅπως ἦταν, ἦταν πάντα κουρασμένος, ἰδρωμένος καί τά τελευταῖα χρόνια στεκόταν μέ δυσκολία καί κύρηττε. Τά ἄμφια ἦταν κάτι ξένο πάνω του, δέν τοῦ ταίριαζαν τά χρυσοϋφαντα, τό τριμμένο ράσο καί τό σκουφάκι τοῦ πήγαιναν καλύτερα.

Ὁ Ὀρθόδοξος
Ὑπῆρξε γνήσιος τηρητής, φύλακας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων. Ἀπρικατάληπτος μελετητής τῆς λειτουργικῆς καί καλλιτεχνικῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἐξέφραζε πάντα τήν γνώμη του μέ τήν εὐθύτητα πού ταιριάζει σέ πνευματικό ἄνθρωπο. Ὑπερασπίστηκε πάντα τίς Ὀρθόδοξες θέσεις, ἀδιαφορῶντας γιά τίς γύρω του ἀντιδράσεις καί προσωπικές ἐπιθέσεις, χωρίς νά ἐπιβάλλει τίς ἀντιλήψεις του, χωρίς πάθος, χωρίς συσπειρώσεις καί σχίσματα.
Ὑπῆρξε γνήσιος ὑπερασπιστής τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου. Ὑπερασπίζεται μέ καθαρότητα ἤθους, μέ συνέπεια, ἁπλότητα, σαφήνεια καί ἀκρίβεια τήν ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ Ἁγίου Πατρός. Ἡ καταδίκη τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, ἡ Ὁμολογία τοῦ 1935, ἡ στάση ἀπέναντι στό Σχίσμα τῶβ Φλωρινικῶν, ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑπό μόνου τοῦ Ἁγίου Πατρός καί ὁ καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἱστορικοί σταθμοί ἐκκλησιαστικῆς δόξας καί μεγαλείου, εἶναι καύχημα γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Ἔχει ἐπίγνωση τῆς μοναδικότητας, τῆς παγκοσμιότητας, τῆς αὐθεντίας τῆς Ἐκκλησίας στήν Ὁποῖα ἀνήκει. Σπάνιο φαινόμενο Ὀρθοδόξου, ὅταν ἡ συντριπτική πλειοψηφία Κληρικῶν καί λαϊκῶν διακατέχεται ἀπό μία ἐμετική παραταξιακή Παλαιοημερολογίτικη νοοτροπία, πού παρά τίς πομπώδεις, ὑπεφύαλες διακηρύξεις, δυσκολεύε-ται νά κρύψει τό κόμπλεξ κατωτερότητος πού τήν διακατέχει - λόγῳ ἔλλειψης αὐτοπεποίθησης – καί τήν ἀγωνία τῆς μοναξιᾶς, πράγμα πού καταφαίνεται στή θέα μιᾶς διαρκοῦς ἐλεεινῆς ἐκκλησιαστικῆς κατά-στάσεως δεκαετιῶν, μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς Ψωροκώσταινας, μιᾶς διοικητικῆς ἀτολμίας καί ἀπραξίας, μιᾶς ἀποτελματώσεως, μιᾶς συνεχοῦς παρακμῆς, ὅπου ἡ πρόοδος καί ἡ πνευματική ζωτικότητα καί γονιμότητα εἶναι μία θαμπή ἀνάμνηση.
Τήν στιγμή πού ὁ π. Ἰγνάτιος γράφει τό βιβλίο του «Βρεσθένης Ματθαῖος – Οἱ χειροτονίες του», κάποιοι ἄλλοι διαγράφουν τήν ἱστορία μας, ἑτοιμάζουν τήν μειοδοσία τοῦ 1971 καί δρομολογοῦν ἄθελά τους τήν διαδικασία τοῦ Σχίσματος τοῦ 1995 καί τῆς προσωπικῆς τους καταδίκης. Ὁ Θεός ἀργεῖ, ἀλλά δέν λησμονεῖ. Ἡ ἐποχή ἐκείνη ὑπῆρξε μία σκοτεινή ἐποχή αὐταρχικότητας, ἀδιαφάνειας καί μικροπολιτικῆς. Τούς τίμιους ἀγωνιστές ὑποκατέστησαν τότε οἱ κόλακες, οἱ δουλοπρεπεῖς, οἱ αὐτεπάγγελτοι καί ὄχι μόνο «φίλοι» τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Κάποιος τότε συκοφαντοῦσε τούς ἀδελφούς του ὡς ἐχθρούς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τελείωνε τήν ἀναφορά του «μετά ἀσπασμῶν καί ἐδαφιαίων μετανοιῶν»! Δυστυχῶς καί ἡ Σύνοδος ἐκείνη ἀντιμετώπιζε ὡς ἐχθρούς της τούς μή φίλους τῶν φίλων της! Δέν εἶναι παράξενο πού μετά 25 χρόνια, ἡ ἴδια ἐκείνη Σύνοδος ἔσχισε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (μία Παράταξη ἐπιπλέον!)
Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ἦταν πολιτικάντης. Δέν ἔβλεπε ἄλλου εἴδους σκοπιμότητες πλήν μιᾶς, τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Ἔτσι κάποια μέρα μᾶς χαιρέτησε καί πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος. «Χαιρετίσματα, λοιπόν, στήν ἐξουσία, ἐγώ κρατάω τήν οὐσία κι ὀνειρεύομαι».
Ὁ π. Ἰγνάτιος ὑπῆρξε ἀριστοκράτης, ἄξιος καί γι’ αὐτό ἀγέρωχα σιωπηλός. Ἔφυγε ὁ π. Ἰγνάτιος. Ἔφυγε ὁ ποιμένας καί διασκορπίστηκαν τά πρόβατα, ἄλλα ἐδῶ κι ἄλλα ἐκεῖ. Σέ ὅλους, πιστεύω, κάτι μένει, ἔστω κι ὡς φευγαλέα φάρου ἀναλαμπή μέσα στό ὀμιχλῶδες πέλαγος τῆς θύμησης.
Ἔφυγες π. Ἰγνάτιε καί ἄφησες κενό δυσαναπλήρωτο. Ἄφησες ὅμως καί παράδειγμα κι ἐμεῖς, παλιά σου πνευματικοπαίδια, θυμόμαστε τήν εἰκόνα σου καί τήν φωνή σου καί νιώθουμε εὐτυχεῖς πού σέ γνωρίσαμε.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη καί μνήσθητι καί ἡμῶν.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Νεομάρτυς ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ τῆς Μάνδρας (+ 1927)
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Προλεγόμενα
Τό ἔτος 1980 – 1981, μέ εὐλογία τοῦ τότε Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαίου, ὑπηρετοῦσα ὡς Κατηχητής στόν Ἱ. Ν. Εὐαγγ. Ματθαίου Μάνδρας. Τότε μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία τῆς γνωριμίας μέ παλαιά στελέχη τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς ἐνορίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Μεταξύ τῶν πιστῶν ἐκείνων ὑπῆρχαν καί αὐτόπτες μάρτυρες τῶν τραγικῶν γεγονότων τοῦ 1927, κατά τά ὁποῖα δυνάμεις τῆς Χωροφυλακῆς, μέ ἐντολή τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ἐπετέθησαν στούς ἐκκλησιαζομένους Γνησίους Ὀρθοδόξους, στόν πανηγυρίζοντα Ἱ. Ν. Ἁγίων Ταξιαρχῶν, μέ ἀποτέλεσμα τόν τραυματισμό τῶν Ὁμολογητριῶν ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ ΛΟΥΛΗ καί ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΤΣΑΡΕΛΗ καί τόν θανάσιμο τραυματισμό τῆς Νεομάρτυρος ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΡΟΥΤΗ.
Μέ τήν οὐσιαστική συνδρομή τοῦ Ἱεροψάλτου Μοναχοῦ Χρυσάνθου καί τῶν κ.κ. Δημητρίου Κουμπέτσου καί Ἀναστασίου Σταμάτη, ἦρθα σέ ἐπαφή μέ πολλούς τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων - καθώς καί μέ τήν οἰκογένεια τῆς Νεομάρτυρος - καί κατέγραψα τίς μαρτυρίες τους. Οἱ μαρτυρίες αὐτές παρουσιάστηκαν σέ ἑσπερινή ἐκδήλωση πού διοργανώθηκε στό Ναό τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου - παρουσίᾳ τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαίου καί Σερβίων καί Κοζάνης Τίτου, Κληρικῶν καί τῶν περισσοτέρων ἐνοριτῶν – μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐπισκέψεως στή Μάνδρα τῶν σπουδαστῶν τοῦ Β’ Φροντιστηρίου Κατηχητῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, Ἰούλιος 1980).
Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ ἀποτελεῖ μία πρώτη παρουσίαση τοῦ θέματος. Πέραν τῶν πληροφοριῶν πού συγκέντρωσα ὁ ἴδιος, ἔχουν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψη σχετικές δημοσιεύσεις τοῦ τότε Ἀθηναϊκοῦ Τύπου, ἀναφορά τοῦ Περιοδικοῦ «Κήρυξ Γνησίων Ὀρθοδόξων», τό βιβλίο τοῦ Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου «ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος – Βίος καί Ἔργα, 1861 - 1950» (1963), καθώς καί τό σχετικό φυλλάδιο τοῦ Ἐπισκόπου Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου μέ τόν τίτλο «ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΜΑΝΔΡΑΣ» (1987).

Ἡ Μάνδρα καί ἡ περιοχή της
Ἡ σημερινή πόλη τῆς Μάνδρας ἔχει τήν ἱστορική της ἀρχή στά Κούντουρα, ἕναν οἰκισμό στά βόρεια τῆς περιοχῆς, γνωστό σήμερα ὡς Παλιοκούντουρα, ἐπί τῆς ὁδοῦ Ἐλευσίνος - Θηβῶν. Ὁ οἰκισμός δημιουργήθηκε μετά τό 1204 ἀπό τούς Φράγκους κατακτητές τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐξακριβωμένα ἱστορικά στοιχεῖα γιά τά Κούντουρα ὑπάρχουν πρίν τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὅταν τό Ἀρβανίτικο στοιχεῖο (Ἀλβανόφωνοι Χριστιανοί) κυριαρχοῦσε (ὅπως καί σήμερα) στήν περιοχή. Τό 1815 ὁ Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ ἀναφέρεται στή Μάνδρα στό ἔργο του «Ταξείδι στήν Ἑλλάδα» καί τήν περιγράφει σάν «χωριό τοῦ Κιθαιρώνα».
Τά Κούντουρα καταστράφηκαν ἀπό τούς Τούρκους τό 1694 καί τό 1826. Τό αὐξημένο πατριωτικό αἴσθημα τῶν Κουντουριωτῶν ἀνέδειξε τόν Στρατηγό τῆς Ἐπαναστάσεως Νικόλαο Ρόκα ἤ Ζερβονικόλα, τόν Ὁπλαρχηγό τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα καί συμπολεμιστή τοῦ Παύλου Μελᾶ Εὐάγγελο Κοροπούλη καί τόν Ναύαρχο τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων Παῦλο Κουντουριώτη.
Ἡ πόλη στή σημερινή της θέση, στά δυτικά τοῦ Θριασίου Πεδίου, κτίστηκε μετά τήν καταστροφή τοῦ 1826.
Στή γεωγραφική περιοχή τῆς Μάνδρας διασώσονται ἀξιόλογα ἱστορικά μνημεῖα ὅπως τά ἐρρείπια τῶν ἀρχαίων Ἐλευθερῶν (πού μνημονεύει ὁ Παυσανίας), μεσαιωνικός πύργος στό Μυρίνι, τά ἱστορικά Βυζαντινά μοναστήρια τοῦ ὁσ. Μελετίου Κιθαιρώνος (11ος αἰ.) καί Ἁγίας Τριάδος Μυρινίου, οἱ ἱστορικοί Ναοί ὁσ. Μελετίου «Μελετάκι» (11ος αἰ.), ἁγ. Ἰωάννη Κορακᾶ (16ος αἰ.) καί ἁγ. Αἰκατερίνης στίς παρυφές τῆς πόλεως (λείψανα τοῦ 16ου αἰ. καί νεώτερο κτίσμα τοῦ 19ου ), κ.ἄ.

Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στήν περιοχή τοῦ Θριασίου
Ἡ κωμόπολη τῆς Μάνδρας ἀπό τῆς ἡμερολογιακῆς ἀλλαγῆς, εἶχε σχεδόν στήν πλειοψηφία της παραμείνει πιστή στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας. Τό γεγονός αὐτό δέν ἦταν τυχαῖο, ἀλλά ὀφείλετο στήν ποιμαντική δραστηριότητα τοῦ Ἁγιορείτου Ἀρχιμανδρίτου Ματθαίου Καρπαθάκη (ἔπειτα Ἐπισκόπου Βρεσθένης καί Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, + 1950).
Στή Μάνδρα καί τήν περιοχή τοῦ Θριασίου ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος εἶχε πολλά πνευματικά τέκνα (ἀρκετοί μοναχοί καί μοναχές τῶν μονῶν του κατάγονταν ἀπό τήν περιοχή) καί ἦταν εὐρύτατα γνωστός. Μέχρι τά τραγικά γεγονότα τοῦ 1927, οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Μάνδρας ὡς πλειοψηφία, χρησιμοποιοῦσαν τόν μοναδικό ναό τῆς κωμοπόλεως, τόν ἱστορικό Ναό τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν, καί οἱ λίγοι Νεοημ/τες τόν κοιμητηριακό Ναό τῆς Κοιμ. Θεοτόκου. Μετά τά γεγονότα, κατασκευάστηκε πρόχειρα ἀπό τούς Ὀρθοδόξους μέ σανίδες ἕνα παράπηγμα δίπλα στόν μανδρότοιχο τοῦ κοιμητηρίου. Ἐκεῖ ἐξυπηρετοῦνταν οἱ πιστοί μέχρι τό 1934, ὁπότε κτίστηκε ἰδιαίτερος ναός, ὁ ὁποῖος ἀφιερώθηκε πρός τιμήν τοῦ ἀρχιμ. Ματθαίου στόν ἅγιο Εὐαγγ. Ματθαῖο. Τόν ναό αὐτό τό ἑπόμενο ἔτος 1935, ἐγκαινίασε ὁ Ἅγιος Πατήρ ὡς Ἐπίσκοπος Βρεσθένης. Παράλληλα χρησιμοποιοῦνταν καί τά ἱστορικά ἐξωκκλήσια ἁγ. Ἰωάννη Κορακᾶ καί ἁγ. Μελετίου "Μελετάκι".
Ὁ Ναός τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου ἦταν ἀπό τό 1952 καί μετά ἕδρα καί διαμονή τοῦ Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος κυροῦ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (+ 1966). Ὁ κατά κόσμον Κωνσταντῖνος Κωστάκης, γεννήθηκε τό 1914 στά Μεσκλᾶ Χανίων, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Δημήτριο καί τήν Εὐγενία. Τά ἐγκύκλια γράμματα παρακολούθησε στή γενέτειρά του. Τό 1941, κατά τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σέ ἡλικία 27 ἐτῶν, ἐγκατέλειψε τήν οἰκογένειά του καί ἀσπάστηκε τόν μοναχικό βίο. Ἀφιερώθηκε στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, ὑπό τόν συμπατριώτη του Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο Α’ (+ 1950).
Ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, διαγνώσας τά προσόντα καί τίς ἀρετές τοῦ Κωνσταντίνου, τόν προώθησε συντομώτατα σέ ὅλες τίς βαθμίδες τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς Ἱερωσύνης. Ἔτσι τήν 5. 5. 1941 χειροθετήθηκε Ρασοφόρος μέ τό ὄνομα Μελέτιος, τήν 3. 11. 1941 χειροτονήθηκε Διάκονος, τήν 20. 11. 1941 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καί τήν 15. 11. 1944 χειροθετήθηκε Μεγαλόσχημος Μοναχός.
Ὑπηρέτησε σέ πολλές ἐνορίες τῆς Ἐκκλησίας σ’ ὅλη τήν Ἑλλάδα. Τό 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ψηφίστηκε Ἐπίσκοπος γιά τήν Ἱερά Μητρόπολη Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος. Χειροτονήθηκε τήν 17. 6. 1952 ἀπό τόν τότε Πρόεδρο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Μητροπ. Θεσσαλονίκης Δημήτριο καί τούς Ἀρχιερεῖς Πατρῶν Ἀνδρέα, Τρίκκης Βησσαρίωνα καί Θηβῶν Ἰωάννη.
Ποίμανε τήν ἐπαρχία του μέ ἕδρα τόν ἱστορικό ναό τοῦ ἁγ. Εὐαγγ. Ματθαίου Μάνδρας. Ὅμως ἡ ὑγεία του λόγῳ τῶν κόπων καί τῶν μόχθων εἶχε καμφθεῖ καί ἔτσι κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 4η Ἀπριλίου 1966, σέ ἡλικία μόλις 52 ἐτῶν, μετά ἀπό νοσηλεία σέ κλινική τοῦ Πειραιῶς. Ἡ κηδεία του τελέστηκε τήν 6. 4. 1966 στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, προεξάρχοντος τοῦ Μητροπ. Πατρῶν Ἀνδρέου, συμπαραστα-τουμένου ὑπό τῶν Σεβ. Ἀρχιερέων Θεσσαλονίκης Δημητρίου, Κορινθίας Καλλίστου καί Τρίκκης Βησσαρίωνος καί 27 Ἱερέων καί Διακόνων. Τόν ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Πρωτοσύγκελλος Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος. Ἐνταφιάστηκε στό Κοιμητήριο τῶν Ἀρχιερέων, παρά τό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μοδέστου.
Τό 1973, ἐξελέγη καί χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος ὁ ἀρχιμ. Ματθαῖος Μακρῆς, ὁ ὁποῖος στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’80 προχώρησε μέ τήν συνδρομή εὐσεβῶν Χριστιανῶν στήν ἐκ βάθρων ἀνακαίνιση τοῦ ναοῦ. Τότε ὁ ναός κτίστηκε μεγαλοπρεπής, Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, μέ τρούλο, γυναικωνίτες καί κωδωνοστάσια. Ἡ πρός τιμήν τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου ἐγκαινιασμένη Ἁγία Τράπεζα τοῦ παλαιοῦ ναοῦ, διατηρήθηκε στόν ἰσόγειο – χειμερινό ναό, στόν ὁποῖο δημιουργήθηκε καί Παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν, σέ ἀνάμνηση τῶν γεγονότων τοῦ 1927. Στόν κυρίως - ἄνω ναό, ἡ κεντρική Ἁγία Τράπεζα ἀφιερώθηκε στούς Ἁγίους 12 Ἀποστόλους, τά πλευρικά Παρεκκλήσιο στόν τοπικό Ἅγιο ὅσ. Μελέτιο τοῦ Κιθαιρώνος καί τούς Ἁγίους Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τά Παρεκκλήσια τοῦ γυναικωνίτη στούς Μεγαλομάρτυρες Ἁγίους Γεώργιο τόν Τροπαιοφόρο καί Δημήτριο τόν Μυροβλύτη.
Τό 1989 στό νέο ναό τελέστηκε ἡ χειροτονία τοῦ Μητροπ. Θεσσαλονίκης Χρυσοστόμου (Μητροπούλου). Ἐπρόκειτο γιά τήν πρώτη ἐπισκοπική χειροτονία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ἡ ὁποία ἔγινε στό φῶς τῆς ἡμέρας, σέ συνθήκες εἰρήνης καί ἀσφαλείας, σέ ἐνορία καί ὄχι σέ μονή, παρουσίᾳ μεγάλου ἀριθμοῦ Ἱεραρχῶν, Κληρικῶν καί πιστοῦ λαοῦ.
Στό Ναό τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου ἐφημέρευσαν ἐκτός ἄλλων πατέρων οἱ μακαριστοί Ἱερομόναχοι Γαβριήλ Χαραλάμπους (+ 1988) καί Ἰωαννίκιος Μπεθάνης (+ 1982), ἀδελφοί τῆς Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Κουβαρᾶ.
Πρίν τήν ἀνέγερση τοῦ νέου Ναοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου - Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ ἐπ. Ματθαῖος ἀνήγειρε τό Ἐπισκοπεῖο τῆς Ἁγίας Σκέπης, μέ ὁμώνυμο Ναό καί Παρεκκλήσιο πρός τιμήν τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, ἐπί τῆς παλαιᾶς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἐλευσίνος – Θηβῶν, ἀπέναντι (σήμερα) ἀπό τό Ἀθλητικό Κέντρο τῆς Μάνδρας.
Στήν ἴδια περιοχή τοῦ Θριασίου καί στήν κοινότητα Μαγοῦλας, κτίστηκε μέ προτροπή καί εὐλογία τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου ἀπό τήν Οἰκογένεια Ἀδάμ τό Παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τό Παρεκκλήσιο αὐτό ἀρχικά κατασκευάστηκε πρόχειρα, μέ σανίδες. Ἕνα βράδυ, κάποιοι μεθυσμένοι Νεοημ/τες χωρικοί (τό ἐκκλησάκι βρίσκεται κοντά στήν πλατείατοῦ χωριου), ἀποφάσισαν νά τό κάψουν. Πῆραν, λοιπόν, μία ποσότητα βενζίνης καί τό περιέλουσαν. Καί τότε ὁ Ἅγιος Θεός οἰκονόμησε ἕνα ἐξαίσιο θαῦμα: Νά σβήνουν τά σπίρτα μέσα στή βενζίνη!!! Ἔτσι τό Παρεκκλήσιο σώζεται μέχρι σήμερα, ὄχι ξύλινο, ἀλλά κανονικῆς κατασκευῆς.
Ἕνας ἀκόμη ναός τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κτίστηκε μέ ὑπόδειξη καί εὐλογία τοῦ μακαρίου Πατρός καί στήν παρακείμενη πόλη τῆς Ἐλευσίνας. Πρόκειται γιά τόν Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου πού κτίστηκε τό 1941 ἀπό ἀγωνιστές Χριστιανούς καί ἐγκαινιάστηκε ἀπό τόν Ἅγιο Πατέρα λίγο ἀργότερα. Στό Ναό αὐτόν ἐφημέρευσαν ἐκτός ἄλλων κληρικῶν καί οἱ μακαριστοί Πατέρες Ἱερεύς Εὐάγγελος Μανώλης καί Ἱερομόναχος Κάλλιστος Κατσούλης (ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Μεταμρφώσεως Κουβαρᾶ). Ὁ Ναός ἀνακαινίστηκε ἐκ βάθρων κατά τήν δεκαετία τοῦ 2010, ἀπό τόν Ἱερομ. Δαμιανό Παπαδημητρίου.

Τά τραγικά γεγονότα τῆς 8ης Νοεμβρίου 1927
Τό 1927, δηλαδή τήν περίοδο ἀμέσως μετά τήν ἐπιβολή τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (1924), ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ἡ ἐκκλησιαστική κατάστασις ἦταν ἔκρυθμη. Τήν καινοτομία δέν εἶχαν ἀποδεχθεῖ δεκάδες χιλιάδες Ὀρθόδοξοι σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι ἐξυπηρετούμενοι καί ἐνισχυόμενοι ἀπό Ζηλωτές Ἁγιορείτες Ἱερομονάχους, καθώς καί ἐλάχιστους ἐγγάμους Ἱερεῖς, κατέθεταν καθημερινά τήν μαρτυρία τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας. Ἡ στάση τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου καί τῶν συνεπισκόπων του ἀπέναντι στούς Γνησίους Ὀρθοδόξους πιστούς ἦταν ἐπιθετική. Οἱ καινοτόμοι Ἀρχιερεῖς προσπαθοῦσαν νά καλύψουν τήν ποιμαντική τους ἀνεπάρκεια καί νά ἐπιβάλουν τήν καινοτομία μέ τήν βοήθεια τοῦ Καίσαρος, δηλαδή τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, τῆς ὁποίας τήν Ἀστυνομία – Χωροφυλακή, ἀκόμη καί τόν Στρατό, εἶχαν στή διάθεσή τους. «Ἐν τῆ περιπτώσει ταύτῃ (δηλαδή τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν Παλαιοημερολογητῶν) – γράφει ὁ Νεοημ. ἱστορικός ἀρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας - ὁ χωροφύλαξ τῆς Πολιτείας ὑπῆρξεν ἡ σώτειρα δύναμις διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα, «Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν», τ. Γ’, σελ. 2042). Τό ἔτος 1927 στή Μάνδρα, φάνηκε μέ τόν πλέον τραγικό τρόπο ἡ προηγούμενη ἀλήθεια, ὅταν ἡ Χωροφυλακή ἐπιτέθηκε κατά τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων καί ὑπῆρξαν θύματα.
Παρά τά διωκτικά μέτρα, τό 1927 καί ἐνῶ πλησίαζε ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν καί ἡ πανήγυρις τοῦ ὁμωνύμου Ναοῦ, οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Μάνδρας ἔστειλαν μία ἐπιτροπή στήν τότε Κοινότητα τῶν Ὀρθοδόξων (τό μοναδικό νομικό πρόσωπο τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τό ὁποῖο συντόνιζε τήν δρατσηριότητα τῶν λίγων κληρικῶν πού ὑπῆρχαν) καί ζήτησαν Ἱερέα γιά τήν ἐξυπηρέτηησή τους κατά τήν πανήγυρι. Ἡ Κοινότητα ἐξασφάλισε καί ἔστειλε τόν Ἱερομόναχο Χριστόφορο Ψαλλίδα, ὁ ὁποῖος ἔφθασε στή Μάνδρα μέ μία σούστα καί ἔτυχε ἐνθουσιώδους ὑποδοχῆς ἀπό τούς κατοίκους. Ταυτόχρονα ἔφθασε στή Μάνδρα καί ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος ἦταν σέ ποιμαντική περιοδία στήν περιοχή τῶν Θηβῶν. Ἔτσι ὁ Ἑσπερινός καί ἡ ἀγρυπνία ἄρχισαν μέ δύο Λειτουργούς καί μέ κάθε δυνατή μεγαλοπρέπεια.
«Ἐνῶ ὁ Ὅσιος Πατήρ ἐτέλει Λειτουργίαν μετ’ ἀγρυπνίας - σημειώνει ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος - ἐπέδραμε νύκτωρ κουστωδία ἐκ 30 χωροφυλάκων. Περιεκύκλωσε τά πέριξ καί διά πυροβολισμῶν ἐζήτει νά διαλύση βιαίως τό εὐσεβές ἐκκλησίασμα, ἐκτοοῦσα τούς ἐκ τῶν μελιρρύτων χειλέων τοῦ Πατρός Ματθαίου ἀποκρεμωμένους πιστούς ἀδελφούς. Οὐδείς ἐπτοήθη καί κανείς δέν ἀπεδυσπέτησεν ἐνώπιον τῆς ἐγκληματικῆς ἐνεργείας. Οἱ πάντες ἀκίνητοι, ἐν μυσταγωγικῆ ἀνατάσει πρός τόν Θεόν, παρέμειναν παρακολουθοῦντες τήν Ἱεράν Ἀκολουθίαν μέχρι πρωϊας. «Ὦ φίλοι, οὐδείς ὑμᾶς χωρίσει μου φόβος, ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ»!
Ἀκριβῶς ὡς οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου, οὕτως καί τά εὐσεβῆ τέκνα τοῦ Πνευματοφόρου Πατρός, οὐδ’ ἐσαλεύθησαν, οὐδ’ ἐκινήθησαν κἄν, ἀψηφοῦντες τήν βάναυσον καί ἱερόσυλον ἐπίθεσιν τῆς ἐκτραπείσης ἐξουσίας. Ἐπέπρωτο ἡ ἀγρυπνία ἐκείνη νά βαφῆ μέ αἷμα Μαρτύρων… Τό αἱματηρόν τοῦτο ἔναυσμα ἀπετέλεσε τόν πρόλογον σειρᾶς βδελυρῶν καί ἀποτροπαίων διώξεων κατά τῶν μαρτύρων Παλαιοημερολογιτῶν, ὥν καί ἡ ἁπλῆ ἀπαρίθμησις θά ἀπήτει πολύτομον βίβλον
» (Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου, «ΜΑΤΘΑΙΟΣ…», σελ. 90 – 91).
Οἱ ἀστυνομικές δυνάμεις πῆγαν στή Μάνδρα μέ ἐντολή τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, γιά νά διακόψουν τήν ἀγρυπνία καί νά συλλάβουν τούς Λειτουργούς. Μπροστά σ’ αὐτή τήν ἐξέλιξη οἱ πιστοί δέν εἶχαν ἄλλη ἐπιλογή ἀπό τό νά κλειδωθοῦν στό Ναό. Τότε οἱ χωροφύλακες ἐπιδόθηκαν σέ βιαιοπραγίες ἔξω ἀπό τόν ναό. Μαινόμενοι γιά τήν ἀποτυχία τους, μέ οὐρλιαχτά, βλαστήμιες καί αἰσχρολογίες, χτυποῦσαν τίς πόρτες τοῦ ναοῦ μέ τούς ὑποκοπάνους τῶν ὅπλων, ἔσπαγαν τά τζάμια τῶν παραθύρων καί πυροβολοῦσαν στόν ἀέρα γιά ἐκφοβισμό.

Ἡ θυσία τῆς Νεομάρτυρος Αἰκατερίνης
Ἡ Νεομάρτυς Αἰκατερίνη γεννήθηκε στή Μάνδρα τό 1900. Τό 1923 παντρεύτηκε τόν Κωνσταντῖνο Ρούτη καί δημιούργησε μαζί του μία ὄμορφη οἰκογένεια. Τόσο ἡ πατρική της οἰκογένεια, ὅσο καί ἐκείνη τοῦ συζύγου της δέν ἀποδέχτηκαν τήν ἐπιβολή τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ νέου ἡμερολογίου (1924), ἀλλά ἔμειναν πιστοί στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Αἰκατερίνη μάλιστα διακρίνοταν γιά τόν δυναμισμό της, ἦταν ζηλώτρια τῆς Πίστεως καί ἀγωνίστρια τῶν πατρίων.
Κατά τήν πανήγυρι τοῦ 1927, εἶχε σπεύσει μέ προθυμία μαζί μέ ἄλλες γυναίκες στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν καί εἶχε κοπιάσει γιά τόν εὐπρεπισμό του καί τήν ἐπιτυχία τῆς πανηγύρεως. Σύμφωνα μέ μία μαρτυρία, πῆγε στόν Ἑσπερινό μαζί μέ τόν σύζυγο καί τά παιδιά της (ἡλικίας 4 ἐτῶν τό μεγάλο καί κάποιων μηνῶν τό μικρό) καί μετά ἐπέτρεψε μαζί τους στό σπίτι της, διότι ὁ σύζυγός της προέβλεπε ἐπεισόδια. Λίγο μετά ὅμως, ὅταν ἄκουσε τούς πυροβολισμούς, ἐγκατέλειψε τήν ἀσφάλεια τῆς οἰκογενειακῆς της ἑστίας καί ἔσπευσε νά ἑνωθεῖ μέ τούς λοιπούς πιστούς, ἐπιστρέφοντας στό Ναό.
Μετά τήν Ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας, ἄρχισε ἡ ἔξοδος τῶν πολιορκημένων Χριστιανῶν ἀπό τόν Ναό. Ἀνάμεσα στούς πρώτους πού βγῆκαν ἀπό τόν Ναό ἦταν ὁ Ἱερομ. Χριστόφορος, ὁ ὁποῖος - ἄν καί μεταμφιεσμένος μέ γυναικεία γεροντικά ἐνδύματα - ἔγινε ἀντιληπτός καί συνελήφθη, μαζί μέ πέντε πιστούς. Κατά τήν ἔξοδο τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀρκετές γυναίκες μέ προεξάρχουσα τήν Αἰκατερίνη, δημιούργησαν ἕνα ἀνθρώπινο τεῖχος γύρω του. Στήν ἀπαίτηση τῶν χωροφυλάκων νά τούς τόν παραδώσουν, στεντόρεια ἀκούστηκε ἡ φωνή τῆς Αἰκατερίνης: «Μόνο πάνω ἀπό τά πτώματά μας θά πάρετε τόν Ἱερέα μας»! Μία φωνή πού ἀποδείχθηκε προφητική καί μία ὁμολογία πού ἔμελε νά ὑπογραφεῖ μέ αἷμα.
Μή μπορῶντας οἱ χωροφύλακες νά διασπάσουν τόν ἀνθρώπινο κλοιό, ἄρχισαν νά πυροβολοῦν γιά ἐκφοβισμό. Τότε τραυματίστηκαν ἀπό σφαῖρα στόν κρόταφο ἡ ἀείμνηστη Ἀγγελική Κατσαρέλλη, καθώς καί ἡ Χαρίκλεια Λούλη. Ἀλλά τό ἐπεισόδιο δέν τελείωσε ἐκεῖ. Κάποια στιγμή ἡ Αἰκατερίνη ἀντιλήφθηκε τήν κακούργο πρόθεση ἑνός χωροφύλακα, πού ἔχει ὑψώσει τόν ὑποκόπανο τοῦ ὅπλου του γιά νά κτυπήσει τόν Ἅγιο Πατέρα. Ἀστραπιαῖα ἡ νεαρή γυναῖκα κάλυψε μέ τό σῶμα της τόν Λειτουργό τοῦ Ὑψίστου καί δέχεται ἐκείνη τό θανατηφόρο κτύπημα στό ἀριστερό μέρος τῆς κεφαλῆς της. Ἡ Αἰκατερίνη ἔπεσε αἱμόφυρτη στό ἔδαφος. Τά τελευταῖα της λόγια ἦταν μία ἐπίκληση τοῦ Θεομητορικοῦ ὀνόματος, «Παναγία μου».
Τό φοβερό αὐτό γεγονός ἐπέτρεψε στούς πιστούς νά φυγαδεύσουν τόν Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο. Ἀρχικά τόν ἔκρυψαν σέ ἔμπιστο σπίτι καί τήν ἑπομένη τόν ὁδήγησαν μέ μία σούστα, «θαμμένο» κάτω ἀπό δεμάτια σανοῦ, στό ἐξωκκλήσι τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Φρυγανᾶ, ὅπου τόν περέμεναν ἄλλοι πιστοί γιά νά τόν ὁδηγήσουν στό Μετόχι τῆς ὁδοῦ Μεγ. Ἀλεξάνδρου 71.
Πίσω στόν τόπο τοῦ ἐγκλήματος, γυναῖκες μέ ἀγωνία καί λυγμούς προσπαθοῦν νά περιποιηθοῦν τό αἱμόφυρτο σῶμα τῆς Αἰκατερίνης. Κάποιοι ἄνδρες εἰδοποιοῦν τόν σύζυγό της. Οἱ τραυματίες μεταφέρονται (μέ τά ἀνύπαρκτα συγκοινωνιακά μέσα τῆς ἐποχῆς), στό Θεραπευτήριο «Εὐαγγελισμός» τῶν Ἀθηνῶν. Ἀπό ἐκεῖ ἡ Ἀγγελική Κατσαρέλλη νά βγεῖ λίγες ἡμέρες ἀργότερα, ἀλλά ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη θά παραδώσει τό πνεῦμα της «εἰς χείρας Θεοῦ», τήν 15η τοῦ ἰδίου μηνός, πρώτη ἡμέρα τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, στίς 4 τό πρωϊ, μετά ἀπό ἑπταήμερη πάλη μέ τόν θάνατο. Πρίν κοιμηθεῖ, κατάφερε νά γράψει μέ δυσκολία ἕνα σημείωμα γιά τόν σύζυγό της, στό ὁποῖο τόν παρακαλεῖ νά προσέχει τά παιδιά τους (ἡλικίας τεσσάρων ἐτῶν τό πρῶτο καί κάποιων μηνῶν τό δεύτερο)!
Τό τότε Διοικητικό Συμβούλιο τῆς Κοινότητος τῶν Ὀρθοδόξων, κινητοποίησε χιλιάδες μέλη του γιά τήν κηδεία καί τόν ἐνταφιασμό της. «Ἐπιζῶντες αὐτόπτες μάρτυρες τῆς κηδείας - γράφει ὁ ἐπ. Καλλιόπιος - μᾶς πληροφόρησαν, ὅτι αὐτό πού παρακολούθησαν τήν ἡμέρα ἐκείνη δέν ἦταν κηδεία, ἀλλά ἱερά τιτανεία Μαρτυρικοῦ Λειψάνου. Χιλιάδες πιστοί συνόδευσαν τήν πομπή, ἄλλοι κρατοῦντες ἄνθη, ἄλλοι λαμπάδες καί ἄλλοι φοίνικες». Τό λείψανο τῆς Αἰκατερίνης Ρούτη ἐνταφιάστηκε στό κοιμητήριο τῆς Μάνδρας.
Τά θλιβερά αὐτά γεγονότα κάλυψαν ἀναλυτικά πολλές Ἀθηναϊκές ἐφημερίδες. Τό «Σκρίπ» τοῦ ἀειμνήστου Γρηγορίου Εὐστρατιάδη, στό φύλλο τῆς 29. 11. 1927, δημοσίευσε βαρυσήμαντο ἄρθρο μέ τόν τίτλο «Τό αἷμα τῆς Μάνδρας». Ἡ «Ἑσπερινή» τῆς ἴδιας ἡμερομηνίας δηοσιεύει ἄρθρο μέ τόν τίτλο, «Ἡ ἐνοχή τοῦ Μητροπολίτου». Ἡ «Νέα Ἡμέρα» δημοσιεύει ἄρθρο μέ τόν τίτλο, «Ὁ Ματωμένος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν – Εἰς τήν Μάνδραν ἐχύθη αἷμα Χριστιανικόν ἐξ αἰτίας του».
Σύμφωνα μέ δημοσιεύματα τῆς «Ἑσπερινῆς», οἱ κακοποιημένοι Χριστιανοί τῆς Μάνδρας βγῆκαν καί κατηγορούμενοι! «Ἡ σχηματισθεῖσα δικογραφία διά τάς σκηνάς τῆς Μάνδρας – γράφει τό φύλλο τῆς 25. 11. 1927 – μεταξύ Ἀρχῶν καί Παλαιοημερολογιτῶν, ἀπεστάλη ὑπό τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν εἰς τόν Ἀνακριτήν τοῦ 6ου Τμήματος κ. Σουργιαδάκην, ὁ ὁποῖος θά ἐπιληφθῆ τῶν ἀνακρίσεων. Ἐκ τῶν προανακρίσεων δώδεκα ἐν ὅλῳ ἐθεωρήθησαν ὡς πρωταίτιοι τῶν σκηνῶν, ἐξ ὡς πέντε συνελήφθησαν, οἱ δέ λοιποί ἑπτά φυγοδικοῦν. Μέ τούς συλληφθέντας εἶναι καί ὁ Ἱερομόναχος Χριστόφορος Ψαλλίδας. Εἰς τούς ἐνεχομένους θά ἀπαγγελθῆ ὑπό τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ κατηγορία ἐπί ἀντιστάσει μετά βιαιοπραγιῶν κατά προσώπου καί ἀπόπειρα ἀναιρέσεως κατά τοῦ προσώπου τοῦ Ἀνθυπομοιράρχου»! Καί στό φύλλο τῆς 26. 11. 1927 γράφεται, ὅτι «κατόπιν ὁμοφωνίας τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν κ. Κιουρτσάκη καί τοῦ Ἀνακριτοῦ τοῦ 6ου Τμήματος κ. Σουργιαδάκη, προεφυλακίσθησαν ὁ Ἱερεύς Ψαλλίδας καί οἱ Παλαιοημερολογίται Μάνδρας, κατηγορούμενοι διά τάς ἐκεῖ αἱματηράς σκηνάς»!
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τά θύματα γράφεται, ὅτι «εἰς τόν Ἰατρόν κ. Ξάνθην ἀνετέθη νά ἐνεργήση ἰατροδικαστικήν ἐξέτασιν τῶν ἐν τῶ Νοσοκομείῳ «Εὐαγγελισμός» νοσηλευομένων δύο γυναικῶν, αἴτινες ἐτραυματίσθησαν εἰς τάς σκηνάς τῆς Μάνδρας. Ἐκ τῆς ἰατροδικαστικῆς ἐξετάσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη φέρει τραῦμα εἰς τήν ἀριστεράν κροταφικήν χώραν, εἴτε διά λίθου, εἴτε διά δι’ ὑποκοπάνου ὅπλου καί ὅτι ἀναμένεται τό μοιραῖον λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ τραύματος. Ἡ Ἀγγελική Κατσαρέλλη φέρει τραῦμα διά σφαίρας πυροβόλου ὅπλου εἰς τήν ἀριστεράν κροταφικήν χώραν ἀκίνδυνον» Ἑσπερινή», 25. 11. 1927).

Ἡ συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας
Στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη κατέχει θέσει Νεομάρτυρος. Κατά τήν ἀνακομιδή της, μέ ἀπαίτηση τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, τά Λείψανά της μεταφέρθηκαν στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, ὅπου σήμερα φυλάσσεται ἡ Κάρα της, «τιμωμένη ὡς Λείψανο Μαρτυρικό» («Κ.Γ.Ο».). Κείμενα καί ἄρθρα γιά τήν θυσία καί τήν σημασία της ἔχουν δημοσιευθεῖ πολλά (καί ἐπίσης πολλά βρίσκονται ἀναρτημένα στό Διαδύκτιο). Εἰκόνες της ἔχουν ἁγιογραφηθεῖ ἀπό τίς Ἱερές Μονές Ἁγίας Τριάδος Πυθαρίου Καλύμνου καί Μεταμ. Σωτῆρος Βοστώνης. Ἀπολυτίκιο καί Κοντάκιό της κυκλοφοροῦν στήν Ἑλληνική καί Ἀγγλική γλῶσσα.
Ἡ περίπτωση τῆς Νεομάρτυρος Αἰκατερίνης Ρούτη εἶναι ὅμοια μέ ἐκείνη τῆς ἐπίσης Νεομάρτυρος Βασιλικῆς Λάζαρη, ἡ ὁποία τραυματίστηκε θανάσιμα το 1950 στόν Ἱ. Ν. Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου Λαζαράτων Λευκάδος, κάτω ἀπό τίς ἀκόλουθες συνθῆκες:
Τό 1949 ἐστάλη στή Λευκάδα ἀπό τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο Α’, ὁ Ἱερομόναχος Πολύκαρπος Ματθιούλης, ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ. Ὅταν ὁ Νεοημ. Μητροπ. Λευκάδος Δωρόθεος πληροφορήθηκε γιά τήν παρουσία τοῦ π. Πολυκάρπου, ζήτησε ἀπό τήν Χωροφυλακή νά τόν συλλάβει καί νά διαλύσει τούς Ὀρθοδόξους. Σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων, ὁ π. Πολύκαρπος γιά νά μήν συλληφθεῖ, ἔμεινε μέσα στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων γιά 6 μῆνες! σέ ἕνα κελλί στό νάρθηκα. Ἔτσι ἡ Χωροφυλακή συνελάμβανε μόνο τούς πιστούς πού πήγαιναν νά ἐξυπηρετηθοῦν. Τά θλιβερά γεγονότα κατά τά ὁποῖα τραυματίσθηκε θανάσιμα ἡ Βασιλική Λάζαρη συνέβησαν ὅταν οἱ Χωροφύλακες παραβίασαν τήν πόρτα τοῦ Ναοῦ καί μπῆκαν γιά νά συλλάβουν τόν Ἱερέα. Τότε ἡ Βασιλική Λάζαρη, στήν προσπάθειά της νά προστατεύσει τόν Ἱερέα, δέχθηκε θανατηφόρο κτύπημα ἀπό ἕναν ἤ περισσότερους Χωροφύλακες, μέ ἀποτέλεσμα νά τραυματιστεῖ σοβαρά καί νά ἀποβιώσει λίγο ἀργότερα.
Καί στίς δύο περιπτώσεις οἱ ἁπλές γυναίκες τοῦ λαοῦ Αἰκατερίνη καί Βασιλική, προστάτευσαν μέ τήν ἴδια τους τήν ζωή ὄχι μόνον τήν γνησιότητα τῆς Πίστεως, ἀλλά καί τήν Ἱερωσύνη - Ἀποστολική Διαδοχή, μή ἐπιτρέποντες τήν σύλληψη – κακοποίηση τῶν κατά τά πάντα ἀξίων Ὀρθοδόξων Λειτουργῶν τοῦ Ὑψίστου, ἀπό τά ὄργανα τῶν κακοδόξων, καινοτόμων καί ἀναξίων τῆς ἀποστολῆς τους Ἱεραρχῶν.
Παρόμοιες περιπτώσεις μαρτυρίου Ὀρθοδόξων ἀπό αἱρετικούς «Χριστιανούς» ἀναφέρονται πολλές στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας (λ.χ. οἱ Μάρτυρες ὑπό Εἰκονομάχων στήν Χαλκή Πύλη τῆς ΚΠόλεως, οἱ Ἁγιορείτες Ὁσιομάρτυρες ὑπό Λατινοφρόνων, οἱ Μάρτυρες τοῦ Γιούριεφ Ἐσθονίας ὑπό Λουθηρανῶν, κ.ἄ.).

Δι’ εὐχῶν τῆς Ἁγίας Νεομάρτυρος ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. ΑΜΗΝ.