Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Ἀρχιμανδρίτης ΑΙΘΕΡΙΟΣ ΣΑΛΑΜΑΛΕΚΗΣ (+ 1980)

Γεννήθηκε τό 1907 στό χωριό Λέκκα τῆς Σάμου. Τό 1932 μετέβη στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο καί χειροτονήθηκε Διάκονος καί Πρεσβύτερος. Διετέλεσε ἐφημέριος τοῦ Παναγίου Τάφου. Τό 1948 ἐπέστρεψε στήν Ἑλλάδα καί ὑπηρέτησε σέ διάφορα εὐαγῆ ἱδρύματα, ὡς καί Πρωτοσύγκελλος τῆς Νεοημ. Μητροπόλεως Χίου. Στή συνέχεια ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του Σάμο καί ὑπηρέτησε σάν Ἡγούμενος τῶν Μονῶν Ἁγίας Τριάδος, Μεγάλης Παναγίας καί Προφήτου Ἠλιοῦ, τίς ὁποίες καί ἀνακαίνισε.
Τό 1974 γνωρίστηκε μέ τόν νεοχειροτονηθέντα Μητροπ. Πειραιῶς καί Νήσων Νικόλαο καί προσχώρησε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, γενόμενος δεκτός κατά τά προβλεπόμενα διά λιβέλλου καί χειροθεσίας. Ἔκτοτε καί μέχρι τῆς κοιμήσεώς του ὑπηρέτησε σάν ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Καρλοβασίου Σάμου.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 4ην Νοεμβρίου 1980 καί ἐνταφιάστηκε στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ.

Τοῦ ἀοιδήμου Ἀρχιμανδρίτου ΑΙΘΕΡΙΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Ἀρχιμανδρίτης ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΜΑΤΘΙΟΥΛΗΣ (+ 1981)

Κατά κόσμον Κωνσταντῖνος Ματθιούλης, γεννήθηκε στόν Παλαμᾶ Καρδίτσας τό 1913. Μετά τά ἐγκύκλια γράμματα ἀσχολήθηκε μέ τό ἐπάγγελμα τοῦ ὑποδηματοποιοῦ.
Φύσει ταπεινός καί φιλάγαθος, ἁπλός καί ἄκακος, καλλιεργήθηκε στίς χριστιανικές ἀρετές ἀπό τό οἰκογενειακό του περιβάλλον καί τό 1944 ἀσπάστηκε τόν μοναχικό βίο. Κοινοβίασε στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ, ὑπό τόν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο Α’ τόν Ὁμολογητή. Τό Σαββάτο τοῦ Λαζάρου τοῦ 1948 χειροτονήθηκε ἀπό τόν ἐπ. Ματθαῖο Ἱεροδιάκονος καί τήν 5η Ὀκτωβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους Ἱερομόναχος. Πνευματικός ἔγινε τό 1949 καί Ἀρχιμανδρίτης τό 1975, ἀπό τόν Μακ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα.
Ἡ ἱερατική του διακονία ὑπῆρξε ἀθόρυβη καί ταπεινή. Ὑπηρέτησε σέ πολλές ἐνορίες (Θεσσαλονίκη, Λευκάδα, Καπαρέλλι Θηβῶν, Λιβαδειά, κ.ἀ.) καί ἐπί πολλά χρόνια ἐφημέριος τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας.
Τό 1952, κατά τόν διωγμό τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου, συνελήφθη, ἀποσχηματίστηκε καί ἐξορίστηκε, ὅλα ὅμως τά ἀντιμετώπισε μέ τήν ἁπλότητα καί τήν ὑπομονή του.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 17η Μαΐου 1981 νοσηλευόμενος στό Νοσοκομεῖο τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ. Ἐνταφιάστηκε στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ. Τήν κηδεία του τέλεσε ὁ Μακ. Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας στήν Ἱ. Μ. Παναγίας, ὅπου ἐπί σειρά ἐτῶν ὑπηρέτησε.

Τοῦ ἀοιδήμου Ἀρχιμανδρίτου ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Ἀρχιμανδρίτης ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ΜΠΕΘΑΝΗΣ (+ 1982)

Γεννήθηκε τό 1906 στά Βίλλια Ἀττικῆς, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Νικόλαο καί τήν Πολυτίμη Μπεθάνη. Τό 1941 ἐντάχθηκε στήν ἀδελφότητα τῆς Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, ὑπό τόν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης ἅγ. Ματθαῖο τόν Νέο Ὁμολογητή (+ 1950). Τό 1949, μετά ἀπό 8ετῆ πνευματική δοκιμασία καί ἄσκηση, χειροτονήθηκε Διάκονος καί Πρεσβύτερος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Πατρῶν Ἀνδρέα, μετά ἀπό ἐντολή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἁγ. Ματθαίου. Ἔκτοτε καί γιά διάστημα 33 ἐτῶν ὑπηρέτησε στόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου μέ συνέπεια καί αὐταπάρνηση. Τήν τελευταῖα 15ετία ἦταν μόνιμος ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. Εὐαγγ. Ματθαίου Μάνδρας Ἀττικῆς.
Ἁπλός καί ἄκακος, τιμήθηκε γιά τίς ὑπηρεσίες του πρός τήν Ἐκκλησία μέ τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου καί εἶχε ὁριστεῖ ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα (πνευματικό προϊστάμενο τῶν Μονῶν Παναγίας καί Μεταμ. Σωτῆρος), πνευματικός τῆς ἀδελφότητος (περί τῶν 300 μοναζουσῶν) τῆς Μονῆς Παναγίας.
Ἀπεβίωσε τήν 8η Μαϊου 1982, «ὅλως αἰφνιδίως», στό Θεραπευτήριο Εὐαγγελισμός τῶν Ἀθηνῶν, μετά ἀπό ὀλιγόωρη νοσηλεία συνεπείᾳ καρδιακοῦ ἐπεισοδίου. Τό πρωΐ τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ἑορτῆς τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, λειτούργησε γιά τελευταῖα φορά στό Ναό τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου καί ἐπειδή αἰσθάνθηκε ἀδιαθεσία μεταφέρθηκε στό Θεραπευτήριο "Εὐαγγελισμός", ὅπου καί κατέλειξε εἰρηνικά.
Ἡ κηδεία του ἔγινε τήν ἑπομένη (Σάββατο 9. 5. 1982), στή μονή τῆς μετανοίας του (Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ), χοροστατοῦντος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἀνδρέου, συμπαραστατουμένου ὑπό τῶν Ἀρχιερέων Ἀττικῆς Ματθαίου καί Βρεσθένης Λαζάρου καί 11 Ἱερέων καί Διακόνων. Τόν ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Μακαριώτατος, ὁ ὁποῖος μεταξύ ἄλλων εἶπε:
«Ὁ π. Ἰωαννίκιος δέν ἐγνώριζε τήν λέξιν «ὄχι», ἦταν πάντα πρότυπον ὑπακοῆς καί αὐταπαρνήσεως καί εὑρίσκετο πάντοτε ἐν κινήσει ἐξυπηρετῶν τό ποίμνιον τῆς Ἐκκλησίας, ἀσχέτως δυσκολιῶν, πειρασμῶν, ἀκόμη καί αὐτῆς τῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας του».
Ἐνταφιάστηκε στό Κοιμητήριο τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως.

Τοῦ ἀοιδήμου Ἀρχιμανδρίτου ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Ἀρχιμανδρίτης - Καθηγούμενος ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (+1982)

Κατά κόσμον Ἀναστάσιος Χρονόπουλος, γεννήθηκε τό 1895 στό χωριό Μαθιᾶ Μεσσηνίας, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Κων/νο καί τήν Εὐγενία. Τό 1918, μετά τήν ἀποστράτευσή του, σέ ἡλικία 23 ἐτῶν, γνωρίστηκε μέ τόν φημισμένο λαϊκό ἀσκητή τῆς Καλαμάτας Ἠλία Παναγουλάκη καί ἐντάχθηκε στήν ἀδελφότητα πού δημιουργήθηκε γύρω του, στή Σκήτη τῆς Εὐαγγελιστρίας πού μέχρι σήμερα φέρει τό ὄνομά του.
Τό 1935 μαζί μέ ὅλη τήν ἀδελφότητα τῆς μονῆς (ὑπό τόν Καθηγούμενο Γεράσιμο Πουλουπάτη), καθώς καί τίς ἀδελφότητες τῶν Μονῶν Τιμίου Προδρόμου Κορώνης (ὑπό τόν Καθηγούμενο Θεόδουλο Ἀναγνωστόπουλο) καί Εἰσοδείων Θεοτόκου Καλαμῶν, προσχώρησε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.
Τόν Αὔγουστο τοῦ 1936 δέχθηκε τό Μοναχικό Σχῆμα, τήν 23η Νοεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους χειροτονήθηκε Διάκονος καί τήν 25η Πρεσβύτερος, ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Κυκλάδων Γερμανό Βαρυκόπουλο. Τό 1943, μετά τήν ἔκπτωση τοῦ ἐπ. Γερμανοῦ, ὑπήχθηκε στή δικαιοδοσία τοῦ Νέου Ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας ἁγ. Ματθαίου Ἐπισκόπου Βρεσθένης.
Τήν 7η Ἀπριλίου 1951, κατά τόν μεγάλο διωγμό τοῦ καινοτόμου Μητροπ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Δασκαλάκη, συνελήφθη, ἀποσχηματίστηκε, ξυρίστηκε καί ἐξορίστηκε στό χωριό του! Καί ἀπό τόν τόπο τῆς ἐξορίας του ὅμως συνέχισε νά ἐξυπηρετεῖ κρυφά τούς πιστούς. Στή μονή τῆς μετανοίας του ἐπέστρεψε τό 1954. Τό 1956, μετά τόν θάνατο τοῦ Ἡγουμένου της, Μητροπ. Χρυσοστόμου Πουλουπάτη, ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος καί χειροθετήθηκε ἀπό τόν Μητροπ. Πατρῶν Ἀνδρέα.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 30η Ἰουλίου 1982, σέ ἡλικία 87 ἐτῶν, συνεπείᾳ ἐγκεφαλικοῦ ἐπεισοδίου, μετά ἀπό 46 χρόνια Ἱερατικῆς διακονίας. Τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας του προέστη ὁ Σεβ. Μητροπ. Μεσσηνίας Γρηγόριος, βοηθούμενος ἀπό τόν Ἱερομ. Παϊσιο Μάραντο. Τό ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Λυκειάρχης Σταῦρος Σμιγαδερός.

Τοῦ ἀοιδήμου Καθηγουμένου ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Μητροπολίτης Κρήτης ΕΥΜΕΝΙΟΣ (+ 1981)

Κατά κόσμον Ἐμμανουήλ Σηφάκης, γεννήθηκε τό 1909 στήν Ἁγία Βαρβάρα Ἡρακλείου Κρήτης, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Γεώργιο καί τήν Χρυσούλα. Μετά τίς ἐγκύκλιες καί γυμνασιακές σπουδές ἀσχολήθηκε στήν ἰδιαιτέρα του πατρίδα μέ τό ἐπάγγελμα τοῦ ὑποδηματοποιοῦ.
Ἀπό τήν νεανική του ἡλικία ἦταν ζηλωτής τῶν πατρών παραδόσεων καί γι’ αὐτό μαζί μέ τήν οἰκπογένειά του δέν δέχθηκεν τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου, ἀλλά ἔμειναν πιστοί στήν Γνησία Ὀρθοδοξία.
Τό 1946 ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο, ἐντασσόμενος στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, ὑπό τόν συμπατριώτη του ἅγ. Ματθαῖο Ἐπίσκοπο Βρεσθένης (+ 1950). Τήν 20. 10. 1946 χειροτονήθηκε Διάκονος καί στή συνέχεια Πρεσβύτερος ἀπό τόν Γέροντά του ἐπ. Ματθαῖο. Τό 1949 ἐστάλη στήν Κρήτη, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν ἐκεῖ ἀγωνιζομένων Γνησίων Ὀρθοδόξων.
Ἦταν ὁ πρῶτος Κρητικῆς καταγωγῆς κληρικός πού χειροτονήθηκε μετά τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου (1924). Μέχρι καί τῆς μακαρίας κοιμήσεώς του ὑπῆρξε ὁ ἱεραπόστολος, ὁ Ἱερεύς, ὁ Διάκονος, ὁ πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Ἀποστολική Ἐκκλησία τῆς Μεγαλονήσου, ὅπου διακρίθηκε γιά τόν ζῆλο καί τήν προθυμία.
Γιά τόν ζῆλο του ὑπέρ τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας καί τήν προθυμία του στήν ἐξυπηρέτηση τῶν διωκομένων πιστῶν διώχθηκε μέ πολλή μανία ἀπό τούς καινοτόμους Ἀρχιερεῖς καί ἰδίως τόν Μητροπολίτη Κρήτης Εὐγένιο Ψαλιδάκη, ἀπό τό 1949 πού διορίσθηκε ἐφημέριος στήν Κρήτη, μέχρι καί τήν δεκαετία τοῦ ’60, ὁπότε ἀναγκάστηκε νά αὐτοεξοριστεῖ στήν ἡπειρωτική Ἑλλάδα. Μεταξύ ἄλλων:
Στή γενέτειρά του Ἁγία Βαρβάρα ἔκτισε μέ πολλούς κόπους τόν Ἱ. Ν. τῶν Ἁγίων Πάντων, τόν ὁποῖο ὅμως κατέλαβε μέ τήν βία ὁ Μητροπ. Εὐγένιος καί τόν ἐγκαινίασε μέ τήν προστασία τῶν… πολυβόλων τῆς Χωροφυλακῆς!
Σύρθηκε στά Δικαστήρια 11 φορές, μέ τήν κατηγορία τῆς «ἀντιποιήσεως ἀρχῆς»!
Φυλακίσθηκε καί ἔμεινε 8 χρόνια περιορισμένος σωματικά στήν κατοικία του!
Τήν Μεγάλη Παρασκευή τοῦ 1956, τόν συνέλαβαν στόν Ἱ. Ν. Ἁγίων Ἀναργύρων Ρεθύμνου, μέ ἐντολή τοῦ καινοτόμου Ἐπισκόπου Ἀθανασίου, μαζί μέ τό «τεκμήριο» τοῦ «ἐγκλήματός» του, τόν Ἐπιτάφιο!!! Τελικά, τόν μέν π. Εὐμένιο ἔκλεισαν στό κρατητήριο, τόν δέ Ἐπιτάφιο φύλαξαν στό Ἀστυνομικό Τμῆμα καί τελικά τόν κατέστρεψαν!!! (ὅπως καταθέτει μεταξύ ἄλλων μαρτύρων καί ἡ κ. Εὐαγγελία Τσανιδάκη ἀπό τόν Κάτω Πόρο Ρεθύμνης).
Ὁ π. Εὐμένιος ἱερουργοῦσε κυρίως στό προσκύνημα τῆς Παναγίας τῆς Ἁλμυρῆς, ἀρκετές φορές ὅμως καί σέ διάφορα ἐξωκκλήσια, γιά τήν καλύτερη ἐξυπηρέτηση τῶν Ὀρθοδόξων. Κάποτε στήν περιοχή τοῦ Ρεθύμνου, μέ τόν Ἱ. Ναό τῶν ἁγ. Ἀναργύρων σφραγισμένο, ἡγήθηκε μιᾶς κοπιαστικῆς πορείας 300 περίπου πιστῶν (μεταξύ αὐτῶν γερόντων, γυναικῶν καί παιδιῶν), πρός τήν κορυφή τοῦ Ψηλορείτη (ὑψόμετρο 2. 456 μ.), ὅπου ἀρχαῖο ἐκκλησίδιο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γιά νά λειτουργήσει ἐκεῖ. Ἐνῶ ὁ Ὄρθρος εἶχε ἀρχίσει, κατέφθασαν κληρικοί ἀπό τήν Μονή Ἀρκαδίου καί τοῦ ζήτησαν νά γύγει, διότι «τέτοιες ἐντολές εἶχαν ἀπό τόν Δεσπότη» (τόν Ρεθύμνης Ν.Ε. Ἀθανάσιο). Ὁ π. Εὐμένιος μέ δάκρυα τούς ζήτησε νά τόν ἀφήσουν νά λειτουργήσει γιά νά κοινωνήσουν οἱ Χριστιανοί καί μετά νά τούς ἀκολουθήσει στό Ρέθυμνο γιά νά συλληφθεῖ, ἀλλά ἐκεῖνοι ἐπέμεναν νά φύγει. Ταλαιπωρημένος ὁ ἡρωϊκός Ἱερομόναχος ξεκίνησε μέ τούς πιστούς γιά τήν Ἁλμυρή, ὅμως στό χωριό Κουροῦτες ἔπεσε ἀπό τήν κούραση καί κάποιοι χωρικοί φιλοτιμήθηκαν καί ἐξοικονόμησαν ἕνα ζῶο. Οἱ πιστοί, τελικά, κοινώνησαν στό προσκύνημα τῆς Ἁλμυρῆς, νηστικοί καί ταλαιπωρημένοι μετά ἀπό πορεία ἑνός ἡμερονυκτίου!
Ὅταν ἦταν δυνατόν νά τελεσθεῖ κάπου Θεία Λειτουργία, οἱ πιστοί ἀξιοποιοῦσαν τήν εὐκαιρία γιά νά τελέσουν Μυστήρια Γάμου καί Βαπτίσεως. Κάποτε στήν Ἁλμυρή, κατά τήν διάρκεια μιᾶς ὁλονυκτίας ἔγιναν οἱ βαπτίσεις 26 παιδιῶν! Ἄλλοτε, στήν περιοχή τῶν Ἁγίων Δέκα, σέ πρωϊνή Λειτουργία, οἱ ἄρτοι «διαβάστηκαν ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία, διότι οἱ Χριστιανοί εἶχαν φέρει… 1. 500 ἀρτοκλασίες»!
Ἀκόμη καί μετά τό τέλος τῶν διωγμῶν, ὁ μακαριστός Ἱεράρχης λειτουργοῦσε κρυφά, «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων», σέ ἀπομακρυσμένα ἐξωκκλήσια. Λ.χ. στήν περιοχή τῶν Χανίων χρησιμοποιοῦσε τό ἰδιωτικό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Γεωργίου στά Περιβόλια.
Στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’60 ὑποχρεώθηκε ἀπό τούς διωγμούς νά ἔρθει στήν ὑπειρωτική Ἑλλάδα. Ἀπό τότε καί μέχρι τῆς ἐκλογῆς του σέ Ἐπίσκοπο (1973), ὑπηρέτησε σάν ἐφημέριος τοῦ Ἱ.Ν. ἁγ. Κων/νου καί Ἑλένης Καπαρελίου Θηβῶν.
Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἶχε γίνει κατ’ ἐπανάληψιν δέκτης τῆς ἐπιθυμίας – ψήφου τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος τῆς Κρήτης, διά τήν ἀνάδειξιν τοῦ Ἱερομονάχου Εὐμενίου σέ Ἐπίσκοπον. Ἡ πάγκοινη αὐτή ἐπιθυμία ὑλοποιήθηκε τό ἔτος 1973, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἡ χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κρήτης ἔγινε τήν 4ην Φεβρουαρίου 1973, στήν μονήν τῆς μετανοίας του καί στό Παρεκκλήσιον τῶν Ὁσίων 99 Πατέρων Κρήτης, ἀπό τόν Μακ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἀνδρέα.
Ὡς Ἐπίσκοπος ὁ Σεβ. Εὐμένιος, παρά τήν κακή του ὑγείαν καί τήν ἡλικίαν του, ἐργάσθηκε μέ αὐταπάρνηση, ἀξιοποιῶντας τήν σχετική ἐλευθερία τήν ὁποία ἀπελάμβαναν οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι τῆς Κρήτης, μετά τόν θάνατο τοῦ διώκτου τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας νεοημ. Ἀρχιεπισκόπου Εὐγενίου Ψαλιδάκη. Μέ πολλές θυσίες ἀνήγειρε τόν Ἱ. Ν. Ἁγίας Τριάδος Ἡρακλείου, τόν ὁποῖο ἐγκαινίασε τό 1980, συμπαραστατούμενος ἀπό τόν Μακ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα καί τόν Σεβ. Κοζάνης Τίτο. (Ὁ ναός αὐτός ἦταν ὁ πρῶτος Ὀρθόδοξος ναός πού ἐγκαινιάσθηκε στήν Κρήτην μετά τό Νεοημερολογιτικόν Σχίσμα τοῦ 1924. Ἀκόμη, ἐκείνη ἡ λαμπρή τελετή τῶν ἐγκαινίων, μέ τήν συμμετοχή τριῶν Ἀρχιερέων καί πεντάδος κληρικῶν, ἦταν ἡ πρώτη μεγάλη δημόσια ἐκκλησιαστική ἐκδήλωση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γ.Ο.Χ. Κρήτης, κατά τήν περίοδο τῶν 56 – τότε - ἐτῶν τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ).
Εὐτύχησε ἀκόμη νά ἴδει κληρικό τό πνευματικό του τέκνο Κων. Σελληνιωτάκη (Ἱερομόναχο Καλλίνικο, ὁ ὁποῖος τόν στήριξε στό γῆρας καί τήν ἀσθένειά του) καί τήν ἀνέγερση καί λειτουργία καί ἄλλων ναῶν (Τριῶν Ἱεραρχῶν - ἁγ. Νεκταρίου Μεγάλης Βρύσης, Ἁγίων Πάντων Ἄνω Ζαροῦ, ἁγ. Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου Κάτω Ζαροῦ, κ.ἄ.).
Κοιμήθηκε τήν 2α Δεκεμβρίου 1981, μετά ἀπό πολύμηνη ἀσθένεια – τήν ὁποία ὑπέμεινε μέ μεγάλη ὑπομονή καί καρτερία – καί κηδεύθηκε στή γενέτειράν του Ἁγία Βαρβάρα Ἡρακλείου, προεξάρχοντος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου (ὁ ὁποῖος καί ἐξεφώνησε τόν ἐπικήδειο λόγο), συμπαραστατουμένου ἀπό τούς Σεβ. Ἀρχιερεῖς Ἀττικῆς Ματθαίου καί Πειραιῶς Νικολάου καί πεντάδος κληρικῶν. Ἐπικηδείους λόγους ἐκφώνησαν ὁ Μακαριώτατος καί ὁ Σεβ. Πειραιῶς.















Ἀριστερά: Ἀπό τό Ἱερατικό Συνέδριο τοῦ ἔτους 1980 στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας. Ὁ Σεβ. Κρήτης κ. Εὐμένιος διακρίνεται τρίτος ἀπό δεξιά. Ἀριστερά: Ἀπό τήν χειροτονία τοῦ Σεβ. Κοζάνης κ. Τίτου (1973, Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας). Ἀπό ἀριστερά πρός τά δεξιά διακρίνονται ὁ Σεβ. Βρεσθένης κ. Λάζαρος, ὁ ἀρχιμ. Κάλλιστος Κατσούλης, ὁ Σεβ. Ἀττικῆς κ. Ματθαῖος, ὁ Σεβ. Κοζάνης κ. Τίτος, ὁ Σεβ. Κρήτης κ. Εὐμένιος καί ὁ Μακ. Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἀνδρέας.

Τοῦ ἀοιδήμου Μητροπολίτου ΕΥΜΕΝΙΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη

Μητροπολίτης Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος ΜΕΛΕΤΙΟΣ (+ 1966)

Κατά κόσμον Κωνσταντῖνος Κωστάκης, γεννήθηκε τό 1914 στά Μεσκλᾶ Χανίων, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Δημήτριο καί τήν Εὐγενία. Τά ἐγκύκλια γράμματα παρακολούθησε στή γενέτειρά του. Τό 1941, κατά τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σέ ἡλικία 27 ἐτῶν, ἐγκατέλειψε τήν οἰκογένειά του καί ἀσπάστηκε τόν μοναχικό βίο. Ἀφιερώθηκε στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, ὑπό τόν συμπατριώτη του Ἐπίσκοπο Βρεσθένης ἅγ. Ματθαῖο Α’ (+ 1950).
Ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, διαγνώσας τά προσόντα καί τίς ἀρετές τοῦ Κωνσταντίνου, τόν προώθησε συντομώτατα σέ ὅλες τίς βαθμίδες τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς Ἱερωσύνης. Ἔτσι τήν 5. 5. 1941 χειροθετήθηκε Ρασοφόρος μέ τό ὄνομα Μελέτιος, τήν 3. 11. 1941 χειροτονήθηκε Διάκονος, τήν 20. 11. 1941 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καί τήν 15. 11. 1944 χειροθετήθηκε Μεγαλόσχημος Μοναχός.
Ὑπηρέτησε σέ πολλές ἐνορίες τῆς Ἐκκλησίας σ’ ὅλη τήν Ἑλλάδα. Τό 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ψηφίστηκε Ἐπίσκοπος γιά τήν Ἱερά Μητρόπολη Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος. Χειροτονήθηκε τήν 17. 6. 1952 ἀπό τόν τότε Πρόεδρο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Μητροπ. Θεσσαλονίκης Δημήτριο καί τούς Ἀρχιερεῖς Πατρῶν Ἀνδρέα, Τρίκκης Βησσαρίωνα καί Θηβῶν Ἰωάννη.
Ποίμανε τήν ἐπαρχία του μέ ἕδρα τόν ἱστορικό ναό τοῦ ἁγ. Εὐαγγ. Ματθαίου Μάνδρας. Ὅμως ἡ ὑγεία του λόγῳ τῶν κόπων καί τῶν μόχθων εἶχε καμφθεῖ καί ἔτσι κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 4η Ἀπριλίου 1966, σέ ἡλικία μόλις 52 ἐτῶν, μετά ἀπό νοσηλεία σέ κλινική τοῦ Πειραιῶς. Ἡ κηδεία του τελέστηκε τήν 6. 4. 1966 στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, προεξάρχοντος τοῦ Μητροπ. Πατρῶν Ἀνδρέου, συμπαραστατουμένου ὑπό τῶν Σεβ. Ἀρχιερέων Θεσσαλονίκης Δημητρίου, Κορινθίας Καλλίστου καί Τρίκκης Βησσαρίωνος καί 27 Ἱερέων καί Διακόνων. Τόν ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Πρωτοσύγκελλος Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος. Ἐνταφιάστηκε στό Κοιμητήριο τῶν Ἀρχιερέων, παρά τό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μοδέστου.




Ἀριστερά: Ἀπό τόν Ἑσπερινό τῆς Ἀγάπης τοῦ ἔτους 1960 στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας. Διακρίνονται ἀπό ἀριστερά πρός τά δεξιά οἱ Σεβ. Ἀρχιερεῖς Πατρῶν Ἀνδρέας, Τρίκκης καί Σταγῶν Βησσαρίων, Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἰωάννης καί Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Μελέτιος. Δεξιά: Ἀπό τήν κηδεία τοῦ μακαριστοῦ ἐπ. Μελετίου (1966). Διακρίνονται ἀπό ἀριστερά πρός τά δεξιά οἱ ἀρχιμ. Πέτρος Παπαϊωάννου, ἀρχιμ. Ἰωνᾶς Μιχαηλίδης, Καθηγούμενος Λάζαρος Ἀθανασίου (ἔπειτα Ἐπίσκοπος Βρεσθένης), ἀρχιμ. Χρυσόστομος καί καί Ἱερομ. Ταράσιος Καραγκούνης (ἔπειτα Μητροπ. Βεροίας).
Τοῦ ἀοιδήμου Μητροπολίτου ΜΕΛΕΤΙΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ (+ 1977)

Κατά κόσμον Ἰωάννης Μπαλτσάκης, γεννήθηκε τό 1913 στή Φτέρη Σπερχειάδος, στήν εὐλαβέστατη οἰκογένεια τοῦ Εὐαγγέλου καί τῆς Σταυρούλας Μπαλτσάκη.
Μετά τά ἐγκύκλια γράμματα ἀσπάσθηκε σέ ἡλικία 26 ἐτῶν, ἐντασσόμενος στήν ὑπό τόν ἅγ. Ματθαῖο Α’ Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ. Ἡ ἀπόφασή του αὐτή ἔγινε παράδειγμα πρός μίμηση στήν οἰκογένειά του. Οἱ γονεῖς καί τά ἀδέλφια του ἀκούοντες τόν λόγο τοῦ Κυρίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι», ἀσπάσθηκαν καί αὐτοί τόν μοναχικό βίο. Οἱ μέν ἄνδρες μόνασαν στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ (ὁ πατέρας Εὐάγγελος ὡς μοναχός Εὐθύμιος καί οἱ γιοί του Βασίλειος ὡς μοναχός Ἰσαάκιος, Χαράλαμπος ὡς μοναχός Ἰωάννης – ἔπειτα Μητροπ. Θηβῶν καί Λεβαδείας, Δημήτριος ὡς μοναχός Φίλιππος Ἁγιορείτης καί Ἀθανάσιος ὡς Ἀβράμιος - ἔπειτα Ἱερομόναχος) καί ἡ μητέρα Εὐαγγελία στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας ὡς μοναχή Σοφία.
Στή μονή ἐπέδειξε ζῆλο καί προθυμία στά μοναχικά καθήκοντα. Ἔτσι τήν 24. 12. 1939 χειροθετήθηκε Ρασοφόρος, τήν 15. 2. 1941 χειροτονήθηκε Διάκονος καί τήν 5. 5. 1941 Πρεσβύτερος ἀπό τόν Γέροντά του Ἐπίσκοπο Ματθαῖο. Κατά τήν μεγαλοσχημία του ὀνομάσθηκε Βασίλειος.
Ὡς Ἱερεύς ἐργάστηκε ἀκάματα σέ πολλές ἐνορίες καί φορές φυλακίστηκε καί ἀποσχηματίστηκε γιά τήν γνησιότητα τῆς Πίστεως. Τό 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ψηφίσθηκε καί χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Τρίκκης καί Σταγῶν (στή φωτογραφία μέ τόν αὐτάδελφό του μακαριστό Ἐπίσκοπο Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἰωάννη, διακρινόμενο ἀριστερά). Ποίμανε τήν ἐπαρχία του μέ ἕδρα τόν ἱστορικό ναό τῆς ἁγ. Σοφίας Τρικάλων. Γιά τήν διαμονή του ἵδρυσε δύο ἡσυχαστήρια, ἕνα στό Αἰγάλεω Ἀθηνῶν (πρός τιμήν τῆς Παναγίας Γοργοϋπηκόου) καί ἕνα ἄλλο στήν Πηγή Τρικάλων (πρός τιμήν τῆς Καταθέσεως τῆς Τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου), στά ὁποῖα ἐγκατέστησε μικρή γυναικεία συνοδεία.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1977, σέ ἡλικία μόλις 64 ἐτῶν, καμφείς ἀπό τίς πολλές σωματικές ἀσθένειες πού τόν ταλαιπωροῦσαν, νοσηλευόμενος στό Θεαρευτήριο «Εὐαγγελισμός». Ἡ κηδεία του ἐψάλη στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, προεξάρχοντος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, συμπαραστατουμένου ὑπό τόν Σεβ. Ἀρχιερέων Ἀττικῆς Ματθαίου, Πειραιῶς Νικολάου, Βρεσθένης Λαζάρου, Ἀργολίδος Παχωμίου, Φθιώτιδος Θεοδοσίου καί Κοζάνης Τίτου καί ἀπό 20 Ἱερεῖς καί Διακόνους. Ἐνταφιάστηκε στό κοιμητήριο τῶν Ἀρχιερέων, στό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μοδέστου.




Ἀριστερά: 1975, Ἱ. Ν. Εὐαγγελιστρίας Λαρίσης. Ἀπό ἀριστερά πρός τά δεξιά διακρίνονται: Ὁ Ἱερομ. Παῦλος Καραγκούνης, ὁ Μακ. Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἀνδρέας, ὁ Σεβ. Τρίκκης κ. Βησσαρίων καί ὁ Ἱερομ. Θωμᾶς Γκαραγκούνης. Δεξιά: Ἑσπερινός τῆς Ἀγάπης τοῦ ἔτους 1962 στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας. ἀπό ἀριστερά πρός τά δεξιά διακρίνονται οἱ Σεβ. Ἀρχιερεῖς Πατρῶν κ. Ἀνδρέας, Τρίκκης κ. Βησσαρίων, Θηβῶν κ. Ἰωάννης καί Ἀττικῆς κ. Μελέτιος.
Τοῦ ἀοιδήμου Μητροπολίτου ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΟΣ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη