Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Γερόντισσα ΘΕΟΔΟΥΛΗ (+ 1977)
Καθηγουμένη Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Κορώνης

Κατά κόσμον Εἰρήνη Ἀρβανίτη, γεννήθηκε στήν Κορώνη Μεσσηνίας τό 1897. Τό ἔτος 1919, σέ ἡλικία 19 ἐτῶν, συνδέθηκε πνευματικά μέ τόν μαθητή τοῦ νεοασκητοῦ τῶν Καλαμῶν Ἠλία Παναγουλάκη (+ 1918), Γεώργιο Ἀναγνωστόπουλο, ἐπίσης ἀπό τήν Κορώνη, ὁ ὁποῖος μέ εὐλογία τοῦ Γέροντά του εἶχε μετατρέψει τό πατρικό του σπίτι μέσα στό κάστρο τῆς Κορώνης σέ τόπο κηρύγματος μετανοίας, ἱδρύοντας ἔτσι τήν Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου. Ὑπῆρξε ἡ πρώτη μοναχή τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Τό πρῶτο της κελλί ἦταν οὐσιαστικά μία τρύπα δίπλα στό «σχολεῖο» τοῦ Γέροντά της (τόν χῶρο κηρύγματος δηλαδή) καί τό «κρεββάτι» της ἀντί γιά στρῶμα εἶχε πέτρες!!!
Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου κοντά στήν δόκιμη Εἰρήνη συγκεντρώθηκαν καί ἄλλες φιλομόναχες ψυχές καί ἔτσι δημιουργήθηκε ἀδελφότητα 30 περίπου εὐλαβῶν ψυχῶν. Μέχρι τό 1925 ἡ Μονή ἀντιμετώπισε πολλές δυσκολίες ἀπό ζηλόφθονους Ἱερεῖς καί παράγοντες τῆς Κορώνης. Οἱ δυσκολίες σταμάτησαν μέ τήν κουρά τοῦ Γ. Ἀναγνωστοπούλου σέ μοναχό μέ τό ὄνομα Θεόκλητος (19250 καί τά ἐγκαίνεια τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς (1928), ἀπό τόν Μητροπ. Μεσσηνίας Μελέτιο Σακελλαρόπουλο. Τότε ἡ δόκιμη Εἰρήνη ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Θεοδούλη καί ἀνέλαβε τήν ἡγουμενεία τῆς Μονῆς.
Τό 1934, μετά ἀπό προβληματισμό πάνω στό θέμα τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος τοῦ γ. Θεοκλήτου καί τῆς ἀδελφότητος τῆς Μονῆς, μαζί μέ τήν ὑπό τήν ἀδελφότητα τῆς Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστρίας – Σκήτης Παναγουλάκη Καλαμῶν, ἀποκήρυξε τήν καινοτόμο Νεοημ. Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί προσχώρησε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία , ὑπό τόν Ἁγιορείτη ἀρχιμ. Ματθαῖο Καρπαθάκη (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν), ἀπό τόν ὁποῖο ὁ μ. Θεόκλητος δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη μέ τό ὄνομα Θεόδουλος. Ἡ ἐνέργεια αὐτή εἶχε σάν συνέπεια τόν διωγμό τῆς Μονῆς, ἰδίως κατά τήν περίοδο 1951 – 1961, ἐπί ἀρχιερατείας τοῦ νεοημ. Μητροπ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Δασκαλάκη.
Τήν 25η Μαΐου 1951, Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως, καί ἐνῶ ἡ ἀδελφότητα ἦταν στήν τράπεζα, δεκάδες στρατιώτες καί χωροφύλακες κατέλαβαν τήν μονή, συνέλαβαν τήν Γερόντισσα Θεοδούλη καί 30 περίπου μοναχές, τίς ἐπιβίβασαν σέ φορτηγό καί τίς μετέφεραν στό Α’ Τμῆμα Μεταγωγῶν Καλαμάτας. Τήν σύλληψη τήν ἡμέρα ἐκείνη διέφυγαν μόνον ὁ ἀρχιμ. Θεόδουλος, ὁ μ. Κυπριανός καί δύο ἀσθενεῖς μοναχές.
Στόν τόπο τῆς παράνομης κράτησής τους οἱ μοναχές πιέστηκαν ἀπό ἀξιωματικούς τῆς Χωροφυλακῆς, κληρικούς τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας καί τοπικούς παράγοντες ἀποκηρύξουν τήν Γνησία Ὀρθοδοξία καί νά ὑπαχθοῦν στόν Νεοημερολογιτισμό. Ὅμως, μετά ἀπό κράτηση μιᾶς ἑβδομάδας καί τήν ἐπίμονη ἄρνησή τους, ἐπιτράπηκε στή Γερόντισσα Θεοδούλη καί σέ 4 Ρασοφόρες Μοναχές νά ἐπιστρέψουν στό μοναστήρι τους. Οἱ ὑπόλοιπες δόκιμες (περίπου 20), ἀποσχηματίστηκαν βίαια καί διατάχθηκαν νά ἐπιστρέψουν στίς οἰκογένειές τους, μετά τήν ἀπελευθέρωσή τους ὅμως ἐπέστρεψαν κι αὐτές στή μετάνοιά τους.
Ἔκτοτε ἡ Γερόντισσα Θεοδούλη καί ἡ ἀδελφότητα τοῦ Τιμίου Προδρόμου συνέχισαν χωρίς προβλήματα τήν ἀγωνιστική τους πορεία.
Ἡ Γερόντισσα Θεοδούλη κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1977, πλήρης ἡμερῶν καί ἔργων ἀρετῆς. Ἐνταφιάστηκε στή μετάνοιά της τήν 3.2.1977, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας Γρηγορίου.

Τῆς ἀοιδήμου Γεροντίσσης ΘΕΟΔΟΥΛΗΣ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Γερόντισσα ΕΥΦΗΜΙΑ (+ 1978)
Καθηγουμένη Ἱερᾶς Μονῆς Εἰσ. Θεοτόκου Καλαμῶν

Γεννήθηκε στίς Μαντίνιες Λακωνίας τό 1885, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Γεώργιο καί τήν Καλλιόπη Λυμπερέα. Σέ νεανική ἡλικία νυμφεύθηκε τόν Συνταγματάρχη Διονύσιο Μοιρέα, μετά τόν θάνατο τοῦ ὁποίου (τό 1918), ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο. Ὑπῆρξε πνευματικό ἀνάστημα τοῦ μαθητοῦ τοῦ νεοασκητοῦ τῆς Καλαμάτας Ἠλία Παναγουλάκη (+ 1918) Γεωργίου Πουλουπάτη (ἔπειτα Ἱερομ. Γερασίμου καί Ἐπισκόπου Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, + 1956).
Τό 1919 ἵδρυσε τήν Ἱερά Μονή Εἰσοδείων Θεοτόκου Καλαμάτας (στή θέση Γιαννιτσάνικα), μαζί μέ τίς δόκιμες Καλλιρόη Χανδρινοῦ καί Ἀθηνᾶ Κυριακοπούλου. Γενικά ἡ Μονή της ἀκολούθησε τήν ἱστορική πορεία τῆς Μονῆς Εὐαγγελιστρίας – Σκήτης Παναγουλάκη Καλαμῶν, τῆς ὁποίας ὁ Γέροντας της Ἱερομ. Γεράσιμος ἦταν Ἡγούμενος ἀπό τό 1920.
Τό 1934 προσχώρησε στή Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὑπό τόν Ἁγιορείτη ἀρχιμ. Ματθαῖο Καρπαθάκη (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν), μαζί μέ τίς Μονές Εὐαγγελιστρίας Καλαμάτας καί Τιμίου Προδρόμου Κορώνης. Αὐτό εἶχε σάν συνέπεια τόν διωγμό τῆς μονῆς ἀπό τήν νεοημ. Μητρόπολη, κυρίως κατά τήν περίοδο 1951 – 1961, ἐπί ἀρχιερατείας Χρυσοστόμου Δασκαλάκη.
Ἡ μακαριστή γ. Εὐφημία μόλις γνώρισε τόν Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο γοητευμένη ἀπό τήν πνευματική του προσωπικότητα καί τήν ἁγιότητα του βίου του, ἔγινε πνευματικό του τέκνο (ὅπως ἄλλωστε καί ὁ Γέροντάς της Ἱερομ. Γεράσιμος) καί χειροθετήθηκε μοναχή ἀπό τόν ἴδιο, στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας. Μάλιστα, ὅταν ἐπρόκειτο νά ἀρχίσει ἡ ἀνέγερση τοῦ Ναοῦ τῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου, ἡ γ. Εὐφημία κάλεσε τόν Ἅγιο Πατέρα στήν Καλαμάτα γιά νά τόν θεμελιώσει καί ἐκεῖνος μή δυνάμενος, εὐλόγησε τόν θεμέλιο λίθο καί τόν ἔστειλε νά κατατεθεῖ κατά τήν θεμελίωση!
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 7.5.1978, ἀφήνοντας τό μοναστήρι της συμπληρωμένο κτηριακά καί μέ 20 ἀδελφές νά ἐπιμελοῦνται ἐκεῖ τήν ψυχική τους σωτηρία. Ἐνταφιάστηκε στή μονή της, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας Γρηγορίου.

Τῆς ἀοιδήμου Γεροντίσσης ΕΥΦΗΜΙΑΣ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Ἱερεύς ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΑΚΚΑΣ (+ 1977)

Γεννήθηκε τό 1912 στό Πήδημα Μεσσηνίας, ὅπου παρακολούθησε τά ἐγκύκλια γράμματα. Ἀργότερα νυμφεύθηκε καί ἔκανε οἰκογένεια. Στίς τάξεις τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου ἐντάχθηκε κατά τήν δεκαετία τοῦ ’40. Ὑπηρέτησε σέ πολλές ἐνορίες σέ ὁλόκληρη τήν Ἑλλάδα καί τελευταῖα στήν Καλαμάτα, μία σχεδόν 30ετία. Ἡ ζωή του ἦταν πολυτάραχη, γεμάτη πιέσεις καί διωγμούς. Ἀπεβίωσε σέ ἡλικία 65 ἐτῶν στό Θεραπευτήριο «Εὐαγγελισμός» τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ἐνοση-λεύετο. Κατέλειπε καλό παράδειγμα οἰκογενειάρχου καί λευΐτου.
Κατά τήν ἐπιθυμία του ἐνταφιάστηκε στή Ἱερά Μονή Εὐαγγελιστρίας – Σκήτη Παναγουλάκη Καλαμῶν. Τῆς κηδείας του προέστη ὁ Σεβ. Μητροπ. Μεσσηνίας Γρηγόριος, συμπαραστατούμενος ἀπό τόν Σεβ. Μητροπ. Ἀργολίδος κ. Παχώμιο, τόν Καθηγούμενο τῆς Σκήτης ἀρχιμ. Χριστόφορο Χρονόπουλο, τούς Ἱερομονάχους Παΐσιο Μάραντο καί Γεννάδιο Παναγιώτου καί τόν Ἱερέα Εὐστάθιο Μάραντο. Ὁ ἐπική-δειος ἐκφωνήθηκε ἀπό τόν Σεβ. Γρηγόριο. Ἐπιμνημόσυνα ἄρθρα δημοσίευσαν ὁ «Κήρυξ Γνησίων Ὀρθοδοξόξων» καί ἡ Ἱερά Μητρόπολις Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας σέ ἰδιαίτερο τεῦχος.

Τοῦ ἀοιδήμου Ἱερέως ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Ἀρχιμανδρίτης ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (+ 1966)

Κατά κόσμον Γεώργιος Ἀναγνωστόπουλος, γεννήθηκε τό 1888 στήν Κορώνη Μεσσηνίας. Μετά τίς ἐγκύκλιες σπουδές μετανάστευσε στίς Η.Π.Α. ἀπ’ ὅπου ἐπέστρεψε τό 1912, γιά νά πολεμήσει ἐθελοντικά στούς Βαλκανικούς Πολέμους, μάλιστα τραυματίστηκε στή Μάχη τοῦ Μπιζανίου γιά τήν ἀπελευθέρωση τῶν Ἰωαννίνων. Ἀμέσως μετά τόν νικηφόρο γιά τήν Ἑλλάδα πόλεμο, γνώρισε στήν Καλαμάτα τόν νέο ἀσκητή Ἠλία Παναγουλάκη (+ 1918) καί ἔγινε μαθητής του.
Τό 1918, ἔτος κοιμήσεως τοῦ Γέροντά του, μέ εὐλογία του, ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του Κορώνη καί ἐγκαταστάθηκε στό πατρικό του σπίτι μέσα στό μεσαιωνικό κάστρο, τό ὁποῖο μετέτρεψε σέ τόπο κηρύγματος μετανοίας. Ταυτόχρονα ἄρχισε νά ἀσκητεύει σέ μία κρύπτη τοῦ φρουρίου, τήν «σπηλιά», ἕνα κελλί λαξευμένο στό τεῖχος τοῦ κάστρου.
Προηγουμένως, τό 1917, εἶχε γνωρίσει στήν Καλαμάτα τόν νεαρό μαθητή Γυμνασίου Παναγιώτη Λαχανᾶ, ὁ ὁποῖος μέ προτροπή του φοίτησε στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί τό 1928 ἔγινε μοναχός κοντά του, ἀσκούμενος σέ ἕνα κελλί τοῦ κάστρου, ἔξω ἀπό τό μοναστήρι. Πρόκειται γιά τόν διακεκριμένο Μοναχό, Θεολόγο Καθηγητή, Συγγραφέα καί Ποιητή Κυπριανό Λαχανᾶ (+ 1979), ὁ ὁποῖος προσέφερε πολλές ὑπηρεσίες στόν Ἀγῶνα τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας.
Τό 1919 ἀπέκτησε τήν πρώτη του μαθήτρια, τήν Εἰρήνη Ἀρβανίτη ἀπό τήν Κορώνη (ἔπειτα Γερόντισσα Θεοδούλη). Ἤδη ὁ χῶρος, ἀπό τόπος κηρύγματος εἶχε ἀρχίσει νά ἐξελίσσεται σέ μοναστικό κέντρο καί ἡ προσέλευση πολλῶν δοκίμων συντέλεσε στήν ἀνέγερση ναοῦ καί κελλιῶν. Ἔτσι ἱδρύθηκε ἡ Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Κορώνης.
Ἕνας τῶν πρώτων χώρων πού διαμορφώθηκαν στή νέα μονή ἦταν τό «Σχολεῖο», ἕνας ἡμιϋπόγειος χῶρος στόν ὁποῖο ὁ μακάριος ἱδρυτής κήρυττε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα σέ περίοπτη θέση εἶχε κρεμάσει τήν «κοκαλιάρα», ἕναν σκελετό πού εἶχε οἰκονομίσει ἀπό ἕναν φίλο του γιατρό καί ὁ ὁποῖος τοῦ χρησίμευε στή «μνήμη θανάτου».
Τό 1925 ὁ Γεώργιος δέχθηκε τό Μοναχικό Σχῆμα ἀπό τόν Μητροπ. Μεσσηνίας Μελέτιο, μέ τό ὄνομα Θεόκλητος.
Τό 1926, κατά τήν διάρκεια προσκυνήματος στό Ἅγιο Ὄρος, γνώρισε τόν μεγάλο ἀσκητή καί πνευματικό Ἱερομ. Ματθαῖο Καρπαθάκη (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Γ.Ο.Χ. Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, + 1950). Ἐνυπωσιασμένος βαθειά ἀπό τήν ἀρετή, τήν πνευματικότητα καί κυρίως τήν νηστεία τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου (καί ὁ ἴδιος ἦταν μεγάλος νηστευτής), συνδέθηκε μαζί του μέ στενούς πνευματικούς δεσμούς καί ἡ σύνδεση αὐτή ἐπηρέασε σημαντικά τήν μετέπειτα ἐξέλιξή του.
Τό 1928 ὁ Μητροπ. Μεσσηνίας Μελέτιος ἐγκαινίασε τόν ναό τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Μητροπολίτης ἀναγνώρισε τήν Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἡ ὁποία μέχρι τότε ἀντιμετώπιζε πολλά προβλήματα ἀπό ζηλόφθονους Ἱερεῖς καί κακοπροαίρετους παράγοντες τῆς περιοχῆς.
Τό 1934, μετά ἀπό προβληματισμό πάνω στό θέμα τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος, μέ ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς ἀδελφότητας τῆς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου (μαζί μέ τήν ὑπό τήν ἀδελφότητα τῆς Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστρίας – Σκήτης Παναγουλάκη Καλαμῶν), ἀποκήρυξε τήν καινοτόμο Νεοημ. Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί προσχώρησε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Τίς ἀπόψεις του γιά τό ἡμερολογιακό ζήτημα ἐξέθεσε καί γραπτά σέ ἱκανό ἀριθμό ἐντύπων καί φυλλαδίων, στά ὁποῖα συνήθως ὑπέγραφε σάν «Θεόκλητος Μοναχός, ἀσκητής ἐκ τῆς Συνοδείας Παναγουλάκη».
Τό 1946, γιά τήν καλύτερη ἐξυπηρέτησε τῆς Μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου καί τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς περιοχῆς, δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη μέ τό ὄνομα Θεόδουλος. Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος τήν 10.7.1946 στήν Ἱ. Μονή Παναγίας Κερατέας, ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο Α’, ὁ ὁποῖος καί τοῦ ἀπένειμε καί τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου.
Ἡ δραστηριότητα τοῦ ἀρχιμ. καί πνευματικοῦ Θεοδούλου ὑπῆρξε ἔκτοτε μεγάλη καί εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν δίωξή του ἀπό τήν νεοημ. Μητρόπολη Μεσσηνίας. Ἰδιαίτερα κατά τήν περίοδο 1951 – 1961, ἐπί ἀρχιερατείας Χρυσοστόμου Δασκαλάκη, ὁ ἀγωνιστής ἀσκητής ὑπέφερε τά πάνδεινα. Οἱ συνεχεῖς ἔφοδοι τῶν ὀργάνων τοῦ Μητροπολίτη πού ἤθελε τήν σύλληψή του, τόν ὑποχρέωναν νά καταφεύγει σέ ὑπόγεια καί ὑγρά μέρη τοῦ κάστρου. Τήν 25η Μαΐου 1951, Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως, καί ἐνῶ ἡ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς ἦταν στήν τράπεζα, δεκάδες στρατιώτες καί χωροφύλακες κατέλαβαν τήν μονή συνέλαβαν τήν Γερόντισσα Θεοδούλη καί 30 περίπου μοναχές, τίς ἐπιβίβασαν σέ φορτηγό καί τίς μετέφεραν στό Α’ Τμῆμα Μεταγωγῶν Καλαμάτας. Τήν σύλληψη τήν ἡμέρα ἐκείνη διέφυγαν μόνον ὁ ἀρχιμ. Θεόδουλος, ὁ μ. Κυπριανός καί δύο ἀσθενεῖς μοναχές.
Στόν τόπο τῆς παράνομης κράτησής τους οἱ μοναχές πιέστηκαν ἀπό ἀξιωματικούς τῆς Χωροφυλακῆς, κληρικούς τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας καί τοπικούς παράγοντες ἀποκηρύξουν τήν Γνησία Ὀρθοδοξία καί νά ὑπαχθοῦν στόν Νεοημερολογιτισμό. Ὅμως, μετά ἀπό κράτηση μιᾶς ἑβδομάδας καί τήν ἐπίμονη ἄρνησή τους, ἐπιτράπηκε στή Γερόντισσα Θεοδούλη καί σέ 4 Ρασοφόρες Μοναχές νά ἐπιστρέψουν στό μοναστήρι τους. Οἱ ὑπόλοιπες δόκιμες (περίπου 20), ἀποσχηματίστηκαν βίαια καί διατάχθηκαν νά ἐπιστρέψουν στίς οἰκογένειές τους, μετά τήν ἀπελευθέρωσή τους ὅμως ἐπέστρεψαν κι αὐτές στή μετάνοιά τους.
Ὁ ἀπεινής διωγμός τοῦ Γέροντος Θεοδούλου, ἀλλά καί ἡ μεγάλη ἄσκηση, ἔκαμψαν τήν ὑγεία του. Ἡ ἐπίγεια ζωή του τελείωσε τήν 20.8.1966 στό Νοσοκομεῖο Καλαμάτας ὅπου νοσηλεύοταν. Ἡ κηδεία του ἔγινε τήν Κυριακή 22.8.1966 στή Μονή Τιμίου Προδρόμου, προεξάρχοντος τοῦ Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας Γρηγορίου, βοηθουμένου ἀπό τούς κληρικούς του. Ἐπικηδείους λόγους ἐκφώνησαν ὁ Σεβ. Γρηγόριος, ὁ Μοναχός Κυπριανός Λαχανᾶς καί ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητας Κορώνης Δημ. Διαμαντάκης. Ἐπιμνημόσυνα ἄρθρα δημοσίευσαν ὁ Πρωτοσύγκελλος – Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος στόν «Κήρυκα Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων» (φ. Σεπτ. 1966) καί ὁ Θεολόγος Σ. Σπέντζουρας στήν ἐφημερίδα τῆς Καλαμάτας «Σημαῖα» (φ. 6.9.1966), ἐνῶ μία καταπληκτική νεκρολογία ἔγραψε μετά τήν κοίμησή του ὁ Μοναχός Κυπριανός Λαχανᾶς (βλ. Ἀντ. Μάρκου, «Ὁδοιπορικόν εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας», 1980, σελ. 77 – 83).
Ὁ μακάριος Γέροντας ὑπῆρξε ἕνα φωτεινό παράδειγμα ἀρετῆς καί ἁγιότητας, ἕνας διαρκής κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου. Κήρυξε γιά περισσότερο ἀπό 50 χρόνια μετάνοια καί ἐπιστροφή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, προσφέροντας τόν ἑαυτό του θυσία στό βωμό τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας. Τό σπήλαιο πού ἔζησε, οἱ διωγμοί πού ὑπέστη, τό γεγονός ὅτι ἡ τροφή του ἦταν μόνο λαχανικά (καί συνήθως μόνο ζωμός λαχανικῶν καί πρόσφορο), ἡ ἀγρυπνία καί ἡ προσευχή του, εἶναι μερικά ἀπό τά στοιχεῖα τῆς ἁγίας βιοτῆς του πού συγκινοῦν.

Τοῦ ἀοιδήμου Καθηγουμένου ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Μοναχός ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΣ (+ 1979)
Θεολόγος – Συγγραφέας – Ποιητής

Μία τῶν μεγαλυτέρων μορφῶν τοῦ Ἀγῶνος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί ἀξιόλογη πνευματική προσωπικότητα, μέ σημαντική προσφορά στήν κοινωνία καί τήν Νεοελληνική Ποίηση.
Κατά κόσμον Παναγιώτης Λαχανᾶς, γεννήθηκε τό 1900 στήν Κορώνη Μεσσηνίας, ὅπου ἔμαθε τά πρῶττα γράμματα. Τήν ἐξέλιξη και μετέπειτα πορεία τῆς ζωῆς του ἐπηρέασε σημαντικά ἡ γνωριμία του τό 1917, ἐνῶ ἦταν μαθητής Γυμνασίου, μέ τόν Γεώργιο Ἀναγνωστόπουλο (ἔπειτα ἀρχιμ. Θεόδουλο, ἱδρυτή τῆς Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Κορώνης), τότε λαϊκό ὑποτακτικό τοῦ νεοασκητοῦ τῆς Καλαμάτας Ἠλία Παναγουλάκη (+ 1918), μέ προτροπή τοῦ ὁποίου φοίτησε στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Τό 1927 διορίστηκε Θεολόγος Καθηγητής στό Γυμνάσιο Κορώνης καί τό 1928 ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο κοντά στόν πνευματικό του φίλο Γεώργιο (ἤδη μοναχό Θεόκλητο). Ἐγκαταβίωσε σέ ἕνα ταπεινό κελλί στό κάστρο τῆς Κορώνης, ἔξω ἀπό τήν γυναικεία Μονή Τιμίου Προδρόμου, τό ὁποῖο γιά 51 χρόνια (μέχρι τήν κοίμησή του τό 1979), ἔγινε μάρτυρας τῶν ἀγώνων του.
Τό 1946 παραιτήθηκε ἀπό τά διδακτικά του καθήκοντα, συνταξιοδοτήθηκε καί παρέμεινε μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του στό κελλί του - ἀσκητήριο τοῦ κάστρου, προσευχόμενος, συγγράφων καί ἀσχολούμενος μέ τήν ποίηση.
Στή Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία προσχώρησε τό 1934, μαζί μέ τόν Γέροντά του μ. Θεόκλητο καί τήν ἀδελφότητα τῆς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου καί τήν ὑπό τόν Ἱερομ. Γεράσιμο Πουλουπάτη (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας Χρυσόστομο) ἀδελφότητα τῆς Ἱ.Μ. Εὐαγγελιστρίας – Σκήτης Παναγουλάκη Καλαμῶν. Ἔκτοτε συνδέθηκε στενά μέ τόν Ἁγιορείτη ἀρχιμ. Ματθαῖο Καρπαθάκη (Ἐπίσκοπο Βρεσθένης ἀπό τό 1935 καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν ἀπό τό 1949), μέ τόν ὁποῖο συνεργάσθηκε ὡς Θεολόγος σέ πολλά θέματα τοῦ Ἀγῶνος τῆς Ἐκκλησίας (ὅπως στίς χειροτονίες Ἐπισκόπων κατά τό 1948). Γιά τήν προάσπιση τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας συνέγραψε πολλά ἄρθρα θεολογικοῦ καί ἀπολογητικοῦ περιεχομένου, τά ὁποῖα ἔχουν δημοσιευθεῖ στόν «Κήρυκα Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων» καί σέ ἰδιαίτερα φυλλάδια. Ὡς Θεολόγος ἔλαβε μέρος σέ πολλές Συνάξεις τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ὅπως ἐκείνη τοῦ 1946, κατά τήν ὁποία ἀποφασίσθηκε ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑπό μόνου τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου). Τό 1966 ἔγινε εὑρύτατα γνωστός μέ τήν δημοσίευση μελέτης του μέ τόν τίτλο, «Ποῖα ἡ διαφορά μεταξύ Παλαιοῦ καί Νέου Ἡμερολογίου».
Γιά τούς ὑπέρ τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας ἀγώνες του (οἱ ὁποῖοι ἦταν γνωστοί ἀνά τό Πανελλήνιο καί ἰδιαίτερα στούς κατοίκους τῆς Μεσσηνίας), διώχθηκε μέ ἰδιαίτερη σφοδρότητα ἀπό τόν νεοημ. Μητροπ. Μεσσηνίας Χρυσόστομο Δασκαλάκη, κατά τόν διωγμό τῆς δεκαετίας 1951 – 1961. Τήν 10.6.1951, μετά ἀπό προδοσία, συνελήφθη καί κρατήθηκε γιά ἕνα μῆνα στό Α’ Τμῆμα Μεταγωγῶν Καλαμάτας, μαζί μέ 16 κακοποιούς τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου! Ἐκεῖ, δέχθηκε πολύ μεγάλη ψυχολογική πίεση νά προσχωρήσει στό Νεοημερολογιτισμό καί ἀρνούμενος νά ὑποκύψει ἀποσχηματίστηκε καί ξυρίστηκε μέ τήν βία, τήν 7.7.1951, μέ διαταγή τοῦ Χρυσ. Δασκαλάκη, ἐνῶ τοῦ ἀπαγορεύτηκε ἡ ἐπιστροφή στό ἀσκητήριό του, διαταγή στήν ὁποία δέν ὑπάκουσε, ἀλλά μέ κίνδυνο νέας συλλήψεως ἐπέστρεψε καί συνέχισε τήν ἄσκηση καί τόν ἀγῶνα του.
Ἀπό τά νεανικά του χρόνια ὁ Μοναχός Κυπριανός εἶχε ἔφεση πρός τήν Λογοτεχνία καί τήν Ποίηση. Σάν ποιητής ἦταν γνωστός μέ τό φιλολογικό ψευδώνυμο «Πέτρος Γλυφός». «Ἡ ποίησίς του - σύμφωνα μέ ἄρθρο τοῦ «Κήρυκος Γνησίων Ὀρθοδόξων» - ἦταν ἁπλῆ καί ἐνεπνέετο ἀπό τήν ἀγάπην πρός τάς φυσικάς καλλονάς τῆς πατρίδος του… Εἰς τό ἔργον του ἀντανακλῶνται, ἀφ’ ἑνός μέν ἡ λεπτότης τῆς ψυχῆς του καί ἡ θρησκευτικότης του καί ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐπίδρασις τήν ὁποίαν ἤσκησεν ἐπ’ αὐτοῦ ὁ Παπαδιαμάντης, τόν ὁποῖον ἠγάπα καί ἐξετίμα ἀπό τά νεανικά του χρόνια».
Τό μέχρι τό 1970 ποιητικό του ἔργο περιλαμβάνεται στό βιβλίο, «Ὀμορφιές καί Μορφές τῆς Κορώνης», τό ὁποῖο σχολίασε ἡ «Ἀρχόντισσα τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων» συγγραφέας καί λογοτέχνης Ἀθηνᾶ Ταρσούλη. Στόν Πρόλογο τοῦ βιβλίου ὁ Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου τῶν ἁπανταχοῦ Κορωναίων «Παναγία ἡ Ἑλεήστρια» Ἠλίας Πολίτης, ἔγραψε:
«Προσφοράν οὐσιαστικῆς ἀξίας καί συμβολήν σημαντικήν διά τήν γνωριμίαν μιᾶς πανάρχαιας πολιτείας ὅπως ἡ ἱστορική πανέμορφη Κορώνη, ἀποτελεῖ τό παρόν ἐκδοθέν βιβλίον, τό περιεχόμενον τοῦ ὁποίου ἀπαρτίζεται ἀπό Κορωνέϊκα ποιήματα τοῦ ὑπό τό φιλολογικόν ὄνομα ἐκ ταπεινοφροσύνης κρυπτομένου (ἄς μοί συγχωρηθεῖ ὑπ’ αὐτοῦ, παρακαλῶ, ἡ ἐπιβεβλημένη ἀποκάλυψις) Ὁσιολογιωτάτου π. Κυπριανοῦ.
Οὗτος δέ δέν εἶναι ἄλλος ἤ ὁ Θεολόγος τέως Καθηγητής Π. Α. Λαχανᾶς, ὁ σεβαστός καί ἀγαπητός τοῖς πᾶσι, ὅστις ἀπό νεότητος αὐτοῦ παρεῖδε τά ἡδέα τοῦ βίου, περιεβλήθη τό μοναχικόν ράσον καί ἐτίμησεν ἐπί ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν (1927 – 1946) τήν σχολικήν ἕδραν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, καταλικών τελικά ταύτην καί περιορισθείς εἰς τήν Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, ἐν ἧ διαβιοῖ συνεχῶς ἀπό τοῦ 1928, ἐντός τοῦ Κορωνέϊκου κάστρου, ἵνα ἐπιδοθῆ περισσότερον εἰς τά τῆς Μοναχικῆς Πολιτείας.
Ἐκεῖ, ἀπό τούς πανύψηλους καί ἐπιβλητικούς «μπιτζιχανέδες», ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων ἀπό 40ετίας καί πλέον ἔχει πήξει τήν καλιάν του, τό ταπεινόν καί ἀπέριττον κελλίον του, ἀγναντεύοντας τόν οὐρανόν, τίς ἀπέραντες θάλασσες, τά νησιά, τά ἀκρογιάλια, τίς ἀμμουδιές, τά βουνά, τούς καταπράσινους κάμπους καί ὅλα τά θαυμαστά ἔργα τοῦ Δημιουργοῦ, ἀλλά καί τά ἔργα τῶν ἀνθρωπίνων χειρῶν, μεταρσιοῦται λογοτεχνικά καί ὑπό θεοσδότου χαρίσματος ἐμπνεόμενος, δρέπει πλουσιοπάροχα καρπούς ἀγλαούς καί κατανυκτικούς ὕμνους, πληθώραν ὡραίων ἀσματίων (σονέτων) ποικίλου περιεχομένου, πολλά ποιήματα δημοτικῆς μορφῆς διά τήν φυσικήν ζωήν, περιγράφων Κορωνέϊκες ἰδιόρυθμες φυσιογνωμίες, ἐκθέτων τραγουδιστά Κορωνέϊκα γεγονότα πού συγκινοῦν κάθε ἀκροατήν καί ἰδιαίτερα τόν ξενητεμένον νοσταλγόν Κορωνιόν, πού τά ξανακυλᾶ στήν μνήμην του ἀκόμη ζωηρότερα καί τέλος χαρακτηρίζων ποιητικές μορφές, ἄλλας μέν ἐπαινῶν, ἄλλας δέ δεξιοτέχνως ψέγων, διά τήν ἀκολουθηθεῖσαν μή νόμιμον ὁδόν.
Διά τό ἔργον του τοῦτο ἔχουν ἐκφρασθῆ μέ ἐνθουσιώδεις ἐπαίνους πολλοί εἰδικοί, ἐν οἷς καί ἡ μεγάλη κυρία τῶν Γραμμάτων μας, ἡ ξακουστή λαογράφος, ποιήτρια καί ζωγράφος, ἡ Ἀρχόντισσα κ. Ἀθηνᾶ Ταρσούλη, καθώς καί ἄλλοι ἀνεγνωρισμένοι ποιηταί καί καθηγηταί, ὡς οἱ καθηγηταί κ.κ. Φώτιος Λίτσας καί Γ. Κούβελας καί ὁ ποιητής Νίκος Καμβύσης.
Ὁ παιδιόθεν ἐνάρετος καί ἀθόρυβος αὐτός ποιητής, ὁ διδάσκαλος τῆς ἐγκρατείας, ἀπό τήν πληθύν τῶν μέχρι τοῦδε ἀνεκδότων δυστυχῶς ποιημάτων του, ἐχάρισεν εἰς τόν ὑποφαινόμενον μερικά ἐξ αὐτῶν πού ἀφοροῦν τήν Κορώνην μας καί ζωντανεύουν τούς θρύλλους, τήν ζωήν, τά ἤθη καί ἔθιμα αὐτῆς καί παρουσιάζουν πρόσωπα πού ἐσημείωσαν ἀξιόλογον δρᾶσιν ἤ ἀξιωσημείωτα ἰδιώματα. Ταῦτα δέ ἀξιοποιῶν ἐξέδωκεν εἰς τό παρόν βιβλίον (1.000 σώματα), τό ὁποῖον διά τοῦ ἐξόχου ποιητικοῦ περιεχομένου καί τῶν καλλιτεχνικῶν εἰκόνων του θέλει ἱκανοποιήση τούς ἀναγνώστας, φίλους καί θαυμαστάς τῆς Κορώνης…
Ἐπί τούτοις ὁ ὑποφαινόμενος εὐχαριστεῖ θερμῶς διά τήν σπουδαίαν ταύτην προσφοράν, τόν ἄοκνον αὐτόν πνευματικόν ἐργάτην, τόν φλογερόν κήρυκα τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κοινωνίας, Καθηγητήν τῆς Θεολογίας σεβαστότατον π. Κυπριανόν Μοναχόν καί εὔχεται εἰς αὐτόν ὑγείαν καί μακροζωΐαν, ἵνα διά τοῦ ποιητικοῦ του χαρίσματος ἄδει καί ψάλλει τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ καί τῆς ὄμορφης καί ἱστορικῆς πατρίδος του
».
Ὁ Μοναχός Κυπριανός ὡς ποιητής περιλαμβάνεται στή Μεγάλη Ἐγκυκλοπαίδεια τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας (τοῦ Χάρη Πάτση) καί γιά τήν προσφορά του στά Γράμματα ἔχει τιμηθεῖ μέ ἀρκετές ἐκδηλώσεις πνευματικῶν φορέων (ὅπως τόν Φιλολογικό Σύλλογο «ΠΑΡΝΑΣΟΣ», τόν Σύλλογο Κορωναίων κ.ἄ. ), ἐνῶ ἐγκωμιαστικά γι’ αὐτόν ἄρθρα ἔχουν δημοσιευθεῖ σέ διάφορα περιοδικά καί ἐφημερίδες. Μεταξύ τῶν ἔργων του περιλαμβάνονται 13 θρησκευτικοί ὕμνοι, ποιητική ἀπόδοση τοῦ Ἀμώμου καί τῶν Χαιρετισμῶν, ὑμνογραφικά στόν Ἱερό Αὐγουστίνο καί πολλά θρησκευτικά σονέτα.
Ὁ Μοναχός Κυπριανός κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 16.12. 1979. Κατά τήν ἐπιθυμία του ἐνταφιάστηκε στήν Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου Κορώνης. Ἐπιμνημόσυνα ἄρθρα δημοσίευσαν ὁ «Κήρυξ Γνησίων Ὀρθοδόξων» καί ὁ «Ὀρθόδοξος Τύπος».

Τοῦ ἀοιδήμου Μοναχοῦ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΟΖΕΒΙΤΗΣ, Ο ΡΟΥΜΑΝΟΣ (+ 1960)

Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Ὁ νεοφανής Ἅγιος τῆς Ὀρθοδοξίας Ἰωάννης ὁ Χοζεβίτης, ἦταν Ρουμανικῆς καταγωγῆς. Γεννήθηκε τήν 23η Ἰουλίου 1913 στήν περιφέρεια Χοροντίστεα τῆς Μολδαβίας, ἀπό γονεῖς πτωχούς, τόν Μάξιμο καί τήν Αἰκατερίνη Ἰακώβ. Κατά τό Ἅγιο Βάπτισμα ὀνομάσθηκε Ἠλίας. Τό 1914 ὁ πατέρας σκοτώθηκε στόν πόλεμο καί λίγο ἀργότερα ἡ μητέρα του ὑπέκυψε σέ λοιμώδη ἀσθένεια. Ἔτσι ὁ Ἠλίας ἔμεινε ὀρφανός, ἀπό τήν νηπιακή ἤδη ἡλικία. Τόν μεγάλωσε ἡ εὐλαβέστατη γιαγιά του Μαρία, ἡ ὁποία εἶχε πόθο νά γίνει μοναχή. Ὅταν ὁ μικρός Ἠλίας πῆγε στό σχολεῖο, ἡ γιαγιά του τόν ἔβαζε νά τῆς διαβάζει διάφορα πνευματικά βιβλία, ὅπως τό ἁπλοϊκό λαϊκό ἀνάγνωσμα «Τά Πάθη τοῦ Κυρίου». Ὅταν ἡ γιαγιά ἄκουγε γιά τά Ἅγια Πάθη ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητα. Τό κλάμα τῆς γιαγιᾶς σπάραζε τήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ καί κάποτε τήν ρώτησε γιατί κλαίει. «Ὅσο ζοῦσε ὁ πατέρας σου - τοῦ εἶπε – εἶχα δώσει ὐπόσχεση στόν Κύριο νά πάω σ’ ἕνα ἅγιο μοναστήρι, νά φροντίσω γιά τήν σωτηρία μου. Ἀλλά, ἀφοῦ πέθαναν οἱ γονεῖς σου, ἦταν ἀνάγκη νά σέ ἀναθρέψω ἐγώ, ὁπότε δέν ἔχω πλέον ἐλπίδα νά μπῶ στήν μοναχική τάξη. ὅμως παρακαλῶ τόν Θεό νά ἐκπληρώσεις ἐσύ τόν ἱερό μου πόθο, γιά νά ἔχω κι ἐγώ μία παρηγοριά, διότι σέ φύλαξα σάν κειμήλιο»! (Ἀπό τό ποίημά του, «Τό δῶρο τῆς γιαγιᾶς»).
Ὅταν ἡ γιαγιά του κοιμήθηκε, ὁ μικρός Ἠλίας (ἡλικίας 11 ἐτῶν) ἔμεινε καί πάλι ὀρφανός καί ζήτησε καταφύγιο κοντά στόν θεῖο του Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος τόν μεγάλωσε μέν, ἀλλά ἐπειδή τόν ζήλευε δέν ἔκανε τίποτα γιά νά τόν βοηθήσει στή μελλοντική του ζωή. Ὁ νεαρός Ἠλίας ἦταν ἐξαιρετικά ἔξυπνος καί μετά τό Δημοτικό Σχολεῖο φοίτησε στό Γυμνάσιο τοῦ Κοτσμάνι στήν Μπουκοβίνα καί στό Κολλέγιο Καντεμίρ στό Κερναούτι. Ἐπειδή ἦταν ὀρφανός δέν πλήρωνε μέν δίδακτρα, ἀλλά ὁ θεῖος του δέν διέθεσε ποτέ λίγα χρήματα γιά τήν τροφή ἤ γιά τά βιβλία του καί ἔτσι ὁ νεαρός Ἠλίας διάβαζε ἀπό βιβλία πού τοῦ δάνειζαν οἱ καθηγητές του!
Μετά τήν ἀποφοίτησή του ἀπό τό Κολλέγιο, ὁ Ἠλίας πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ σέ ἕναν ἀρχιμανδρίτη καί ἐκεῖνος τοῦ συνέστησε νά μονάσει στή Μονή Νεάμτς, τοῦ ἔδωσε μάλιστα μία συστατική ἐπιστολή γιά τόν Ἡγούμενο Ἐπίσκοπο Νικόδημο Μουντεάνου (ἔπειτα Μητροπ. Μολδαβίας καί Πατριάρχη Ρουμανίας).
Ὅμως στή μοναχική πολιτεία τόν κάλεσε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Στή Ρουμανία ὑπάρχει τό ἔθιμο νά ἐπισκέπτονται οἱ πιστοί τό ἀπόγευμα τοῦ Πάσχα τά κοιμητήρια καί νά ἀνάβουν καντήλια καί κεριά στούς τάφους τῶν κεκοιμημένων Ὀρθοδόξων. «Ἐνῶ ὁ κόσμος χαίροταν – γράφει ὁ ἀρχιμ. Πετρώνιος – καί οἱ καμπάνες κτυποῦσαν χαρμόσυνα, ἕνα παιδί ἔκλαιγε μέ στεναγμούς καί ἔσκυψε νά ἀνάψει ἕνα κερί στόν φρέσκο τάφο, δίπλα στήν ξύλινη μικρή ἐκκλησία. Ἐκεῖ πού ἦταν ὁλοκληρωτικά κυριευμένο ἀπό τόν πόνο, ἀκούει μία φωνή νά τοῦ λέει: «Μήν κλαῖς παιδί μου καί μή στενοχωριέσαι, διότι νά, εἶμαι μαζί σου, Χριστός Ἀνέστη»! Φοβισμένο τό παιδί σηκώθηκε καί κοιτάζοντας γύρω του, ζητοῦσε νά μάθει ἀπό πού ἦρθε ἡ φωνή. Τότε στό Βῆμα τῆς ἐκκλησίας εἶδε τόν Ἀναστάντα Κύριο νά τοῦ χαμογελᾶ»! Ἡ ἐμφάνιση αὐτή τοῦ Κυρίου σημάδεψε τήν ζωή τοῦ μικροῦ Ἠλία. Ἄν καί ἦταν καλός στό σχολεῖο δέν ἀκολούθησε ἀνώτερες σπουδές, ἀλλά προτίμησε τήν μοναχική ἀφιέρωση.
Τό κύριο χαρακτηριστικό τῶν παιδικῶν του χρόνων ἦταν ἡ μεγάλη φτώχεια. Μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στήν πεῖνα καί τήν στέρηση. Πολλές φορές ἡ μοναδική του τροφή ἦταν τό τσάϊ καί μάλιστα χωρίς ζάχαρη! Μοναδική του παρηγοριά ἦταν ἡ Ἐκκλησία, ὁ ναός τοῦ χωριοῦ του καί τά πολλά καί ἀκμάζοντα μοναστήρια τῆς πατρίδας του. Ἔτσι γεννήθηκε στήν ψυχή του μεγάλη ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία Του καί πρός τόν μοναχικό βίο.
Τήν 15η Αὐγούστου 1933, σέ ἡλικία 20 ἐτῶν, ἐντάχθηκε στήν ἀδελφότητα τῆς μεγάλης καί ἱστορικῆς Μονῆς Νεάμτς τῆς Μολδαβίας, τῆς Μητροπόλεως τοῦ Ρουμανικοῦ Μοναχισμοῦ. Στό πνευματικό περιβάλλον τῆς Μονῆς (ἡ ὁποῖα λειτουργοῦσε σύμφωνα μέ τό Τυπικό τοῦ ἁγ. Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, τοῦ Πατέρα τῆς Σλαβωνικῆς Φιλοκαλίας), ὁ δόκιμος Ἠλίας καλλιέργησε τίς μοναχικές ἀρετές καί ἀγάπησε ἰδιαίτερα τήν μόνωση, στήν ὁποῖα ἄλλωστε τόν προσκαλοῦσε ὁ ἐξαιρετικός φυσικός περίγυρος τῆς Μονῆς, μέ τά ἀπέραντα δάση, τά τρεχούμενα νερά καί τά ἄγρια ζῶα. Στούς συμμοναστές του ἐκείνης τῆς περιόδου, «παραμένουν ζωντανές στή μνήμη τους ἡ ἀδύνατη, σεμνή, ταπεινή καί φωτεινή μορφή τοῦ εἰκοσαετούς νέου» (ἀρχιμ. Πετρώνιος Προδρομίτης).
Ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς ἀρχιμ. Βαλέριος Μογκλάν, βλέποντας τήν ἀγάπη του πρός τά βιβλία, τοῦ ἀνέθεσε τό διακόνημα τοῦ Βιβλιοθηκάριου. Αὐτό εἶχε σάν ἀποτέλεσμα μέσα σέ σύντομο διάστημα νά εἶναι σέ θέση νά προμηθεύει τούς ἀδελφούς μέ βιβλία ἀνάλογα τῶν προβλημάτων πού ἀντιμετώπιζαν, ἡ μελέτη τῶν ὁποίων (μαζί μέ τήν καθημερινή συμμετοχή στίς ἀκολουθίες, τήν συχνή ἐξομολόγηση καί τήν κοινωνία τῶν Ἀχράντων μυστηρίων τήν ὁποία συνιστοῦσε), τούς ὁδηγοῦσε σέ πνευματική ἄνοδο καί προκοπή.
Τήν 8η Ἀπριλίου 1936 δέχθηκε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα μέ τό ὄνομα Ἰωάννης. Αὐτό εἶχε σάν συνέπεια τήν αὔξηση τοῦ πνευματικοῦ του ζήλου καί τῶν ἀγώνων του.
Κατά τήν περίοδο ἐκείνη τήν Ρουμανία συγκλόνιζε ὁ διωγμός κατά τῶν ἀκολουθούντων τό παλαιό ἡμερολόγιο Ρουμάνων Ὀρθοδόξων, ἀπό τόν Πατριάρχη Ρουμανίας Μύρωνα (Κριστέα, πρ. Οὐνίτη, 1925 – 1939). Ὁ διωγμός αὐτός ἦταν ἐξαιρετικά βίαιος καί αἱματηρός. Ὁ Πατριάρχης Μύρων, ἐκμεταλευόμενος τήν ἰδιότητά του ὡς Ἀντιβασιλέως τῆς Ρουμανίας, προχώρησε μέ τήν βοήθεια τοῦ στρατοῦ στήν κατεδάφιση ὅλων τῶν ναῶν καί μονῶν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν καί στή φυλάκιση τῶν κληρικῶν καί μοναχῶν πού δέν τόν ἀναγνώριζαν. Οἱ μοναχοί καί οἱ μοναχές φυλακίστηκαν σέ δύο νεοημ. μονές, ὅπου τούς μεταχειρίστηκαν μέ ἀνήκουστη βαρβαρότητα. Ὁ Ἱερομόναχος Παμβώ (ἱδρυτής τῆς Μονῆς Ντόμπρου, ἡ ὁποία κατεδαφίστηκε τρεῖς φορές!), βρῆκε μαρτυρικό θάνατο. Κατά τήν διάλυση τῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Κούκουβα, πέντε λαϊκοί ρίχτηκαν στό πηγάδι τῆς Μονῆς καί πνίγηκαν! (Ἐπισκόπου Κυπριανοῦ, «Ἡ Μαρτυρική Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. Ρουμανίας», 1981).
Ἡ Ὀρθόδοξη συνείδηση τοῦ Μοναχοῦ Ἰωάννη δέν τοῦ ἐπέπρεπε πλέον νά μένει στό ἐκκλησιαστικό κλῖμα τοῦ Πατριαρχείου Ρουμανίας. Ἔτσι τό ἴδιο ἔτος 1936, μέ πρόσχημα τό προσκύνημα, μαζί μέ ἄλλους δύο μοναχούς, τόν Δαμασκηνό καί τόν Κλαύδιο, ξεκίνησε γιά στούς Ἁγίους Τόπους, μέ ἀπώτερο σκοπό νά ἐγκαταβιώσει ἐκεῖ. Πράγματι ὁ μ. Ἰωάννης ἔμεινε γιά πάντα στήν Ἁγία Γῆ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι μοναχοί ἐπέστρεψαν στή Ρουμανία μετά ἀπό ὀκτώ μῆνες.
Ἀρχικά, ἔζησε στή Λαύρα τοῦ ἁγ. Σάββα (ἐκεῖ ἡ παρουσία Ρουμάνων μοναχῶν ἀνάγεται στόν 16ο αἰ.), ὅπου ὑπηρέτησε ὡς Βιβλιοθηκάριος γιά ἑπτά χρόνια. Τό 1947 δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη καί διορίσθηκε Ἡγούμενος τῆς Ρουμανικῆς Σκήτης τοῦ Τιμίου Προδρόμου στόν Ἰορδάνη.
Ἡ παραμονή τοῦ Ἱερομ. Ἰωάννη στά Ἱεροσόλυμα τόν βοήθησε νά τοποθετηθεῖ ὀρθά ἀπέναντι στό θέμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας. Σύμφωνα μέ μαρτυρία στόν γράφοντα συνασκητοῦ του στήν ἔρημο τοῦ Χοζεβᾶ, τοῦ λογίου Μοναχοῦ Παύλου τοῦ Κυπρίου, ὁ π. Ἰωάννης (ὅπως καί ὁ ἴδιος ὁ π. Παῦλος), πῆγε στά Ἱεροσόλυμα ἐπειδή τό ἐκεῖ Πατριαρχεῖο τηροῦσε τό παλαιό ἡμερολόγιο. Ὅμως ὁ συγχρωτισμός τῶν Ἱεροσολυμιτῶν μέ τούς πάσης φύσεως αἱρετικούς καί ἡ κοινωνία τούς μέ τούς Νεοημερολογίτες, δέν ἀνέπαυαν τήν συνείδησή τους. «Εὐτυχῶς πού ἦρθε ὁ Πάπας στά Ἱεροσόλυμα - ἔλεγε ὁ π. Παῦλος – καί μᾶς ἄνοιξε τά μάτια καί εἴδαμε τήν ἐκκλησιαστική μας κατάσταση». Δηλαδή, ἐνῶ ὁ π. Ἰωάννης δέν ἦταν σέ κοινωνία γιά λόγους ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως μέ τόν νεοημ. Πατριάρχη Ρουμανίας Ἰουστινιανό (1948 – 1977), ὅπως προηγουμένως καί μέ τόν Πατριάρχη Νικόδημο (1939 – 1948), ἀνῆκε σέ ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία (τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων), ἡ ὁποία ἦταν σέ κοινωνία μαζί του.
Αὐτή ἀκριβῶς ἡ οὐνιτική κατάσταση ὑποχρέωσε τόν π. Ἰωάννη τό 1952, νά φύγει μαζί μέ τόν ὑποτακτικό του Μοναχό Ἰωαννίκιο στήν ἔρημο τῆς περιοχῆς Χοζεβᾶ καί νά ζήσει ἐρημητικά στό σπήλαιο ὅπου κατά τήν παράδοση προσευχήθηκε ἡ ἁγ. Ἄννα. (Ἀργότερα καί γιά τόν ἴδιο λόγο ὁ μοναχός Παῦλος ἦρθε στήν Ἑλλάδα καί ἐντάχθηκε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Κοιμήθηκε εἰρηνικά στήν Ἱ. Μ. Ευαγγελιστρίας Ἀθηκίων Κορινθίας). Ἀπό τότε καί μέχρι τήν μακαρία του κοίμηση δέν συλλειτούργησε ποτέ μέ Νεοημερολογίτες Κληρικούς, ἀλλά οὔτε καί μέ Παλαιοημερολογίτες πού κοινωνοῦσαν μέ Νεοημερολογίτες.
Ὅταν τό 2008 τέθηκε θέμα ἀπό Ὀρθοδόξους τοῦ ἐξωτερικοῦ, σχετικά μέ τήν ὁμολογία τοῦ Ἱερομ. Ἰωάννη, ὁ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας κ. Κήρυκος (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), ἔδωσε τήν ἐξῆς ἀπάντηση:
«Τήν ἴδια ἐρώτηση διετύπωσα κι ἐγώ πρός εἰκοσαετίας, ὅταν ὁ ὑποτακτικός τοῦ π. Ἰωάννου Μοναχός Ἰωαννίκιος, μέ κάλεσε νά μεταβῶ στά Ἱεροσόλυμα, νά ἐκδώσουμε τόν βίο τοῦ Ἁγίου. Ἐγώ ἀπόρησα καί εἶπα, πώς θά συμβάλω στήν ἔκδοση τοῦ βίου ἑνός «ἁγίου» ὁ ὁποῖος ἀνῆκε στήν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, ἐνῶ αὐτό εὑρίσκετο σέ κοινωνία μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν – Οἰκουμενιστῶν. Καί μοῦ ἐξήγησε ὁ π. Ἰωαννίκιος, ὅτι ὁ Γέροντάς του, τοῦ ὁποίου τό Λείψανο σώζεται ἀδιάφθορο, εἶχε τήν Ὁμολογία τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου καί ποτέ δέν συλλειτούργησε μέ Νεοημερολογίτες, οὔτε καί μέ Παλαιοημερολογίτες πού ἐπικοινωνοῦσαν μετά Νεοημερολογιτῶν.
Τώρα πού ἑνωθήκαμε μέ τούς Ρουμάνους
(ἐνν. τούς Σεβ. Ἐπισκόπους Κασσιανό καί Γερόντιο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας), πληροφορηθήκαμε ὅτι ὁ π. Ἰωάννης εἶχε ἐπικοινωνία μαζί τους καί τούς συνιστοῦσε πάντα νά ἔλθουν στήν Ἑλλάδα, νά συναντήσουν τούς Ἐπισκόπους πού χειροτονήθηκαν ἀπό τόν Βρεσθένης Ματθαῖο καί ἐκεῖθεν νά λάβουν τήν Ἀποστολική Διαδοχή, καθ’ ὅσον τότε δέν εἶχαν Ἐπισκόπους. Ἐπίσης καί σέ ἄλλους πού τόν ρωτοῦσαν ἔλεγε: «Νά πᾶτε στούς Ἐπισκόπους τούς ὁποίους χειροτόνησε ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, εἶναι οἱ μόνοι Ὀρθόδοξοι». (Περιοδικό «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν», φ. 55, Νοεμβρίου 2009, σελ. 172 – 173).
Ἀγωνιζόμενος στήν ἔρημο ὁ ὅσ. Ἰωάννης, ἐλεήθηκε ἀπό τόν Θεό μέ τό χάρισμα τῆς προοράσεως καί τῆς παραμυθίας τῶν θλιβομένων ψυχῶν. Φύση εὐαίσθητη, ἐξωτερίκευε τά συναισθήματα τοῦ ψυχικοῦ του κόσμου γράφοντας ποιήματα (μετά τόν θάνατό του τά ἐξέδωσε ὁ ὑποτακτικός του μ. Ἰωαννίκιος, τό 1968 καί τό 1970).
Ὁ ὅσ. Ἰωάννης κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 5η Αὐγούστου 1960, σέ ἡλικία μόλις 47 ἐτῶν. Ἐνταφιάστηκε στό σπήλαιο τῆς ἀσκήσεώς του. Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ μ. Παύλου τοῦ Κυπρίου καί ἄλλων ἐρημιτῶν, πρίν τήν ταφή του δεκάδες πουλιά ἦρθαν καί κάθησαν στό λείψανό του, σάν νά τόν ἀποχαιρετοῦσαν!
Τήν 8η Αὐγούστου 1980, μετά ἀπό ἐμφανίσεις του (σέ μία ἀπό αὐτές, σέ μία γυναῖκα στήν Αὐστραλία, ζήτησε τήν ἀγορά λάρνακας γιά λείψανο!), τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο ἀπό τόν τότε Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Χοζεβᾶ ἀρχιμ. Ἀμφιλόχιο. Σήμερα φυλάσσεται στή Μονή Χοζεβᾶ, σέ ἄριστη κατάσταση, μέ ἀπολύτως φυσικό χρῶμα, τά μαλλιά καί τά γένια καί γενικά μία πολύ εὐχάριστη ὄψη.
Τό 1984 κυκλοφόρησε ἀπό τίς ἐκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» τῆς Θεσσαλονίκης, «Ὁ Βίος καί τά ποιήματα τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Χοζεβίτου, 1913 – 1960», σέ μετάφραση ἀδελφῶν τῆς Μονῆς ὁσ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους. Στή ἔκδοση αὐτή δέν γίνεται κανένας λόγος γιά τήν ὁμολογία τοῦ μακαρίου Ἰωάννη. Ἔτσι τό 1987 ὁ ὑποτακτικός του Μοναχός Ἰωαννίκιος, ἀναγκάστηκε νά ἐκδόσει τόν πλήρη Βίο του (μ. Ἰωαννικίου, "Βίος τοῦ π. Ἰωάννου, συγχρόνου ἀσκητοῦ ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους", 1987).
Τό 1992 τό Πατριαρχεῖο Ρουμανίας, γιά λόγους σκοπιμότητος, διακήρυξε τήν ἁγιότητά του, παρά τό γεγονός ὅτι ὁ μακάριος ἐρημίτης τοῦ Χοζεβᾶ δέν ἦταν σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία μαζί του.
Τήν 29η Νοεμβρίου 2009, κατά τά ἐγκαίνια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Παραμυθίας Ἀχαρνῶν Ἀττικῆς, μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Ἀρχιερέων τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ Ἁγία Τράπεζα ἀφιερώθηκε καί στούς τρεῖς νέους Ὁμολογητές τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τόν 20ο αἰ. δηλαδή στόν ἅγ. Θεοδόσιο τοῦ Καυκάσου (+ 1948, τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν), στόν ἅγ. Ματθαῖο ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν (+ 1950, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) καί στόν ἅγ. Ἰωάννη τόν Χοζεβίτη τόν Ρουμάνο (+ 1960, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας). Ἡ ἀφιέρωση ἔγινε μέ τήν σύμφωνο γνώμη τῶν Ἀρχιερέων πού συμμετεῖχαν στά ἐγκαίνια (Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας Κηρύκου, Κένυας Ματθαίου, Κιέβου Σεραφείμ καί Κιτίου Παρθενίου), ἀλλά καί τῶν ἀπουσιαζόντων Μπακάου Κασσιανοῦ καί Βράντσεα Γεροντίου Ἡμεροδείκτης 2010», ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος).
Ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τιμᾶται τήν 5η Αὐγούστου.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ ΙΩΑΝΝΗ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Μητροπολίτης Λαρίσης καί Τυρνάβου ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ (+ 2004)

Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Κατά κόσμον Παναγιώτης Βαγιάνας, γεννήθηκε τό 1919 στήν Ἁγιάσο Λέσβου. Μετά τίς ἐγκύκλιες σπουδές φοίτησε στό τότε Σχολαρχεῖο, διορίσθηκε Γραμματέας τῆς Κοινότητος Ἁγίασου καί νυμφεύθηκε τήν εὐλαβεστάτη Ρωσίτσα, μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά. Φλεγόμενος ἀπό τόν πόθο τῆς Ἱερωσύνης - ἄν καί ἤδη εἶχε οἰκογένεια - ἦρθε στήν Ἀθήνα καί φοίτησε στή Ριζάριο Ἐκκλησιαστική Σχολή. Εἶχε τήν ἀγαθή τύχη νά ἔχει καθηγητές μεγάλα ὀνόματα τῆς Ἑλληνικῆς Θεολογικῆς ἐπιστήμης, ὅπως τόν Χρ. Ἀνδρούτσο.
Τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία γνώρισε τό 1957, ὅταν ἕνας συνάδελφός του τοῦ ἔδωσε ἕνα τεῦχος τοῦ «Κήρυκος Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων». Ἡ μελέτη τοῦ περιοδικοῦ τόν συγκλόνισε. Εἶπε χαρακτηριστικά, «ἄν πιστεύουν ὅσα γράφουν, εἶναι αὐτό πού ψάχνει ἡ ψυχή μου»! Ἀμέσως ἔσπευσε στά τότε Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (ἐπί τῆς ὁδοῦ Βεραντζέρου 22), ὅπου συνάντησε δύο Κληρικούς: Τόν Ἐπίσκοπο Πειραιῶς Ἄνθιμο Χαρίση (καθαιρέθηκε τό 1958, ὡς ἀρνητής τῆς Ἀρχιερωσύνης του) καί τόν μακαριστικό Ἱερομ. Ἰγνάτιο Μπέτση (+ 1971).
Ὅταν ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του γιά τήν Ἱερωσύνη, οἱ ἀντιδράσεις τῶν δύο Κληρικῶν ὑπῆρξαν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες. Ὁ ἐπ. Ἄνθιμος τοῦ προκάλεσε ἀλγεινή ἐντύπωση, διότι «κλαιγότανε» ἐπειδή «οἱ Παλ/τες κληρικοί δέν ἔχουν μισθούς καί ἔτσι ὄχι μόνο νά ζήσουν δέν μποροῦν, ἀλλά κάποιες φορές οὔτε καί τό εἰσητήριο τοῦ τράμ»! Ὁ Ἱερομ. Ἰγνάτιος ἀντίθετα (ἕνας ἅγιος κληρικός μέ μαρτυρημένα μετά θάνατον σημεῖα ἁγιότητος), τόν ἐνθάρρυνε καί οὐσιαστικά τόν χειραγώγησε στήν Ἱερωσύνη. Τόν ὁδήγησε στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, ὅπου συναντήθηκε καί συνδέθηκε μέ τόν τότε Ἐπίσκοπο Πατρῶν Ἀνδρέα (ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν), ἀπό τόν ὁποῖο καί χειροτονήθηκε Διάκονος καί Πρεσβύτερος τό ἑπόμενο ἔτος 1958, μέ τό ὄνομα Πανάρετος.
Ὡς Ἱερεύς ὑπηρέτησε στήν ἀκριτική ἐνορία ἁγ. Χαραλάμπους Κοζάνης, τήν ὁποία ἀνέδειξε πρότυπο ἐνορίας, παρά τίς διώξεις πού ὑπέστη ἀπό τόν νεοημ. Μητροπ. Κοζάνης Διονύσιο Ψαριανό. Ὁ ἱεραποστολικός του ζῆλος ἔφερε στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας πολλές καλοπροαίρετες ψυχές. Ἵδρυσε τίς ἐνορίες ἁγ. Αἰκατερίνης Ἄνω Κώμης Κοζάνης καί ἁγ. Παρασκευῆς Πτολεμαΐδος. Τό 1973, μετά τήν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου Σερβίων καί Κοζάνης Τίτου, ἀνέλαβε τήν ἱεραποστολή στήν μακρυνή Αὐστραλία, ὅπου ἐφημέρευσε στόν Ἱ.Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Σύδνεϋ. Τό 1976 ἐπανακλήθηκε στήν Ἑλλάδα καί διορίσθηκε ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. ἁγ. Σοφίας Τρικάλων, θέση τήν ὁποία κράτησε μέχρι τό 1995, ἔτος ἐκλογῆς του σέ Ἐπίσκοπο. Κατά τήν περίοδο αὐτή ἐνήγειρε στήν κοινότητα Πηγῆς Τρικάλων Ἱερό Ναό πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Παναρέτου καί ἱκανές ἐγκαταστάσεις γιά τήν λειτουργία φιλανθρωπικοῦ ἱδρύματος.
Σάν χαρακτήρας ἦταν εἰρηνικός, εὐγενής καί ὀργανωτικός. Σάν κληρικός ἦταν καλός ὁμιλητής, διακριτικός πνευματικός καί ἐξαιρετικά μορφωμένος (μποροῦσε νά ἀπαγγείλει ἀπό στήθους τά Ὀμηρικά Ἔπη καί κείμενα ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων καί Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας).
Τό 1995, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (μετά τό σχίσμα τῶν 5 πρ. Μητροπολιτῶν), ἐξελέγη Μητροπ. Λαρίσης καί Τυρνάβου. Χειροτονήθηκε στόν Καθεδρικό Ἱ. Ν. Ἁγίας Τριάδος Κ. Ἡλιουπόλεως Ἀθηνῶν ἀπό τόν Μακ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα, συγχοροστατούντων τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Πειραιῶς Νικολάου, Ἀργολίδος Παχωμίου, Περιστερίου Γαλακτίωνος, Μεσογαίας Κηρύκου καί Βεροίας Ταρασίου.
Ὡς Ἐπίσκοπος, παρά τό γῆρας καί τίς ἀσθένειες πού τόν ταλαιπωροῦσαν, ποίμανε τό ποίμνιο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης, εὐλόγησε τήν ἀνέγερση τοῦ Ἱ. Ν. Γενν. Τιμίου Προδρόμου Λαρίσης, ἐγκαινίασε τρεῖς ναούς (ἁγ. Εὐφημίας Κόκκινου Νεροῦ, ἁγ. Κωνσταντίνου - Ἑλένης Φαρσάλων καί Ἁγίων Ἀποστόλων Ραψάνης) καί χειροτόνησε δύο κληρικούς. Ἀπό τό 2001 ἐγκαταστάθηκε στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο Ἁγίων Ἀποστόλων Ραψάνης (τό ὁποῖο ἀναγνώρισε ὡς Μονή), ὅπου δέχθηκε τίς υἱϊκές περιποιήσεις τῆς ὑπό τόν Ἱερομ. π. Ἀμφιλόχιο Ταμπουρᾶ ἀνδρικῆς μοναστικῆς ἀδελφότητος.
Τό 2003 ἀντέδρασε μέ σθένος στήν ἱερόσυλο παραίτηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, δέν ἀναγνώρισε τόν μοιχεπιβάτη «Ἀρχιεπίσκοπο» Νικόλαο (τόν ἀπό Πειραιῶς) καί μέ σειρά ἐγγράφων του μεγάλης ἱστορικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς σημασίας, ἀλλά καί ἀγωνιστικῶν ἐκδηλώσεων, συνέτριψε (τότε) τά κατά τῆς Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας καί Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σχέδια τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν Κυριακή 22α Νοεμβρίου 2004. Ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία του τελέστηκε τήν ἑπομένη στόν Ἱ. Ν. Γενν. Τιμίου Προδρόμου Λαρίσης, χοροστατούντων τῶν Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας κ. Κηρύκου καί Βεροίας κ. Ταρασίου. Ἐνταφιάστηκε στό κοιμητήριο τῆς Ἱ. Μονῆς ἁγ. Ἀποστόλων Ραψάνης.

Τοῦ ἀοιδήμου Ἀρχιερέως ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ εἴη αἰωνία ἡ μνήμη