Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

π. ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΕΤΣΗΣ

Ἀνέστη Χατζῆ, Διδασκάλου

Κείμενο εἰσηγήσεως πού παρουσιάστηκε τήν 15/18. 4. 2001, κατά τήν διάρκεια Ἡμερίδας πού ὀργάνωσε πρός τιμήν τοῦ Ὁσίου Πατρός Ἰγνατίου ἡ Ἱερά Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, στόν Ἱερό Ἐπισκοπικό Ναό ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου Ἀττικῆς.

Τριάντα χρόνια μετά τήν ὁσία κοίμησή του, συναχθήκαμε γιά νά μιλήσουμε γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Εἶναι ἀνάγκη; Εἶναι. Γιατί; Διότι τό ἀπαιτεῖ:
Ἡ κακή ἐκκλησιαστική μας κατάσταση.
Ἡ κάμψη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
Ἡ κραυγή ἀναζήτησης τοῦ καλοῦ ποιμένος.
Ἡ ἀνάγκη ζωντανοῦ προτύπου. Καί
Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαναβεβαίωσης, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ζῆ.

«Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτῶ Ἰγνάτιος». Ἐπειδή:
Ἡ Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. δέν ἔχει, εἶναι ἀλήθεια δυστυχῶς, τήν δυνατότητα νά παράγει ἐκκλησιαστικά στελέχη αὐτῆς τῆς ποιότητας! Ὅ,τι καλό βλαστάνει καί ἀνθίζει ὀφείλεται στήν οἰκογενειακή ἀνατροφή καί τήν ἀτομική προσπάθεια κυρίως καί λιγότερο στήν ἐκκλησιαστική προσπάθεια.
Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν μαθήτευσε στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι εἶχε τό εἶχε ἀφ’ ἑαυτοῦ του. Ὑπῆρξε πρωτότυπος γιά τά δικά μας δεδομένα.
Ἡ γενική ἐντύπωση: Ἕνας ἄνθρωπος ξένος, χωρίς συμπλέγματα, ἀγκυλώσεις, διδακτισμό καί αὐταρχισμό. Ἕνας Γ.Ο.Χ. πού δέν ἦταν Παλαιοημερολογίτης. Φαίνεται ἀπό μακρυά ἡ διαφορετικότητά του. Πᾶμε πιό κοντά; Πατήρ Ἰγνάτιος σημαίνει γιά μένα: Χαρά καί περιέργεια. Χαρά καί περίσκεψη. Χαρά καί αὐτεπίγνωση. Χαρά καί κατάνυξη. Χαρά καί προσπάθεια. Χαρά καί ὅ,τι ἄλλο θέλεις! Διότι Ἐκκλησία σημαίνει πάνω ἀπό ὅλα χαρά!
Τόν πλησιάζεις καί σέ συλλαμβάνει μέ τό δύχτι τῆς χαρᾶς. (Δέν ὑπάρχει πνευματικότητα, ὅπου δέν ὑπάρχει χαρά).
Ὁ π. Ἰγνάτιος εἶναι ἄνθρωπος πνευματικός, ἄνθρωπος Ἀποστολικός, ἄνθρωπος ὑπόδειγμα. Στό «κάνε ὅ,τι σοῦ λέω», ἀντιπαραθέτει τό «κάνε ὅ,τι βλέπεις καί αἰσθάνεσαι»!
Δέν γνωρίζω, ἄν ὁ π. Ἰγνάτιος ἐκτελοῦσε καθήκοντα μοναχοῦ, σάν ὅλους τούς μοναχούς ἤ ἄν ἡ ἐξαντλητική του ἄσκηση ἦταν γι’ αὐτόν ὑπέρτατη ἀπόλαυση καί ἀποζητοῦσε τίς ὧρες τῆς νύχτας, ὅταν οἱ ἄλλες μέριμνες τοῦ ἄφηναν ἐλεύθερο χρόνο. Ἡ ἐγκράτεια ἦταν γι’ αὐτόν φιλοσοφία, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή καταφύγιο, τό ἐργόχειρο καί ἡ ὀλιγολογία στολίδι.
Ὁ π. Ἰγνάτιος ἦταν ἄνθρωπος σύγχρονος, ἄνθρωπος κοινωνικός. Ἐκτελεῖ μιάν ἀποστολή. Καί αὐτή δέν ἦταν ἀποστολή ἀναχωρητοῦ μοναχοῦ, ἀλλά κληρικοῦ. Κλῆρος του ἦταν τό ποίμνιο καί ἡ θέση του στήν κοινωνία. Ὁ κληρικός εἶναι ἀνώτερος τοῦ μοναχοῦ.
Συναναστρέφεται κάθε ἄνθρωπο, ἀνεξαρτήτως φύλου καί ἡλικίας. Μέ ὅλους προσηνής, ἐγκάρδιος, προσιτός καί συνάμα ἀπρόσιτος. Ἐγγύς καί μακράν. Ὅσο περισσότερο σέ ἀφῆνει νά τόν πλησιάσεις, τόσο περισσότερο ἀναγνωρίζεις τόν ἀσκητή. Εἶναι πάντα ἀνώτερος καί πάντας σέ ἀπόσταση, διότι ὁ σεβασμός πού ἐμπνέει εἶναι μεγάλος καί ἰσχυρός.
Ὁ π. Ἰγνάτιος στό θέμα τῆς Πίστεως, στό ζήτημα τοῦ Ἑορτολογίου, τῆς Ὁμολογίας κ.λ.π. ὑπῆρξε ρηξικέλευθος, κάθετος, κατηγορηματικός. Ὅμως ἡ ἀκρίβεια τῆς πίστεως, μετουσιούμενη σέ ἀκρίβεια Χριστιανικοῦ βίου, δέν εἶχε ἴχνος σκαιότητας, στυγνότητας, ἰταμότητας, ἀλαζονείας καί ἐπιδείξεως πού χαρακτηρίζουν πολλούς ἄλλους ἀκριβολόγους τῆς Πίστεως.
Ὁ π. Ιγνάτιος δέν εἶναι ἁπλά ζηλωτής, εἶναι φλογερός, εἶναι πυρπολητής. Πλήν ὅμως ὁ ζῆλος τῆς ἀρετῆς κάνει τήν φλόγα του δροσιά. Ὁ λόγος του δέν εἶναι λίβας πού καίει, πού καυτηριάζει, πού κατελέγχει, εἶναι δρόσος Ἀερμών, εἶναι δροσοπηγή πού καλεῖ τόν περιπλανώμενο στῆς κοινωνικῆς συνάφειας τό ἄγονον καί ἄνυδρον.

Ἡ μόρφωση
Τά γράμματα ὁπωσδήποτε συμβάλλουν στή μόρφωση, ὅταν ὁ σπουδαστής τά χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο καί ὄχι ὡς κτῆμα ἤ τυπικό προσόν. Ὁ π. Ἰγνάτιος χρωστάει πολλά στά γράμματα, αὐτό τό βλέπεις στήν ποιότητα τοῦ λόγου του, ἑνός λόγου προσωπικοῦ πού ἀναβλαστάνει ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀφομοιώσει διά τῆς προσωπικῆς μελέτης καί ἀσκήσεως. Ἑνός λόγου ἀπλοῦ, εὐχερῶς διατυπωμένου, πού ἐκφράζει ἐλευθερία καί εὑρύτυτα σκέψεως, σφραιρικότητα, πληρότητα γνώσεως καί ἀκρίβεια. Ἑνός λόγου εὐχάριστου, ἀφομοιώσιμου, ἥρεμου, διδακτικοῦ ἤ κατανυκτικοῦ, πού ἀποπνέει Ὀρθοδοξία, ἀρετή καί πνευματική ἐμπειρία.
Ἡ γλῶσσα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι ἀπλή καί ἀνεπιτήδευτη. ἡ χρειά τῆς φωνῆς του λεπτή, μελωδική, μέ τονικές ἐναλλαγές, ἀφηγηματικῆς μορφῆς, ἥρεμη, πού τονίζεται μέ μικρές κινήσεις τῶν χεριῶν. Εἶναι ἕνας τρόπος πού φανερώνει διδακτική ἐμπειρία, αὐτοπεποίθηση καί κυριαρχία.
Ὁμιλεῖ ὁ π. Ἰγνάτιος καί παγώνει κάθε ἦχος. Αὐτιά καί μάτια ἀνοιχτά. Οἱ καρδιές χτυποῦν, τά κεράκια συνεχίζουν νά λιώνουν καί πολλές φορές ὁ ἱδρώτας τρέχει ποτάμι στήν Ὡραία Πύλη.
Αὐτή ὅμως ἡ μόρφωση, ἡ μόρφωση τῶν γραμμάτων, δέν μετράει καθόλου γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Θεωρεῖ πώς ὅλη ἡ μόρφωση χρειάστηκε μόνο καί μόνο γιά νά τόν φέρει στήν Ἐκκλησία. Ὁ ρόλος της τελείωσε. Ἡ πνευματική μόρφωση τώρα ἀρχίζει. Ἔτσι δέν εἶναι φίλος τῶν πτυχίων, τῆς θύραθεν παιδείας, εἶναι φίλος τῆς πνευματικῆς ἐργασίας, ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἡ πνευματική ἐμπειρία, ἡ ἀποκάλυψη, τό θαῦμα. Ὁ π. Ἰγνάτιος βιώνει τό Μυστήριο τῆς Πίστεως καί σ’ αὐτό τό γεγονός καλεῖ κι ἐμᾶς.

Ὁ Πνευματικός Πατήρ
Κάθε ἕνας ἔχει σχηματίσει τήν γνώμη, κοινή γνώμη θά ἔλεγα, πρί τοῦ Πνευματικοῦ Πατρός, τοῦ καθοδηγητοῦ, τοῦ ἐξομολόγου. «Τό ξέρει ὁ Πνευματικός σου; Ζήτησες ἄδεια ἀπό τόν Πνευματικό σου;» Ὡς Πνευματικός ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ὑπῆρξε τέτοιος. Δέν ἦταν ἀκριβῶς Πατήρ, ἦταν ὁ ἀδελφός, ὁ συναγωνιστής, ὁ σύντροφος πού σέ καλεῖ νά βάψεις «τήν χείρα ἐν τῶ τριβλίῳ μετ’ αὐτοῦ». Θά μέ ἀκούσει, θά χαρεῖ, θά λυπηθεῖ, θά θυμώσει, ἀλλά σάν ἑταῖρος. Σοῦ ἀφήνει τήν ἐντύπωση, ὅτι ὁ ἀγώνας πού σοῦ ἀναθέτει εἶναι συνεταιρικός, ὅτι δέν εἶσαι μόνος σου, ὅτι συμπάσχει καί αὐτός. Θυμώνει γιά τήν ἐπιμονή, σάν νά θυμώνει μέ τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι ἕτερος, εἶναι ἑταῖρος. Ὅταν προδίδεις τόν ἀγώνα σου εἶναι σάν νά προδίδεις τόν ἴδιο. Εἶναι αὐστηρότατος, ἀφήνοντάς σε νά πιστεύεις ὅτι σοῦ φέρθηκε μέ ἐπιείκεια.
Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι χαρά, ἐλπίδα, ἀσφάλεια, ἱκανοποίηση, αὐτεπίγνωση, φιλοτιμία. Θέλει ἄσκηση, μελέτη καί προσευχή. Δέν ζητάει ταπείνωση καί ὑπακοή, αὐτά τά ἐμπνέει. Δέν χτίζει, θεμελιώνει. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶναι ἀνάκριση καί ἐξιλέωση. Εἶναι μάθημα, ἀπαίτηση, παράκληση, διαφύλαξη τῆς Ὁμολογίας, τήρηση τῶν ἐντολῶν, φόβος Θεοῦ, αὐτογνωσία, ἐγκράτεια καί προσευχή.
Ὅταν ἐρχόταν ὁ π. Ἰγνάτιος εἶχα τήν ἐντύπωση, ὅτι ἐρχόταν ἀποκλειστικά γιά μένα κατά τό «Ζακχαῖε κατάβηθι, ἐν τῶ οἴκῳ σου δεῖ μέ μεῖναι». Ἀγαποῦσε τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου καί δέν ἔβαζε τίποτα μπροστά σ’ αὐτό. Εἶσαι ὁ μοναδικός ψάλτης καί δέν κάνει νά ψάλλεις; Ποτέ νά μήν γίνει ἡ Λειτουργία. Δέν σέ θυσιάζει γιά τίποτα στόν κόσμο. Μέ Πνευματικό τόν π. Ἰγνάτιο συνειδητοποιεῖς τήν ἀξία τῆς ψυχῆς σου.
Ὡς Πνευματικός Πατήρ ὁ π. Ἰγνάτιος δέν εἶναι αὐταρχικός. Φανερό δεῖγμα, ὅτι δέν ἀνατράφηκε ὡς ὑποτακτικός μοναχός, μέ μία ὑποχρεωτική ὑποταγή πού ἀρκετές φορές ἀντί νά ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, μετεξελίσσεται σέ αὐταρχικότητα καί ἀντί νά ἐλευθερώνει, διαπλάθει συμπλεγματική προσωπικότητα στόν μετέπειτα Ἱερομόναχο. Ἔτσι μή ὄντας αὐταρχικός, δέν δημιουργεῖ κύκλο γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του, δέν «ἀποσπᾶ τούς μαθητάς ὀπίσω» του. Κύκλος του εἶναι ὅλο τό ποίμνιο. Δέν διαθέτει στενούς φίλους καί γυναῖκες «παρά τούς πόδας αὐτοῦ».

Ὁ Λειτουργός
Δέν εἶχε δική του ἐνορία, γύριζε ἀπό τόπου εἰς τόπον. Ὁσάκις ἦρθε στήν πόλη μας, σεβάστηκε τίς συνήθειές μας, τό τυπικό μας, τούς ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας καί πολιτεύτηκε μέ διάκριση. Εἴχαμε ἀκόμα τόν παλιό Ἱερέα μας. Δέν σφετερίστηκε τό ποίμνιό του, τά διακαιώματά του, δέν τόν ἀνταγωνίστηκε, δέν τόν σχολίασε. Τόν ὑπηρέτησε, θά ἔλεγα, σάν πατέρα καί ἀδελφό. Ὑπῆρξε τίμιος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, γνήσιος Λειτουργός. Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου κήρυττε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές συγκέντρωνε τούς πιστούς σέ κάποιο σπίτι καί μιλοῦσε καί τό ἀπόγευμα.
Ἐνῶ ἦταν φύση καλλιτεχνική καί μελετοῦσε τήν Ἐκκλησιαστική Τέχνη (ἁγιογραφία, ὑμνογραφία, κ.λ.π.), δέν διέθετε φωνή ψαλτική. Ἦταν τελείως παράφωνος, ἐκτός κι ἄν τό ἔκανε σκοπίμως. Εἶναι ἀλήθεια πώς δέν μποροῦσες ὡς ψάλτης νά κάνεις ἐπίδειξη τέχνης καί φωνῆς, μέ λειτουργό τόν π. Ἰγνάτιο. Φιλάσθενος ὅπως ἦταν, ἦταν πάντα κουρασμένος, ἰδρωμένος καί τά τελευταῖα χρόνια στεκόταν μέ δυσκολία καί κύρηττε. Τά ἄμφια ἦταν κάτι ξένο πάνω του, δέν τοῦ ταίριαζαν τά χρυσοϋφαντα, τό τριμμένο ράσο καί τό σκουφάκι τοῦ πήγαιναν καλύτερα.

Ὁ Ὀρθόδοξος
Ὑπῆρξε γνήσιος τηρητής, φύλακας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων. Ἀπρικατάληπτος μελετητής τῆς λειτουργικῆς καί καλλιτεχνικῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἐξέφραζε πάντα τήν γνώμη του μέ τήν εὐθύτητα πού ταιριάζει σέ πνευματικό ἄνθρωπο. Ὑπερασπίστηκε πάντα τίς Ὀρθόδοξες θέσεις, ἀδιαφορῶντας γιά τίς γύρω του ἀντιδράσεις καί προσωπικές ἐπιθέσεις, χωρίς νά ἐπιβάλλει τίς ἀντιλήψεις του, χωρίς πάθος, χωρίς συσπειρώσεις καί σχίσματα.
Ὑπῆρξε γνήσιος ὑπερασπιστής τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου. Ὑπερασπίζεται μέ καθαρότητα ἤθους, μέ συνέπεια, ἁπλότητα, σαφήνεια καί ἀκρίβεια τήν ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ Ἁγίου Πατρός. Ἡ καταδίκη τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, ἡ Ὁμολογία τοῦ 1935, ἡ στάση ἀπέναντι στό Σχίσμα τῶβ Φλωρινικῶν, ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑπό μόνου τοῦ Ἁγίου Πατρός καί ὁ καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἱστορικοί σταθμοί ἐκκλησιαστικῆς δόξας καί μεγαλείου, εἶναι καύχημα γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Ἔχει ἐπίγνωση τῆς μοναδικότητας, τῆς παγκοσμιότητας, τῆς αὐθεντίας τῆς Ἐκκλησίας στήν Ὁποῖα ἀνήκει. Σπάνιο φαινόμενο Ὀρθοδόξου, ὅταν ἡ συντριπτική πλειοψηφία Κληρικῶν καί λαϊκῶν διακατέχεται ἀπό μία ἐμετική παραταξιακή Παλαιοημερολογίτικη νοοτροπία, πού παρά τίς πομπώδεις, ὑπεφύαλες διακηρύξεις, δυσκολεύε-ται νά κρύψει τό κόμπλεξ κατωτερότητος πού τήν διακατέχει - λόγῳ ἔλλειψης αὐτοπεποίθησης – καί τήν ἀγωνία τῆς μοναξιᾶς, πράγμα πού καταφαίνεται στή θέα μιᾶς διαρκοῦς ἐλεεινῆς ἐκκλησιαστικῆς κατά-στάσεως δεκαετιῶν, μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς Ψωροκώσταινας, μιᾶς διοικητικῆς ἀτολμίας καί ἀπραξίας, μιᾶς ἀποτελματώσεως, μιᾶς συνεχοῦς παρακμῆς, ὅπου ἡ πρόοδος καί ἡ πνευματική ζωτικότητα καί γονιμότητα εἶναι μία θαμπή ἀνάμνηση.
Τήν στιγμή πού ὁ π. Ἰγνάτιος γράφει τό βιβλίο του «Βρεσθένης Ματθαῖος – Οἱ χειροτονίες του», κάποιοι ἄλλοι διαγράφουν τήν ἱστορία μας, ἑτοιμάζουν τήν μειοδοσία τοῦ 1971 καί δρομολογοῦν ἄθελά τους τήν διαδικασία τοῦ Σχίσματος τοῦ 1995 καί τῆς προσωπικῆς τους καταδίκης. Ὁ Θεός ἀργεῖ, ἀλλά δέν λησμονεῖ. Ἡ ἐποχή ἐκείνη ὑπῆρξε μία σκοτεινή ἐποχή αὐταρχικότητας, ἀδιαφάνειας καί μικροπολιτικῆς. Τούς τίμιους ἀγωνιστές ὑποκατέστησαν τότε οἱ κόλακες, οἱ δουλοπρεπεῖς, οἱ αὐτεπάγγελτοι καί ὄχι μόνο «φίλοι» τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Κάποιος τότε συκοφαντοῦσε τούς ἀδελφούς του ὡς ἐχθρούς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τελείωνε τήν ἀναφορά του «μετά ἀσπασμῶν καί ἐδαφιαίων μετανοιῶν»! Δυστυχῶς καί ἡ Σύνοδος ἐκείνη ἀντιμετώπιζε ὡς ἐχθρούς της τούς μή φίλους τῶν φίλων της! Δέν εἶναι παράξενο πού μετά 25 χρόνια, ἡ ἴδια ἐκείνη Σύνοδος ἔσχισε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (μία Παράταξη ἐπιπλέον!)
Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ἦταν πολιτικάντης. Δέν ἔβλεπε ἄλλου εἴδους σκοπιμότητες πλήν μιᾶς, τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Ἔτσι κάποια μέρα μᾶς χαιρέτησε καί πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος. «Χαιρετίσματα, λοιπόν, στήν ἐξουσία, ἐγώ κρατάω τήν οὐσία κι ὀνειρεύομαι».
Ὁ π. Ἰγνάτιος ὑπῆρξε ἀριστοκράτης, ἄξιος καί γι’ αὐτό ἀγέρωχα σιωπηλός. Ἔφυγε ὁ π. Ἰγνάτιος. Ἔφυγε ὁ ποιμένας καί διασκορπίστηκαν τά πρόβατα, ἄλλα ἐδῶ κι ἄλλα ἐκεῖ. Σέ ὅλους, πιστεύω, κάτι μένει, ἔστω κι ὡς φευγαλέα φάρου ἀναλαμπή μέσα στό ὀμιχλῶδες πέλαγος τῆς θύμησης.
Ἔφυγες π. Ἰγνάτιε καί ἄφησες κενό δυσαναπλήρωτο. Ἄφησες ὅμως καί παράδειγμα κι ἐμεῖς, παλιά σου πνευματικοπαίδια, θυμόμαστε τήν εἰκόνα σου καί τήν φωνή σου καί νιώθουμε εὐτυχεῖς πού σέ γνωρίσαμε.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη καί μνήσθητι καί ἡμῶν.

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Νεομάρτυς ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ τῆς Μάνδρας (+ 1927)
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Προλεγόμενα
Τό ἔτος 1980 – 1981, μέ εὐλογία τοῦ τότε Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαίου, ὑπηρετοῦσα ὡς Κατηχητής στόν Ἱ. Ν. Εὐαγγ. Ματθαίου Μάνδρας. Τότε μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία τῆς γνωριμίας μέ παλαιά στελέχη τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς ἐνορίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Μεταξύ τῶν πιστῶν ἐκείνων ὑπῆρχαν καί αὐτόπτες μάρτυρες τῶν τραγικῶν γεγονότων τοῦ 1927, κατά τά ὁποῖα δυνάμεις τῆς Χωροφυλακῆς, μέ ἐντολή τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ἐπετέθησαν στούς ἐκκλησιαζομένους Γνησίους Ὀρθοδόξους, στόν πανηγυρίζοντα Ἱ. Ν. Ἁγίων Ταξιαρχῶν, μέ ἀποτέλεσμα τόν τραυματισμό τῶν Ὁμολογητριῶν ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ ΛΟΥΛΗ καί ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΤΣΑΡΕΛΗ καί τόν θανάσιμο τραυματισμό τῆς Νεομάρτυρος ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΡΟΥΤΗ.
Μέ τήν οὐσιαστική συνδρομή τοῦ Ἱεροψάλτου Μοναχοῦ Χρυσάνθου καί τῶν κ.κ. Δημητρίου Κουμπέτσου καί Ἀναστασίου Σταμάτη, ἦρθα σέ ἐπαφή μέ πολλούς τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων - καθώς καί μέ τήν οἰκογένεια τῆς Νεομάρτυρος - καί κατέγραψα τίς μαρτυρίες τους. Οἱ μαρτυρίες αὐτές παρουσιάστηκαν σέ ἑσπερινή ἐκδήλωση πού διοργανώθηκε στό Ναό τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου - παρουσίᾳ τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαίου καί Σερβίων καί Κοζάνης Τίτου, Κληρικῶν καί τῶν περισσοτέρων ἐνοριτῶν – μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐπισκέψεως στή Μάνδρα τῶν σπουδαστῶν τοῦ Β’ Φροντιστηρίου Κατηχητῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, Ἰούλιος 1980).
Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ ἀποτελεῖ μία πρώτη παρουσίαση τοῦ θέματος. Πέραν τῶν πληροφοριῶν πού συγκέντρωσα ὁ ἴδιος, ἔχουν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψη σχετικές δημοσιεύσεις τοῦ τότε Ἀθηναϊκοῦ Τύπου, ἀναφορά τοῦ Περιοδικοῦ «Κήρυξ Γνησίων Ὀρθοδόξων», τό βιβλίο τοῦ Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου «ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος – Βίος καί Ἔργα, 1861 - 1950» (1963), καθώς καί τό σχετικό φυλλάδιο τοῦ Ἐπισκόπου Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου μέ τόν τίτλο «ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΜΑΝΔΡΑΣ» (1987).

Ἡ Μάνδρα καί ἡ περιοχή της
Ἡ σημερινή πόλη τῆς Μάνδρας ἔχει τήν ἱστορική της ἀρχή στά Κούντουρα, ἕναν οἰκισμό στά βόρεια τῆς περιοχῆς, γνωστό σήμερα ὡς Παλιοκούντουρα, ἐπί τῆς ὁδοῦ Ἐλευσίνος - Θηβῶν. Ὁ οἰκισμός δημιουργήθηκε μετά τό 1204 ἀπό τούς Φράγκους κατακτητές τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐξακριβωμένα ἱστορικά στοιχεῖα γιά τά Κούντουρα ὑπάρχουν πρίν τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὅταν τό Ἀρβανίτικο στοιχεῖο (Ἀλβανόφωνοι Χριστιανοί) κυριαρχοῦσε (ὅπως καί σήμερα) στήν περιοχή. Τό 1815 ὁ Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ ἀναφέρεται στή Μάνδρα στό ἔργο του «Ταξείδι στήν Ἑλλάδα» καί τήν περιγράφει σάν «χωριό τοῦ Κιθαιρώνα».
Τά Κούντουρα καταστράφηκαν ἀπό τούς Τούρκους τό 1694 καί τό 1826. Τό αὐξημένο πατριωτικό αἴσθημα τῶν Κουντουριωτῶν ἀνέδειξε τόν Στρατηγό τῆς Ἐπαναστάσεως Νικόλαο Ρόκα ἤ Ζερβονικόλα, τόν Ὁπλαρχηγό τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα καί συμπολεμιστή τοῦ Παύλου Μελᾶ Εὐάγγελο Κοροπούλη καί τόν Ναύαρχο τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων Παῦλο Κουντουριώτη.
Ἡ πόλη στή σημερινή της θέση, στά δυτικά τοῦ Θριασίου Πεδίου, κτίστηκε μετά τήν καταστροφή τοῦ 1826.
Στή γεωγραφική περιοχή τῆς Μάνδρας διασώσονται ἀξιόλογα ἱστορικά μνημεῖα ὅπως τά ἐρρείπια τῶν ἀρχαίων Ἐλευθερῶν (πού μνημονεύει ὁ Παυσανίας), μεσαιωνικός πύργος στό Μυρίνι, τά ἱστορικά Βυζαντινά μοναστήρια τοῦ ὁσ. Μελετίου Κιθαιρώνος (11ος αἰ.) καί Ἁγίας Τριάδος Μυρινίου, οἱ ἱστορικοί Ναοί ὁσ. Μελετίου «Μελετάκι» (11ος αἰ.), ἁγ. Ἰωάννη Κορακᾶ (16ος αἰ.) καί ἁγ. Αἰκατερίνης στίς παρυφές τῆς πόλεως (λείψανα τοῦ 16ου αἰ. καί νεώτερο κτίσμα τοῦ 19ου ), κ.ἄ.

Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στήν περιοχή τοῦ Θριασίου
Ἡ κωμόπολη τῆς Μάνδρας ἀπό τῆς ἡμερολογιακῆς ἀλλαγῆς, εἶχε σχεδόν στήν πλειοψηφία της παραμείνει πιστή στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας. Τό γεγονός αὐτό δέν ἦταν τυχαῖο, ἀλλά ὀφείλετο στήν ποιμαντική δραστηριότητα τοῦ Ἁγιορείτου Ἀρχιμανδρίτου Ματθαίου Καρπαθάκη (ἔπειτα Ἐπισκόπου Βρεσθένης καί Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, + 1950).
Στή Μάνδρα καί τήν περιοχή τοῦ Θριασίου ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος εἶχε πολλά πνευματικά τέκνα (ἀρκετοί μοναχοί καί μοναχές τῶν μονῶν του κατάγονταν ἀπό τήν περιοχή) καί ἦταν εὐρύτατα γνωστός. Μέχρι τά τραγικά γεγονότα τοῦ 1927, οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Μάνδρας ὡς πλειοψηφία, χρησιμοποιοῦσαν τόν μοναδικό ναό τῆς κωμοπόλεως, τόν ἱστορικό Ναό τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν, καί οἱ λίγοι Νεοημ/τες τόν κοιμητηριακό Ναό τῆς Κοιμ. Θεοτόκου. Μετά τά γεγονότα, κατασκευάστηκε πρόχειρα ἀπό τούς Ὀρθοδόξους μέ σανίδες ἕνα παράπηγμα δίπλα στόν μανδρότοιχο τοῦ κοιμητηρίου. Ἐκεῖ ἐξυπηρετοῦνταν οἱ πιστοί μέχρι τό 1934, ὁπότε κτίστηκε ἰδιαίτερος ναός, ὁ ὁποῖος ἀφιερώθηκε πρός τιμήν τοῦ ἀρχιμ. Ματθαίου στόν ἅγιο Εὐαγγ. Ματθαῖο. Τόν ναό αὐτό τό ἑπόμενο ἔτος 1935, ἐγκαινίασε ὁ Ἅγιος Πατήρ ὡς Ἐπίσκοπος Βρεσθένης. Παράλληλα χρησιμοποιοῦνταν καί τά ἱστορικά ἐξωκκλήσια ἁγ. Ἰωάννη Κορακᾶ καί ἁγ. Μελετίου "Μελετάκι".
Ὁ Ναός τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου ἦταν ἀπό τό 1952 καί μετά ἕδρα καί διαμονή τοῦ Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος κυροῦ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (+ 1966). Ὁ κατά κόσμον Κωνσταντῖνος Κωστάκης, γεννήθηκε τό 1914 στά Μεσκλᾶ Χανίων, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Δημήτριο καί τήν Εὐγενία. Τά ἐγκύκλια γράμματα παρακολούθησε στή γενέτειρά του. Τό 1941, κατά τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σέ ἡλικία 27 ἐτῶν, ἐγκατέλειψε τήν οἰκογένειά του καί ἀσπάστηκε τόν μοναχικό βίο. Ἀφιερώθηκε στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, ὑπό τόν συμπατριώτη του Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο Α’ (+ 1950).
Ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, διαγνώσας τά προσόντα καί τίς ἀρετές τοῦ Κωνσταντίνου, τόν προώθησε συντομώτατα σέ ὅλες τίς βαθμίδες τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς Ἱερωσύνης. Ἔτσι τήν 5. 5. 1941 χειροθετήθηκε Ρασοφόρος μέ τό ὄνομα Μελέτιος, τήν 3. 11. 1941 χειροτονήθηκε Διάκονος, τήν 20. 11. 1941 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καί τήν 15. 11. 1944 χειροθετήθηκε Μεγαλόσχημος Μοναχός.
Ὑπηρέτησε σέ πολλές ἐνορίες τῆς Ἐκκλησίας σ’ ὅλη τήν Ἑλλάδα. Τό 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ψηφίστηκε Ἐπίσκοπος γιά τήν Ἱερά Μητρόπολη Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος. Χειροτονήθηκε τήν 17. 6. 1952 ἀπό τόν τότε Πρόεδρο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Μητροπ. Θεσσαλονίκης Δημήτριο καί τούς Ἀρχιερεῖς Πατρῶν Ἀνδρέα, Τρίκκης Βησσαρίωνα καί Θηβῶν Ἰωάννη.
Ποίμανε τήν ἐπαρχία του μέ ἕδρα τόν ἱστορικό ναό τοῦ ἁγ. Εὐαγγ. Ματθαίου Μάνδρας. Ὅμως ἡ ὑγεία του λόγῳ τῶν κόπων καί τῶν μόχθων εἶχε καμφθεῖ καί ἔτσι κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 4η Ἀπριλίου 1966, σέ ἡλικία μόλις 52 ἐτῶν, μετά ἀπό νοσηλεία σέ κλινική τοῦ Πειραιῶς. Ἡ κηδεία του τελέστηκε τήν 6. 4. 1966 στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, προεξάρχοντος τοῦ Μητροπ. Πατρῶν Ἀνδρέου, συμπαραστα-τουμένου ὑπό τῶν Σεβ. Ἀρχιερέων Θεσσαλονίκης Δημητρίου, Κορινθίας Καλλίστου καί Τρίκκης Βησσαρίωνος καί 27 Ἱερέων καί Διακόνων. Τόν ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Πρωτοσύγκελλος Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος. Ἐνταφιάστηκε στό Κοιμητήριο τῶν Ἀρχιερέων, παρά τό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μοδέστου.
Τό 1973, ἐξελέγη καί χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος ὁ ἀρχιμ. Ματθαῖος Μακρῆς, ὁ ὁποῖος στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’80 προχώρησε μέ τήν συνδρομή εὐσεβῶν Χριστιανῶν στήν ἐκ βάθρων ἀνακαίνιση τοῦ ναοῦ. Τότε ὁ ναός κτίστηκε μεγαλοπρεπής, Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, μέ τρούλο, γυναικωνίτες καί κωδωνοστάσια. Ἡ πρός τιμήν τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου ἐγκαινιασμένη Ἁγία Τράπεζα τοῦ παλαιοῦ ναοῦ, διατηρήθηκε στόν ἰσόγειο – χειμερινό ναό, στόν ὁποῖο δημιουργήθηκε καί Παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν, σέ ἀνάμνηση τῶν γεγονότων τοῦ 1927. Στόν κυρίως - ἄνω ναό, ἡ κεντρική Ἁγία Τράπεζα ἀφιερώθηκε στούς Ἁγίους 12 Ἀποστόλους, τά πλευρικά Παρεκκλήσιο στόν τοπικό Ἅγιο ὅσ. Μελέτιο τοῦ Κιθαιρώνος καί τούς Ἁγίους Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τά Παρεκκλήσια τοῦ γυναικωνίτη στούς Μεγαλομάρτυρες Ἁγίους Γεώργιο τόν Τροπαιοφόρο καί Δημήτριο τόν Μυροβλύτη.
Τό 1989 στό νέο ναό τελέστηκε ἡ χειροτονία τοῦ Μητροπ. Θεσσαλονίκης Χρυσοστόμου (Μητροπούλου). Ἐπρόκειτο γιά τήν πρώτη ἐπισκοπική χειροτονία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ἡ ὁποία ἔγινε στό φῶς τῆς ἡμέρας, σέ συνθήκες εἰρήνης καί ἀσφαλείας, σέ ἐνορία καί ὄχι σέ μονή, παρουσίᾳ μεγάλου ἀριθμοῦ Ἱεραρχῶν, Κληρικῶν καί πιστοῦ λαοῦ.
Στό Ναό τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου ἐφημέρευσαν ἐκτός ἄλλων πατέρων οἱ μακαριστοί Ἱερομόναχοι Γαβριήλ Χαραλάμπους (+ 1988) καί Ἰωαννίκιος Μπεθάνης (+ 1982), ἀδελφοί τῆς Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Κουβαρᾶ.
Πρίν τήν ἀνέγερση τοῦ νέου Ναοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου - Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ ἐπ. Ματθαῖος ἀνήγειρε τό Ἐπισκοπεῖο τῆς Ἁγίας Σκέπης, μέ ὁμώνυμο Ναό καί Παρεκκλήσιο πρός τιμήν τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, ἐπί τῆς παλαιᾶς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἐλευσίνος – Θηβῶν, ἀπέναντι (σήμερα) ἀπό τό Ἀθλητικό Κέντρο τῆς Μάνδρας.
Στήν ἴδια περιοχή τοῦ Θριασίου καί στήν κοινότητα Μαγοῦλας, κτίστηκε μέ προτροπή καί εὐλογία τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου ἀπό τήν Οἰκογένεια Ἀδάμ τό Παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τό Παρεκκλήσιο αὐτό ἀρχικά κατασκευάστηκε πρόχειρα, μέ σανίδες. Ἕνα βράδυ, κάποιοι μεθυσμένοι Νεοημ/τες χωρικοί (τό ἐκκλησάκι βρίσκεται κοντά στήν πλατείατοῦ χωριου), ἀποφάσισαν νά τό κάψουν. Πῆραν, λοιπόν, μία ποσότητα βενζίνης καί τό περιέλουσαν. Καί τότε ὁ Ἅγιος Θεός οἰκονόμησε ἕνα ἐξαίσιο θαῦμα: Νά σβήνουν τά σπίρτα μέσα στή βενζίνη!!! Ἔτσι τό Παρεκκλήσιο σώζεται μέχρι σήμερα, ὄχι ξύλινο, ἀλλά κανονικῆς κατασκευῆς.
Ἕνας ἀκόμη ναός τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κτίστηκε μέ ὑπόδειξη καί εὐλογία τοῦ μακαρίου Πατρός καί στήν παρακείμενη πόλη τῆς Ἐλευσίνας. Πρόκειται γιά τόν Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου πού κτίστηκε τό 1941 ἀπό ἀγωνιστές Χριστιανούς καί ἐγκαινιάστηκε ἀπό τόν Ἅγιο Πατέρα λίγο ἀργότερα. Στό Ναό αὐτόν ἐφημέρευσαν ἐκτός ἄλλων κληρικῶν καί οἱ μακαριστοί Πατέρες Ἱερεύς Εὐάγγελος Μανώλης καί Ἱερομόναχος Κάλλιστος Κατσούλης (ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Μεταμρφώσεως Κουβαρᾶ). Ὁ Ναός ἀνακαινίστηκε ἐκ βάθρων κατά τήν δεκαετία τοῦ 2010, ἀπό τόν Ἱερομ. Δαμιανό Παπαδημητρίου.

Τά τραγικά γεγονότα τῆς 8ης Νοεμβρίου 1927
Τό 1927, δηλαδή τήν περίοδο ἀμέσως μετά τήν ἐπιβολή τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (1924), ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ἡ ἐκκλησιαστική κατάστασις ἦταν ἔκρυθμη. Τήν καινοτομία δέν εἶχαν ἀποδεχθεῖ δεκάδες χιλιάδες Ὀρθόδοξοι σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι ἐξυπηρετούμενοι καί ἐνισχυόμενοι ἀπό Ζηλωτές Ἁγιορείτες Ἱερομονάχους, καθώς καί ἐλάχιστους ἐγγάμους Ἱερεῖς, κατέθεταν καθημερινά τήν μαρτυρία τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας. Ἡ στάση τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου καί τῶν συνεπισκόπων του ἀπέναντι στούς Γνησίους Ὀρθοδόξους πιστούς ἦταν ἐπιθετική. Οἱ καινοτόμοι Ἀρχιερεῖς προσπαθοῦσαν νά καλύψουν τήν ποιμαντική τους ἀνεπάρκεια καί νά ἐπιβάλουν τήν καινοτομία μέ τήν βοήθεια τοῦ Καίσαρος, δηλαδή τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, τῆς ὁποίας τήν Ἀστυνομία – Χωροφυλακή, ἀκόμη καί τόν Στρατό, εἶχαν στή διάθεσή τους. «Ἐν τῆ περιπτώσει ταύτῃ (δηλαδή τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν Παλαιοημερολογητῶν) – γράφει ὁ Νεοημ. ἱστορικός ἀρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας - ὁ χωροφύλαξ τῆς Πολιτείας ὑπῆρξεν ἡ σώτειρα δύναμις διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα, «Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν», τ. Γ’, σελ. 2042). Τό ἔτος 1927 στή Μάνδρα, φάνηκε μέ τόν πλέον τραγικό τρόπο ἡ προηγούμενη ἀλήθεια, ὅταν ἡ Χωροφυλακή ἐπιτέθηκε κατά τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων καί ὑπῆρξαν θύματα.
Παρά τά διωκτικά μέτρα, τό 1927 καί ἐνῶ πλησίαζε ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν καί ἡ πανήγυρις τοῦ ὁμωνύμου Ναοῦ, οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Μάνδρας ἔστειλαν μία ἐπιτροπή στήν τότε Κοινότητα τῶν Ὀρθοδόξων (τό μοναδικό νομικό πρόσωπο τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τό ὁποῖο συντόνιζε τήν δρατσηριότητα τῶν λίγων κληρικῶν πού ὑπῆρχαν) καί ζήτησαν Ἱερέα γιά τήν ἐξυπηρέτηησή τους κατά τήν πανήγυρι. Ἡ Κοινότητα ἐξασφάλισε καί ἔστειλε τόν Ἱερομόναχο Χριστόφορο Ψαλλίδα, ὁ ὁποῖος ἔφθασε στή Μάνδρα μέ μία σούστα καί ἔτυχε ἐνθουσιώδους ὑποδοχῆς ἀπό τούς κατοίκους. Ταυτόχρονα ἔφθασε στή Μάνδρα καί ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος ἦταν σέ ποιμαντική περιοδία στήν περιοχή τῶν Θηβῶν. Ἔτσι ὁ Ἑσπερινός καί ἡ ἀγρυπνία ἄρχισαν μέ δύο Λειτουργούς καί μέ κάθε δυνατή μεγαλοπρέπεια.
«Ἐνῶ ὁ Ὅσιος Πατήρ ἐτέλει Λειτουργίαν μετ’ ἀγρυπνίας - σημειώνει ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος - ἐπέδραμε νύκτωρ κουστωδία ἐκ 30 χωροφυλάκων. Περιεκύκλωσε τά πέριξ καί διά πυροβολισμῶν ἐζήτει νά διαλύση βιαίως τό εὐσεβές ἐκκλησίασμα, ἐκτοοῦσα τούς ἐκ τῶν μελιρρύτων χειλέων τοῦ Πατρός Ματθαίου ἀποκρεμωμένους πιστούς ἀδελφούς. Οὐδείς ἐπτοήθη καί κανείς δέν ἀπεδυσπέτησεν ἐνώπιον τῆς ἐγκληματικῆς ἐνεργείας. Οἱ πάντες ἀκίνητοι, ἐν μυσταγωγικῆ ἀνατάσει πρός τόν Θεόν, παρέμειναν παρακολουθοῦντες τήν Ἱεράν Ἀκολουθίαν μέχρι πρωϊας. «Ὦ φίλοι, οὐδείς ὑμᾶς χωρίσει μου φόβος, ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ»!
Ἀκριβῶς ὡς οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου, οὕτως καί τά εὐσεβῆ τέκνα τοῦ Πνευματοφόρου Πατρός, οὐδ’ ἐσαλεύθησαν, οὐδ’ ἐκινήθησαν κἄν, ἀψηφοῦντες τήν βάναυσον καί ἱερόσυλον ἐπίθεσιν τῆς ἐκτραπείσης ἐξουσίας. Ἐπέπρωτο ἡ ἀγρυπνία ἐκείνη νά βαφῆ μέ αἷμα Μαρτύρων… Τό αἱματηρόν τοῦτο ἔναυσμα ἀπετέλεσε τόν πρόλογον σειρᾶς βδελυρῶν καί ἀποτροπαίων διώξεων κατά τῶν μαρτύρων Παλαιοημερολογιτῶν, ὥν καί ἡ ἁπλῆ ἀπαρίθμησις θά ἀπήτει πολύτομον βίβλον
» (Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου, «ΜΑΤΘΑΙΟΣ…», σελ. 90 – 91).
Οἱ ἀστυνομικές δυνάμεις πῆγαν στή Μάνδρα μέ ἐντολή τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, γιά νά διακόψουν τήν ἀγρυπνία καί νά συλλάβουν τούς Λειτουργούς. Μπροστά σ’ αὐτή τήν ἐξέλιξη οἱ πιστοί δέν εἶχαν ἄλλη ἐπιλογή ἀπό τό νά κλειδωθοῦν στό Ναό. Τότε οἱ χωροφύλακες ἐπιδόθηκαν σέ βιαιοπραγίες ἔξω ἀπό τόν ναό. Μαινόμενοι γιά τήν ἀποτυχία τους, μέ οὐρλιαχτά, βλαστήμιες καί αἰσχρολογίες, χτυποῦσαν τίς πόρτες τοῦ ναοῦ μέ τούς ὑποκοπάνους τῶν ὅπλων, ἔσπαγαν τά τζάμια τῶν παραθύρων καί πυροβολοῦσαν στόν ἀέρα γιά ἐκφοβισμό.

Ἡ θυσία τῆς Νεομάρτυρος Αἰκατερίνης
Ἡ Νεομάρτυς Αἰκατερίνη γεννήθηκε στή Μάνδρα τό 1900. Τό 1923 παντρεύτηκε τόν Κωνσταντῖνο Ρούτη καί δημιούργησε μαζί του μία ὄμορφη οἰκογένεια. Τόσο ἡ πατρική της οἰκογένεια, ὅσο καί ἐκείνη τοῦ συζύγου της δέν ἀποδέχτηκαν τήν ἐπιβολή τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ νέου ἡμερολογίου (1924), ἀλλά ἔμειναν πιστοί στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Αἰκατερίνη μάλιστα διακρίνοταν γιά τόν δυναμισμό της, ἦταν ζηλώτρια τῆς Πίστεως καί ἀγωνίστρια τῶν πατρίων.
Κατά τήν πανήγυρι τοῦ 1927, εἶχε σπεύσει μέ προθυμία μαζί μέ ἄλλες γυναίκες στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν καί εἶχε κοπιάσει γιά τόν εὐπρεπισμό του καί τήν ἐπιτυχία τῆς πανηγύρεως. Σύμφωνα μέ μία μαρτυρία, πῆγε στόν Ἑσπερινό μαζί μέ τόν σύζυγο καί τά παιδιά της (ἡλικίας 4 ἐτῶν τό μεγάλο καί κάποιων μηνῶν τό μικρό) καί μετά ἐπέτρεψε μαζί τους στό σπίτι της, διότι ὁ σύζυγός της προέβλεπε ἐπεισόδια. Λίγο μετά ὅμως, ὅταν ἄκουσε τούς πυροβολισμούς, ἐγκατέλειψε τήν ἀσφάλεια τῆς οἰκογενειακῆς της ἑστίας καί ἔσπευσε νά ἑνωθεῖ μέ τούς λοιπούς πιστούς, ἐπιστρέφοντας στό Ναό.
Μετά τήν Ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας, ἄρχισε ἡ ἔξοδος τῶν πολιορκημένων Χριστιανῶν ἀπό τόν Ναό. Ἀνάμεσα στούς πρώτους πού βγῆκαν ἀπό τόν Ναό ἦταν ὁ Ἱερομ. Χριστόφορος, ὁ ὁποῖος - ἄν καί μεταμφιεσμένος μέ γυναικεία γεροντικά ἐνδύματα - ἔγινε ἀντιληπτός καί συνελήφθη, μαζί μέ πέντε πιστούς. Κατά τήν ἔξοδο τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀρκετές γυναίκες μέ προεξάρχουσα τήν Αἰκατερίνη, δημιούργησαν ἕνα ἀνθρώπινο τεῖχος γύρω του. Στήν ἀπαίτηση τῶν χωροφυλάκων νά τούς τόν παραδώσουν, στεντόρεια ἀκούστηκε ἡ φωνή τῆς Αἰκατερίνης: «Μόνο πάνω ἀπό τά πτώματά μας θά πάρετε τόν Ἱερέα μας»! Μία φωνή πού ἀποδείχθηκε προφητική καί μία ὁμολογία πού ἔμελε νά ὑπογραφεῖ μέ αἷμα.
Μή μπορῶντας οἱ χωροφύλακες νά διασπάσουν τόν ἀνθρώπινο κλοιό, ἄρχισαν νά πυροβολοῦν γιά ἐκφοβισμό. Τότε τραυματίστηκαν ἀπό σφαῖρα στόν κρόταφο ἡ ἀείμνηστη Ἀγγελική Κατσαρέλλη, καθώς καί ἡ Χαρίκλεια Λούλη. Ἀλλά τό ἐπεισόδιο δέν τελείωσε ἐκεῖ. Κάποια στιγμή ἡ Αἰκατερίνη ἀντιλήφθηκε τήν κακούργο πρόθεση ἑνός χωροφύλακα, πού ἔχει ὑψώσει τόν ὑποκόπανο τοῦ ὅπλου του γιά νά κτυπήσει τόν Ἅγιο Πατέρα. Ἀστραπιαῖα ἡ νεαρή γυναῖκα κάλυψε μέ τό σῶμα της τόν Λειτουργό τοῦ Ὑψίστου καί δέχεται ἐκείνη τό θανατηφόρο κτύπημα στό ἀριστερό μέρος τῆς κεφαλῆς της. Ἡ Αἰκατερίνη ἔπεσε αἱμόφυρτη στό ἔδαφος. Τά τελευταῖα της λόγια ἦταν μία ἐπίκληση τοῦ Θεομητορικοῦ ὀνόματος, «Παναγία μου».
Τό φοβερό αὐτό γεγονός ἐπέτρεψε στούς πιστούς νά φυγαδεύσουν τόν Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο. Ἀρχικά τόν ἔκρυψαν σέ ἔμπιστο σπίτι καί τήν ἑπομένη τόν ὁδήγησαν μέ μία σούστα, «θαμμένο» κάτω ἀπό δεμάτια σανοῦ, στό ἐξωκκλήσι τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Φρυγανᾶ, ὅπου τόν περέμεναν ἄλλοι πιστοί γιά νά τόν ὁδηγήσουν στό Μετόχι τῆς ὁδοῦ Μεγ. Ἀλεξάνδρου 71.
Πίσω στόν τόπο τοῦ ἐγκλήματος, γυναῖκες μέ ἀγωνία καί λυγμούς προσπαθοῦν νά περιποιηθοῦν τό αἱμόφυρτο σῶμα τῆς Αἰκατερίνης. Κάποιοι ἄνδρες εἰδοποιοῦν τόν σύζυγό της. Οἱ τραυματίες μεταφέρονται (μέ τά ἀνύπαρκτα συγκοινωνιακά μέσα τῆς ἐποχῆς), στό Θεραπευτήριο «Εὐαγγελισμός» τῶν Ἀθηνῶν. Ἀπό ἐκεῖ ἡ Ἀγγελική Κατσαρέλλη νά βγεῖ λίγες ἡμέρες ἀργότερα, ἀλλά ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη θά παραδώσει τό πνεῦμα της «εἰς χείρας Θεοῦ», τήν 15η τοῦ ἰδίου μηνός, πρώτη ἡμέρα τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, στίς 4 τό πρωϊ, μετά ἀπό ἑπταήμερη πάλη μέ τόν θάνατο. Πρίν κοιμηθεῖ, κατάφερε νά γράψει μέ δυσκολία ἕνα σημείωμα γιά τόν σύζυγό της, στό ὁποῖο τόν παρακαλεῖ νά προσέχει τά παιδιά τους (ἡλικίας τεσσάρων ἐτῶν τό πρῶτο καί κάποιων μηνῶν τό δεύτερο)!
Τό τότε Διοικητικό Συμβούλιο τῆς Κοινότητος τῶν Ὀρθοδόξων, κινητοποίησε χιλιάδες μέλη του γιά τήν κηδεία καί τόν ἐνταφιασμό της. «Ἐπιζῶντες αὐτόπτες μάρτυρες τῆς κηδείας - γράφει ὁ ἐπ. Καλλιόπιος - μᾶς πληροφόρησαν, ὅτι αὐτό πού παρακολούθησαν τήν ἡμέρα ἐκείνη δέν ἦταν κηδεία, ἀλλά ἱερά τιτανεία Μαρτυρικοῦ Λειψάνου. Χιλιάδες πιστοί συνόδευσαν τήν πομπή, ἄλλοι κρατοῦντες ἄνθη, ἄλλοι λαμπάδες καί ἄλλοι φοίνικες». Τό λείψανο τῆς Αἰκατερίνης Ρούτη ἐνταφιάστηκε στό κοιμητήριο τῆς Μάνδρας.
Τά θλιβερά αὐτά γεγονότα κάλυψαν ἀναλυτικά πολλές Ἀθηναϊκές ἐφημερίδες. Τό «Σκρίπ» τοῦ ἀειμνήστου Γρηγορίου Εὐστρατιάδη, στό φύλλο τῆς 29. 11. 1927, δημοσίευσε βαρυσήμαντο ἄρθρο μέ τόν τίτλο «Τό αἷμα τῆς Μάνδρας». Ἡ «Ἑσπερινή» τῆς ἴδιας ἡμερομηνίας δηοσιεύει ἄρθρο μέ τόν τίτλο, «Ἡ ἐνοχή τοῦ Μητροπολίτου». Ἡ «Νέα Ἡμέρα» δημοσιεύει ἄρθρο μέ τόν τίτλο, «Ὁ Ματωμένος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν – Εἰς τήν Μάνδραν ἐχύθη αἷμα Χριστιανικόν ἐξ αἰτίας του».
Σύμφωνα μέ δημοσιεύματα τῆς «Ἑσπερινῆς», οἱ κακοποιημένοι Χριστιανοί τῆς Μάνδρας βγῆκαν καί κατηγορούμενοι! «Ἡ σχηματισθεῖσα δικογραφία διά τάς σκηνάς τῆς Μάνδρας – γράφει τό φύλλο τῆς 25. 11. 1927 – μεταξύ Ἀρχῶν καί Παλαιοημερολογιτῶν, ἀπεστάλη ὑπό τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν εἰς τόν Ἀνακριτήν τοῦ 6ου Τμήματος κ. Σουργιαδάκην, ὁ ὁποῖος θά ἐπιληφθῆ τῶν ἀνακρίσεων. Ἐκ τῶν προανακρίσεων δώδεκα ἐν ὅλῳ ἐθεωρήθησαν ὡς πρωταίτιοι τῶν σκηνῶν, ἐξ ὡς πέντε συνελήφθησαν, οἱ δέ λοιποί ἑπτά φυγοδικοῦν. Μέ τούς συλληφθέντας εἶναι καί ὁ Ἱερομόναχος Χριστόφορος Ψαλλίδας. Εἰς τούς ἐνεχομένους θά ἀπαγγελθῆ ὑπό τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ κατηγορία ἐπί ἀντιστάσει μετά βιαιοπραγιῶν κατά προσώπου καί ἀπόπειρα ἀναιρέσεως κατά τοῦ προσώπου τοῦ Ἀνθυπομοιράρχου»! Καί στό φύλλο τῆς 26. 11. 1927 γράφεται, ὅτι «κατόπιν ὁμοφωνίας τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν κ. Κιουρτσάκη καί τοῦ Ἀνακριτοῦ τοῦ 6ου Τμήματος κ. Σουργιαδάκη, προεφυλακίσθησαν ὁ Ἱερεύς Ψαλλίδας καί οἱ Παλαιοημερολογίται Μάνδρας, κατηγορούμενοι διά τάς ἐκεῖ αἱματηράς σκηνάς»!
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τά θύματα γράφεται, ὅτι «εἰς τόν Ἰατρόν κ. Ξάνθην ἀνετέθη νά ἐνεργήση ἰατροδικαστικήν ἐξέτασιν τῶν ἐν τῶ Νοσοκομείῳ «Εὐαγγελισμός» νοσηλευομένων δύο γυναικῶν, αἴτινες ἐτραυματίσθησαν εἰς τάς σκηνάς τῆς Μάνδρας. Ἐκ τῆς ἰατροδικαστικῆς ἐξετάσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη φέρει τραῦμα εἰς τήν ἀριστεράν κροταφικήν χώραν, εἴτε διά λίθου, εἴτε διά δι’ ὑποκοπάνου ὅπλου καί ὅτι ἀναμένεται τό μοιραῖον λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ τραύματος. Ἡ Ἀγγελική Κατσαρέλλη φέρει τραῦμα διά σφαίρας πυροβόλου ὅπλου εἰς τήν ἀριστεράν κροταφικήν χώραν ἀκίνδυνον» Ἑσπερινή», 25. 11. 1927).

Ἡ συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας
Στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη κατέχει θέσει Νεομάρτυρος. Κατά τήν ἀνακομιδή της, μέ ἀπαίτηση τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, τά Λείψανά της μεταφέρθηκαν στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, ὅπου σήμερα φυλάσσεται ἡ Κάρα της, «τιμωμένη ὡς Λείψανο Μαρτυρικό» («Κ.Γ.Ο».). Κείμενα καί ἄρθρα γιά τήν θυσία καί τήν σημασία της ἔχουν δημοσιευθεῖ πολλά (καί ἐπίσης πολλά βρίσκονται ἀναρτημένα στό Διαδύκτιο). Εἰκόνες της ἔχουν ἁγιογραφηθεῖ ἀπό τίς Ἱερές Μονές Ἁγίας Τριάδος Πυθαρίου Καλύμνου καί Μεταμ. Σωτῆρος Βοστώνης. Ἀπολυτίκιο καί Κοντάκιό της κυκλοφοροῦν στήν Ἑλληνική καί Ἀγγλική γλῶσσα.
Ἡ περίπτωση τῆς Νεομάρτυρος Αἰκατερίνης Ρούτη εἶναι ὅμοια μέ ἐκείνη τῆς ἐπίσης Νεομάρτυρος Βασιλικῆς Λάζαρη, ἡ ὁποία τραυματίστηκε θανάσιμα το 1950 στόν Ἱ. Ν. Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου Λαζαράτων Λευκάδος, κάτω ἀπό τίς ἀκόλουθες συνθῆκες:
Τό 1949 ἐστάλη στή Λευκάδα ἀπό τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο Α’, ὁ Ἱερομόναχος Πολύκαρπος Ματθιούλης, ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ. Ὅταν ὁ Νεοημ. Μητροπ. Λευκάδος Δωρόθεος πληροφορήθηκε γιά τήν παρουσία τοῦ π. Πολυκάρπου, ζήτησε ἀπό τήν Χωροφυλακή νά τόν συλλάβει καί νά διαλύσει τούς Ὀρθοδόξους. Σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων, ὁ π. Πολύκαρπος γιά νά μήν συλληφθεῖ, ἔμεινε μέσα στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων γιά 6 μῆνες! σέ ἕνα κελλί στό νάρθηκα. Ἔτσι ἡ Χωροφυλακή συνελάμβανε μόνο τούς πιστούς πού πήγαιναν νά ἐξυπηρετηθοῦν. Τά θλιβερά γεγονότα κατά τά ὁποῖα τραυματίσθηκε θανάσιμα ἡ Βασιλική Λάζαρη συνέβησαν ὅταν οἱ Χωροφύλακες παραβίασαν τήν πόρτα τοῦ Ναοῦ καί μπῆκαν γιά νά συλλάβουν τόν Ἱερέα. Τότε ἡ Βασιλική Λάζαρη, στήν προσπάθειά της νά προστατεύσει τόν Ἱερέα, δέχθηκε θανατηφόρο κτύπημα ἀπό ἕναν ἤ περισσότερους Χωροφύλακες, μέ ἀποτέλεσμα νά τραυματιστεῖ σοβαρά καί νά ἀποβιώσει λίγο ἀργότερα.
Καί στίς δύο περιπτώσεις οἱ ἁπλές γυναίκες τοῦ λαοῦ Αἰκατερίνη καί Βασιλική, προστάτευσαν μέ τήν ἴδια τους τήν ζωή ὄχι μόνον τήν γνησιότητα τῆς Πίστεως, ἀλλά καί τήν Ἱερωσύνη - Ἀποστολική Διαδοχή, μή ἐπιτρέποντες τήν σύλληψη – κακοποίηση τῶν κατά τά πάντα ἀξίων Ὀρθοδόξων Λειτουργῶν τοῦ Ὑψίστου, ἀπό τά ὄργανα τῶν κακοδόξων, καινοτόμων καί ἀναξίων τῆς ἀποστολῆς τους Ἱεραρχῶν.
Παρόμοιες περιπτώσεις μαρτυρίου Ὀρθοδόξων ἀπό αἱρετικούς «Χριστιανούς» ἀναφέρονται πολλές στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας (λ.χ. οἱ Μάρτυρες ὑπό Εἰκονομάχων στήν Χαλκή Πύλη τῆς ΚΠόλεως, οἱ Ἁγιορείτες Ὁσιομάρτυρες ὑπό Λατινοφρόνων, οἱ Μάρτυρες τοῦ Γιούριεφ Ἐσθονίας ὑπό Λουθηρανῶν, κ.ἄ.).

Δι’ εὐχῶν τῆς Ἁγίας Νεομάρτυρος ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. ΑΜΗΝ.