Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

π. ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΕΤΣΗΣ

Ἀνέστη Χατζῆ, Διδασκάλου

Κείμενο εἰσηγήσεως πού παρουσιάστηκε τήν 15/18. 4. 2001, κατά τήν διάρκεια Ἡμερίδας πού ὀργάνωσε πρός τιμήν τοῦ Ὁσίου Πατρός Ἰγνατίου ἡ Ἱερά Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, στόν Ἱερό Ἐπισκοπικό Ναό ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου Ἀττικῆς.

Τριάντα χρόνια μετά τήν ὁσία κοίμησή του, συναχθήκαμε γιά νά μιλήσουμε γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Εἶναι ἀνάγκη; Εἶναι. Γιατί; Διότι τό ἀπαιτεῖ:
Ἡ κακή ἐκκλησιαστική μας κατάσταση.
Ἡ κάμψη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
Ἡ κραυγή ἀναζήτησης τοῦ καλοῦ ποιμένος.
Ἡ ἀνάγκη ζωντανοῦ προτύπου. Καί
Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαναβεβαίωσης, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ζῆ.

«Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτῶ Ἰγνάτιος». Ἐπειδή:
Ἡ Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. δέν ἔχει, εἶναι ἀλήθεια δυστυχῶς, τήν δυνατότητα νά παράγει ἐκκλησιαστικά στελέχη αὐτῆς τῆς ποιότητας! Ὅ,τι καλό βλαστάνει καί ἀνθίζει ὀφείλεται στήν οἰκογενειακή ἀνατροφή καί τήν ἀτομική προσπάθεια κυρίως καί λιγότερο στήν ἐκκλησιαστική προσπάθεια.
Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν μαθήτευσε στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι εἶχε τό εἶχε ἀφ’ ἑαυτοῦ του. Ὑπῆρξε πρωτότυπος γιά τά δικά μας δεδομένα.
Ἡ γενική ἐντύπωση: Ἕνας ἄνθρωπος ξένος, χωρίς συμπλέγματα, ἀγκυλώσεις, διδακτισμό καί αὐταρχισμό. Ἕνας Γ.Ο.Χ. πού δέν ἦταν Παλαιοημερολογίτης. Φαίνεται ἀπό μακρυά ἡ διαφορετικότητά του. Πᾶμε πιό κοντά; Πατήρ Ἰγνάτιος σημαίνει γιά μένα: Χαρά καί περιέργεια. Χαρά καί περίσκεψη. Χαρά καί αὐτεπίγνωση. Χαρά καί κατάνυξη. Χαρά καί προσπάθεια. Χαρά καί ὅ,τι ἄλλο θέλεις! Διότι Ἐκκλησία σημαίνει πάνω ἀπό ὅλα χαρά!
Τόν πλησιάζεις καί σέ συλλαμβάνει μέ τό δύχτι τῆς χαρᾶς. (Δέν ὑπάρχει πνευματικότητα, ὅπου δέν ὑπάρχει χαρά).
Ὁ π. Ἰγνάτιος εἶναι ἄνθρωπος πνευματικός, ἄνθρωπος Ἀποστολικός, ἄνθρωπος ὑπόδειγμα. Στό «κάνε ὅ,τι σοῦ λέω», ἀντιπαραθέτει τό «κάνε ὅ,τι βλέπεις καί αἰσθάνεσαι»!
Δέν γνωρίζω, ἄν ὁ π. Ἰγνάτιος ἐκτελοῦσε καθήκοντα μοναχοῦ, σάν ὅλους τούς μοναχούς ἤ ἄν ἡ ἐξαντλητική του ἄσκηση ἦταν γι’ αὐτόν ὑπέρτατη ἀπόλαυση καί ἀποζητοῦσε τίς ὧρες τῆς νύχτας, ὅταν οἱ ἄλλες μέριμνες τοῦ ἄφηναν ἐλεύθερο χρόνο. Ἡ ἐγκράτεια ἦταν γι’ αὐτόν φιλοσοφία, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή καταφύγιο, τό ἐργόχειρο καί ἡ ὀλιγολογία στολίδι.
Ὁ π. Ἰγνάτιος ἦταν ἄνθρωπος σύγχρονος, ἄνθρωπος κοινωνικός. Ἐκτελεῖ μιάν ἀποστολή. Καί αὐτή δέν ἦταν ἀποστολή ἀναχωρητοῦ μοναχοῦ, ἀλλά κληρικοῦ. Κλῆρος του ἦταν τό ποίμνιο καί ἡ θέση του στήν κοινωνία. Ὁ κληρικός εἶναι ἀνώτερος τοῦ μοναχοῦ.
Συναναστρέφεται κάθε ἄνθρωπο, ἀνεξαρτήτως φύλου καί ἡλικίας. Μέ ὅλους προσηνής, ἐγκάρδιος, προσιτός καί συνάμα ἀπρόσιτος. Ἐγγύς καί μακράν. Ὅσο περισσότερο σέ ἀφῆνει νά τόν πλησιάσεις, τόσο περισσότερο ἀναγνωρίζεις τόν ἀσκητή. Εἶναι πάντα ἀνώτερος καί πάντας σέ ἀπόσταση, διότι ὁ σεβασμός πού ἐμπνέει εἶναι μεγάλος καί ἰσχυρός.
Ὁ π. Ἰγνάτιος στό θέμα τῆς Πίστεως, στό ζήτημα τοῦ Ἑορτολογίου, τῆς Ὁμολογίας κ.λ.π. ὑπῆρξε ρηξικέλευθος, κάθετος, κατηγορηματικός. Ὅμως ἡ ἀκρίβεια τῆς πίστεως, μετουσιούμενη σέ ἀκρίβεια Χριστιανικοῦ βίου, δέν εἶχε ἴχνος σκαιότητας, στυγνότητας, ἰταμότητας, ἀλαζονείας καί ἐπιδείξεως πού χαρακτηρίζουν πολλούς ἄλλους ἀκριβολόγους τῆς Πίστεως.
Ὁ π. Ιγνάτιος δέν εἶναι ἁπλά ζηλωτής, εἶναι φλογερός, εἶναι πυρπολητής. Πλήν ὅμως ὁ ζῆλος τῆς ἀρετῆς κάνει τήν φλόγα του δροσιά. Ὁ λόγος του δέν εἶναι λίβας πού καίει, πού καυτηριάζει, πού κατελέγχει, εἶναι δρόσος Ἀερμών, εἶναι δροσοπηγή πού καλεῖ τόν περιπλανώμενο στῆς κοινωνικῆς συνάφειας τό ἄγονον καί ἄνυδρον.

Ἡ μόρφωση
Τά γράμματα ὁπωσδήποτε συμβάλλουν στή μόρφωση, ὅταν ὁ σπουδαστής τά χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο καί ὄχι ὡς κτῆμα ἤ τυπικό προσόν. Ὁ π. Ἰγνάτιος χρωστάει πολλά στά γράμματα, αὐτό τό βλέπεις στήν ποιότητα τοῦ λόγου του, ἑνός λόγου προσωπικοῦ πού ἀναβλαστάνει ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀφομοιώσει διά τῆς προσωπικῆς μελέτης καί ἀσκήσεως. Ἑνός λόγου ἀπλοῦ, εὐχερῶς διατυπωμένου, πού ἐκφράζει ἐλευθερία καί εὑρύτυτα σκέψεως, σφραιρικότητα, πληρότητα γνώσεως καί ἀκρίβεια. Ἑνός λόγου εὐχάριστου, ἀφομοιώσιμου, ἥρεμου, διδακτικοῦ ἤ κατανυκτικοῦ, πού ἀποπνέει Ὀρθοδοξία, ἀρετή καί πνευματική ἐμπειρία.
Ἡ γλῶσσα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι ἀπλή καί ἀνεπιτήδευτη. ἡ χρειά τῆς φωνῆς του λεπτή, μελωδική, μέ τονικές ἐναλλαγές, ἀφηγηματικῆς μορφῆς, ἥρεμη, πού τονίζεται μέ μικρές κινήσεις τῶν χεριῶν. Εἶναι ἕνας τρόπος πού φανερώνει διδακτική ἐμπειρία, αὐτοπεποίθηση καί κυριαρχία.
Ὁμιλεῖ ὁ π. Ἰγνάτιος καί παγώνει κάθε ἦχος. Αὐτιά καί μάτια ἀνοιχτά. Οἱ καρδιές χτυποῦν, τά κεράκια συνεχίζουν νά λιώνουν καί πολλές φορές ὁ ἱδρώτας τρέχει ποτάμι στήν Ὡραία Πύλη.
Αὐτή ὅμως ἡ μόρφωση, ἡ μόρφωση τῶν γραμμάτων, δέν μετράει καθόλου γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Θεωρεῖ πώς ὅλη ἡ μόρφωση χρειάστηκε μόνο καί μόνο γιά νά τόν φέρει στήν Ἐκκλησία. Ὁ ρόλος της τελείωσε. Ἡ πνευματική μόρφωση τώρα ἀρχίζει. Ἔτσι δέν εἶναι φίλος τῶν πτυχίων, τῆς θύραθεν παιδείας, εἶναι φίλος τῆς πνευματικῆς ἐργασίας, ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἡ πνευματική ἐμπειρία, ἡ ἀποκάλυψη, τό θαῦμα. Ὁ π. Ἰγνάτιος βιώνει τό Μυστήριο τῆς Πίστεως καί σ’ αὐτό τό γεγονός καλεῖ κι ἐμᾶς.

Ὁ Πνευματικός Πατήρ
Κάθε ἕνας ἔχει σχηματίσει τήν γνώμη, κοινή γνώμη θά ἔλεγα, πρί τοῦ Πνευματικοῦ Πατρός, τοῦ καθοδηγητοῦ, τοῦ ἐξομολόγου. «Τό ξέρει ὁ Πνευματικός σου; Ζήτησες ἄδεια ἀπό τόν Πνευματικό σου;» Ὡς Πνευματικός ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ὑπῆρξε τέτοιος. Δέν ἦταν ἀκριβῶς Πατήρ, ἦταν ὁ ἀδελφός, ὁ συναγωνιστής, ὁ σύντροφος πού σέ καλεῖ νά βάψεις «τήν χείρα ἐν τῶ τριβλίῳ μετ’ αὐτοῦ». Θά μέ ἀκούσει, θά χαρεῖ, θά λυπηθεῖ, θά θυμώσει, ἀλλά σάν ἑταῖρος. Σοῦ ἀφήνει τήν ἐντύπωση, ὅτι ὁ ἀγώνας πού σοῦ ἀναθέτει εἶναι συνεταιρικός, ὅτι δέν εἶσαι μόνος σου, ὅτι συμπάσχει καί αὐτός. Θυμώνει γιά τήν ἐπιμονή, σάν νά θυμώνει μέ τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι ἕτερος, εἶναι ἑταῖρος. Ὅταν προδίδεις τόν ἀγώνα σου εἶναι σάν νά προδίδεις τόν ἴδιο. Εἶναι αὐστηρότατος, ἀφήνοντάς σε νά πιστεύεις ὅτι σοῦ φέρθηκε μέ ἐπιείκεια.
Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι χαρά, ἐλπίδα, ἀσφάλεια, ἱκανοποίηση, αὐτεπίγνωση, φιλοτιμία. Θέλει ἄσκηση, μελέτη καί προσευχή. Δέν ζητάει ταπείνωση καί ὑπακοή, αὐτά τά ἐμπνέει. Δέν χτίζει, θεμελιώνει. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶναι ἀνάκριση καί ἐξιλέωση. Εἶναι μάθημα, ἀπαίτηση, παράκληση, διαφύλαξη τῆς Ὁμολογίας, τήρηση τῶν ἐντολῶν, φόβος Θεοῦ, αὐτογνωσία, ἐγκράτεια καί προσευχή.
Ὅταν ἐρχόταν ὁ π. Ἰγνάτιος εἶχα τήν ἐντύπωση, ὅτι ἐρχόταν ἀποκλειστικά γιά μένα κατά τό «Ζακχαῖε κατάβηθι, ἐν τῶ οἴκῳ σου δεῖ μέ μεῖναι». Ἀγαποῦσε τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου καί δέν ἔβαζε τίποτα μπροστά σ’ αὐτό. Εἶσαι ὁ μοναδικός ψάλτης καί δέν κάνει νά ψάλλεις; Ποτέ νά μήν γίνει ἡ Λειτουργία. Δέν σέ θυσιάζει γιά τίποτα στόν κόσμο. Μέ Πνευματικό τόν π. Ἰγνάτιο συνειδητοποιεῖς τήν ἀξία τῆς ψυχῆς σου.
Ὡς Πνευματικός Πατήρ ὁ π. Ἰγνάτιος δέν εἶναι αὐταρχικός. Φανερό δεῖγμα, ὅτι δέν ἀνατράφηκε ὡς ὑποτακτικός μοναχός, μέ μία ὑποχρεωτική ὑποταγή πού ἀρκετές φορές ἀντί νά ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, μετεξελίσσεται σέ αὐταρχικότητα καί ἀντί νά ἐλευθερώνει, διαπλάθει συμπλεγματική προσωπικότητα στόν μετέπειτα Ἱερομόναχο. Ἔτσι μή ὄντας αὐταρχικός, δέν δημιουργεῖ κύκλο γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του, δέν «ἀποσπᾶ τούς μαθητάς ὀπίσω» του. Κύκλος του εἶναι ὅλο τό ποίμνιο. Δέν διαθέτει στενούς φίλους καί γυναῖκες «παρά τούς πόδας αὐτοῦ».

Ὁ Λειτουργός
Δέν εἶχε δική του ἐνορία, γύριζε ἀπό τόπου εἰς τόπον. Ὁσάκις ἦρθε στήν πόλη μας, σεβάστηκε τίς συνήθειές μας, τό τυπικό μας, τούς ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας καί πολιτεύτηκε μέ διάκριση. Εἴχαμε ἀκόμα τόν παλιό Ἱερέα μας. Δέν σφετερίστηκε τό ποίμνιό του, τά διακαιώματά του, δέν τόν ἀνταγωνίστηκε, δέν τόν σχολίασε. Τόν ὑπηρέτησε, θά ἔλεγα, σάν πατέρα καί ἀδελφό. Ὑπῆρξε τίμιος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, γνήσιος Λειτουργός. Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου κήρυττε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές συγκέντρωνε τούς πιστούς σέ κάποιο σπίτι καί μιλοῦσε καί τό ἀπόγευμα.
Ἐνῶ ἦταν φύση καλλιτεχνική καί μελετοῦσε τήν Ἐκκλησιαστική Τέχνη (ἁγιογραφία, ὑμνογραφία, κ.λ.π.), δέν διέθετε φωνή ψαλτική. Ἦταν τελείως παράφωνος, ἐκτός κι ἄν τό ἔκανε σκοπίμως. Εἶναι ἀλήθεια πώς δέν μποροῦσες ὡς ψάλτης νά κάνεις ἐπίδειξη τέχνης καί φωνῆς, μέ λειτουργό τόν π. Ἰγνάτιο. Φιλάσθενος ὅπως ἦταν, ἦταν πάντα κουρασμένος, ἰδρωμένος καί τά τελευταῖα χρόνια στεκόταν μέ δυσκολία καί κύρηττε. Τά ἄμφια ἦταν κάτι ξένο πάνω του, δέν τοῦ ταίριαζαν τά χρυσοϋφαντα, τό τριμμένο ράσο καί τό σκουφάκι τοῦ πήγαιναν καλύτερα.

Ὁ Ὀρθόδοξος
Ὑπῆρξε γνήσιος τηρητής, φύλακας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων. Ἀπρικατάληπτος μελετητής τῆς λειτουργικῆς καί καλλιτεχνικῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἐξέφραζε πάντα τήν γνώμη του μέ τήν εὐθύτητα πού ταιριάζει σέ πνευματικό ἄνθρωπο. Ὑπερασπίστηκε πάντα τίς Ὀρθόδοξες θέσεις, ἀδιαφορῶντας γιά τίς γύρω του ἀντιδράσεις καί προσωπικές ἐπιθέσεις, χωρίς νά ἐπιβάλλει τίς ἀντιλήψεις του, χωρίς πάθος, χωρίς συσπειρώσεις καί σχίσματα.
Ὑπῆρξε γνήσιος ὑπερασπιστής τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου. Ὑπερασπίζεται μέ καθαρότητα ἤθους, μέ συνέπεια, ἁπλότητα, σαφήνεια καί ἀκρίβεια τήν ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ Ἁγίου Πατρός. Ἡ καταδίκη τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, ἡ Ὁμολογία τοῦ 1935, ἡ στάση ἀπέναντι στό Σχίσμα τῶβ Φλωρινικῶν, ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑπό μόνου τοῦ Ἁγίου Πατρός καί ὁ καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἱστορικοί σταθμοί ἐκκλησιαστικῆς δόξας καί μεγαλείου, εἶναι καύχημα γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Ἔχει ἐπίγνωση τῆς μοναδικότητας, τῆς παγκοσμιότητας, τῆς αὐθεντίας τῆς Ἐκκλησίας στήν Ὁποῖα ἀνήκει. Σπάνιο φαινόμενο Ὀρθοδόξου, ὅταν ἡ συντριπτική πλειοψηφία Κληρικῶν καί λαϊκῶν διακατέχεται ἀπό μία ἐμετική παραταξιακή Παλαιοημερολογίτικη νοοτροπία, πού παρά τίς πομπώδεις, ὑπεφύαλες διακηρύξεις, δυσκολεύε-ται νά κρύψει τό κόμπλεξ κατωτερότητος πού τήν διακατέχει - λόγῳ ἔλλειψης αὐτοπεποίθησης – καί τήν ἀγωνία τῆς μοναξιᾶς, πράγμα πού καταφαίνεται στή θέα μιᾶς διαρκοῦς ἐλεεινῆς ἐκκλησιαστικῆς κατά-στάσεως δεκαετιῶν, μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς Ψωροκώσταινας, μιᾶς διοικητικῆς ἀτολμίας καί ἀπραξίας, μιᾶς ἀποτελματώσεως, μιᾶς συνεχοῦς παρακμῆς, ὅπου ἡ πρόοδος καί ἡ πνευματική ζωτικότητα καί γονιμότητα εἶναι μία θαμπή ἀνάμνηση.
Τήν στιγμή πού ὁ π. Ἰγνάτιος γράφει τό βιβλίο του «Βρεσθένης Ματθαῖος – Οἱ χειροτονίες του», κάποιοι ἄλλοι διαγράφουν τήν ἱστορία μας, ἑτοιμάζουν τήν μειοδοσία τοῦ 1971 καί δρομολογοῦν ἄθελά τους τήν διαδικασία τοῦ Σχίσματος τοῦ 1995 καί τῆς προσωπικῆς τους καταδίκης. Ὁ Θεός ἀργεῖ, ἀλλά δέν λησμονεῖ. Ἡ ἐποχή ἐκείνη ὑπῆρξε μία σκοτεινή ἐποχή αὐταρχικότητας, ἀδιαφάνειας καί μικροπολιτικῆς. Τούς τίμιους ἀγωνιστές ὑποκατέστησαν τότε οἱ κόλακες, οἱ δουλοπρεπεῖς, οἱ αὐτεπάγγελτοι καί ὄχι μόνο «φίλοι» τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Κάποιος τότε συκοφαντοῦσε τούς ἀδελφούς του ὡς ἐχθρούς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τελείωνε τήν ἀναφορά του «μετά ἀσπασμῶν καί ἐδαφιαίων μετανοιῶν»! Δυστυχῶς καί ἡ Σύνοδος ἐκείνη ἀντιμετώπιζε ὡς ἐχθρούς της τούς μή φίλους τῶν φίλων της! Δέν εἶναι παράξενο πού μετά 25 χρόνια, ἡ ἴδια ἐκείνη Σύνοδος ἔσχισε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (μία Παράταξη ἐπιπλέον!)
Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ἦταν πολιτικάντης. Δέν ἔβλεπε ἄλλου εἴδους σκοπιμότητες πλήν μιᾶς, τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Ἔτσι κάποια μέρα μᾶς χαιρέτησε καί πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος. «Χαιρετίσματα, λοιπόν, στήν ἐξουσία, ἐγώ κρατάω τήν οὐσία κι ὀνειρεύομαι».
Ὁ π. Ἰγνάτιος ὑπῆρξε ἀριστοκράτης, ἄξιος καί γι’ αὐτό ἀγέρωχα σιωπηλός. Ἔφυγε ὁ π. Ἰγνάτιος. Ἔφυγε ὁ ποιμένας καί διασκορπίστηκαν τά πρόβατα, ἄλλα ἐδῶ κι ἄλλα ἐκεῖ. Σέ ὅλους, πιστεύω, κάτι μένει, ἔστω κι ὡς φευγαλέα φάρου ἀναλαμπή μέσα στό ὀμιχλῶδες πέλαγος τῆς θύμησης.
Ἔφυγες π. Ἰγνάτιε καί ἄφησες κενό δυσαναπλήρωτο. Ἄφησες ὅμως καί παράδειγμα κι ἐμεῖς, παλιά σου πνευματικοπαίδια, θυμόμαστε τήν εἰκόνα σου καί τήν φωνή σου καί νιώθουμε εὐτυχεῖς πού σέ γνωρίσαμε.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη καί μνήσθητι καί ἡμῶν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου