Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Ἡ Μοναχή ΜΑΡΙΑΜ ΟΡΛΩΒΑ (+ 1997)
καί ἄλλοι Ὁμολογήτες
τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν


Ρωσικό κείμενο: Ἱερεύς Ἀνδρέας Σίντνιεβ.
Μετάφρασις: Χριστόφορος Σοφιανίδης, Πρόεδρος τοῦ Ποντιακοῦ Συλλόγου «Ἀργώ».
Ἐπιμέλεια κειμένου: Καθηγητής Ἀντ. Μάρκου.
Ἀρχική δημοσίευση: Περιοδικό «Ὀρθόδοξος Πνοή», φ. 99/1999, σελ. 133 -139. Κατωτέρω δημοσιεύεται βελτιωμένο.

Τήν 30η Ἰουλίου/12η Αὐγούστου 1997, ἀπεδήμησε πρός Κύριον ἡ Μοναχή Μαριάμ, κατά κόσμον Μαρία Βασίλιεβνα Ὀρλώβα. (Στήν φωτογραφία ἡ μακαριστή μοναχή Μαριάμ πρίν τήν κουρά της, ὅπως τήν γνώρισε ὁ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας κ. Κήρυκος).
Ἡ Μοναχή Μαριάμ γεννήθηκε τό 1906 στήν Ἱερατική οἰκογένεια τοῦ Ἱερομάρτυρος Πατρός Βασιλείου Σμερνώβ, πρώτη μέσα σέ ἕξι παιδιά. Ἀπό τήν παιδική της ἡλικία μεγάλωσε σέ ἀτμόσφαιρα χριστιανικῆς ἀγάπης, ἡ ὅλη καθημερινή ζωή τῆς οἰκογενείας της ἦταν στήν ὑπακοή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑπηρεσίας. Τό ποίμνιο τοῦ π. Βασιλείου βρισκόταν στό χωριό Κρουτέτς τῆς περιοχῆς Ἀλεξαντρώφ, τῆς περιφερείας τοῦ Βλαδιμήρ. Ἐδῶ, στήν ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῆς Γρηγορούσας, ὁ π. Βασίλειος ὑπηρέτησε 30 χρόνια. Τό ποίμνιο ἦταν μικρό καί ἔτσι δέν μποροῦσε νά ζῆ ἀπό τά ἔσοδα τῆς ἐκκλησίας, γι’ αὐτό ἔπρεπε νά ἀσχολεῖται καί μέ ἀγροτικές ἐργασίες. Ὁ ἴδιος ὤργωνε τήν γῆ, ἔκοβε τά χόρτα, ἑτοίμαζε γιά τόν χειμῶνα ἀποθέματα ζωοτροφῶν. Αὐτά ὅμως δέν ἐπηρέαζαν τήν ὑπηρεσία του στόν ναό. Ὅλες οἱ Ἀκολουθίες ἐγίνοντο ἐπιμελημένα βάσει τοῦ τυπικοῦ.
Τά γεγονότα τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1917, ἡ οἰκογένεια τοῦ π. Βασιλείου τά δέχθηκε μέ μεγάλη θλίψη. Ὁ ἴδιος ὁ π. Βασίλειος σεβόταν πολύ τόν Τσάρο Νικόλαο Β’ καί ἔλεγε, ὅτι ἄν τοῦ ζητοῦσαν νά πεθάνη γι’ αὐτόν, δέν θά δίσταζε νά τό κάνει!
Ἡ Μαρία τόν καιρό αὐτό ἦταν 11 χρονῶν καί πήγαινε σχολεῖο. Καί στά ἑπόμενα χρόνια, τά ἀμέσως μετά τήν Ἐπανάσταση, ὁ π. Βασίλειος ὑπηρετοῦσε στήν ἴδια ἐκκλησία, ἀσχολούμενος καί μέ τήν ἀγροτική οἰκονομία. Μετά τό σχολεῖο ἡ Μαρία μετακόμισε στήν Μόσχα καί ἐκεῖ παντρεύτηκε τόν Λέβ (Λεωνίδα) Ἀλεξάντροβιτς Ὀρλώφ. Ὁ σύζυγός της ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα τόν ἐξέχοντα ἐκκλησιαστικό συγγραφέα καί κήρυκα τῆς Ὀρθοδοξίας Σέργιο Νεῖλο, ἡ δραστηριότητα τοῦ ὁποίου εἶχε μεγάλη σημασία γιά τήν πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τόν 20ο αἰ.
Σέργιος Νεῖλος ἦταν ἐκεῖνος πού ἀποκάλυψε τά «μυστικά τῆς ἀνομίας» τό 1905, δημοσιεύοντας «Τά Πρωτόκολλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιών», στό βιβλίο «Τά σημαντικά συνοπτικῶς». Ἐκεῖ μέ ἐντυπωσιακή εἰλικρίνεια ἐκτίθεται τό σχέδιο τῶν Σιωνιστῶν γιά τήν κατάκτηση τῆς παγκόσμιας κυριαρχίας. Ὁ 20ος αἰ. ἔγινε μάρτυρας τῆς θριαμβευτικῆς ἐπέλασης τοῦ Σατανᾶ καί τῶν ὀργάνων του στά Χριστιανικά κράτη, τά ὁποῖα ἔπεσαν τό ἕνα μετά τό ἄλλο, ὅπως αὐτό ἦταν σχεδιασμένο στά «Πρωτόκολλα».
Σέργιος Ἀλεξάντροβιτς Νεῖλος γεννήθηκε τό 1862 στή Μόσχα καί ἦταν γιός μικροκτηματία. Ἔκανε ἀνώτερες σπουδές καί ἀνῆκε στούς διανοουμένους. Γνώρισε τήν Ὀρθοδοξία σέ ὥριμη ἡλικία καί ἔκτοτε ἀφιερώθηκε στήν προάσπισή της. Ὑπῆρξε πνευματικό ἀνάστημα τῶν Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα καί τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης. Συνέγραψε πολλά ἀξιόλογα βιβλία πνευματικοῦ περιεχομένου, τά ὁποῖα καθ' ὅλη τήν διάρκεια τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος βοήθησαν πολύ τόν Ρωσικό λαό.
Στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ. ἐγκαταστάθηκε στήν Ὄπτινα σάν ἔφορος τῶν ἀρχείων τῆς Μονῆς, ἀπό τά ὁποῖα ἐξέδωσε διάφορα ἀποσπάσματα μέ τήν εὐλογία τοῦ Στάρετς Βαρσανουφίου. Ἔμεινε στό σπίτι πού παλαιότερα κατοικοῦσε ὁ συγγραφέας Κωνσταντῖνος Λεόντιεφ, στήν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Ζίντρα. Ἐκεῖ ἔγραψε τό πολύτιμο ἡμερολόγιό του, ὅπου καταχώρησε τίς συναντήσεις του μέ τούς Ὁσίους Γέροντες τῆς Ὄπτινα καί ἄλλους πνευματικούς ἀνθρώπους. Τό ἡμερολόγιο αὐτό ἐκδόθηκε τό 1916 μέ τόν τίτλο "Στήν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Ζίντρα".
Στά «Πρωτόκολλα» προβλέπονται οἱ Παγκόσμιοι Πόλεμοι, οἱ πολιτικές μορφές συγκρότησις τῶν συγχρόνων κρατῶν, ἡ πορεία ἀνάπτυξις τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας, τά πλαίσια τῆς δανειο-οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Σ’ αὐτά ἀποτυπώνεται καθαρά καί μέ ἀκρίβεια ἡ εἰκόνα τῆς καταστροφῆς τῶν ἀνεξαρτήτων Χριστιανικῶν κρατῶν καί τῆς κυριαρχίας τῆς παγκόσμιας διεθνοῦς ὑπεκυβέρνησις, μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἑβραῖο Βασιλιά – ψευδομεσία - Ἀντίχριστο!
Ὁ Σέργιος Νεῖλος δέν ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀσχολήθηκε μέ τά «Πρωτόκολλα». Τά πρῶτα ἑκατό ἀντίτυπα ἐκδόθηκαν τό 1896, ἀπό τόν Εἰσαγγελέα τοῦ Συνοδικοῦ Γραφείου τῆς Μικόβσκογιε Φ. Π. Σουχόπιν. Ἕνα χρόνο ἀργότερα τά «Πρωτόκολλα» πολλαπλασιάστηκαν ἀπό τό Νομαρχιακό Τυπογραφεῖο, κατά παραγγελία τοῦ Ἀ. Κ. Κλεπόβσκι, ὁ ὁποῖος ἦταν στήν ὑπηρεσία τοῦ Μεγάλου Δοῦκα Σεργίου Ἀλεξάντροβιτς, ἀδελφοῦ τοῦ Τσάρου Νικολάου Β’. Ὅμως, μόνον ὁ συναγερμός πού σήμαναν τά βιβλία τοῦ Σεργίου Νείλου, ἔγινε ἀκουστός σέ ὅλα τά σημεῖα τοῦ κόσμου.
Ἦταν θέλημα Θεοῦ πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του, ἡ πορεία τοῦ Σεργίου Νείλου καί τῆς συζύγου του Ἑλένης (ἡ ὁποία παρεπιπτόντως γεννήθηκε στήν Ἑλλάδα, στήν οἰκογένεια Ρώσου διπλωμάτου) καί τῆς οἰκογενείας τοῦ π. Βασιλείου Σμυρνώφ καί τῆς ἔπειτα μοναχῆς Μαριάμ νά εἶναι κοινή.
Τό 1928 ὁ π. Βασίλειος πληροφορήθηκε, ὅτι ὁ Σέργιος Νεῖλος καί ἡ σύζυγός του, διωκόμενοι ἀπό τό Σοβιετικό καθεστώς, δέν εἶχαν κατάλυμα καί περιφέρονταν φιλοξενούμενοι. Μέσῳ τοῦ γαμπροῦ του Λέβ Ὀρλώφ (συζύγου τῆς Μαρίας), ὁ ὁποῖος ἔγραψε μία ἐπιστολή στόν Σέργιο Νεῖλο), ὁ π. Βασίλειος κάλεσε τό ζευγάρι στό σπίτι του, στό χωριό Κρουτέτς, ὅπου ὁ Σέργιος καί ἡ Ἑλένη ἔφθασαν τό ἴδιο ἔτος 1928.
Πρέπει νά σημειωθεῖ, ὅτι τό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1920, ἦταν περίοδος κραδασμῶν γιά τήν Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τό 1927 ἐκδόθηκε ἡ γνωστή θλιβερή Διακήρυξη τοῦ Ἀντιπροσώπου τοῦ Τοποτηρητοῦ τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Μητροπ. Σεργίου, στήν ὁποία διακηρύσσοταν ὅτι οἱ χαρές τοῦ ἀθέου Σοβιετικοῦ Κράτους ἦταν καί χαρές τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί οἱ Ἱερεῖς καί οἱ πιστοί πού ἀγωνίζονταν κατά τοῦ ἀθεϊσμοῦ καί ἀντιθεϊσμοῦ τῶν Κομμουνιστῶν ἦσαν ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας!
Ἡ Διακήρυξις αὐτή προκάλεσε σχίσμα. Οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πού δέν ἤθελαν νά θέσουν τίς ψυχές τους κάτω ἀπό τόν ζυγό τοῦ Βελίαρ, ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τόν Μητροπ. Σέργιο καί κατέφυγαν στίς Κατακόμβες. (Αὐτό τό σχῆμα τῆς παράνομης γιά τό Σοβιετικό κράτος καί τό Σεργιανιστικό Πατριαρχεῖο Μόσχας θρησκευτικῆς δραστηριότητας, εἶναι γνωστό διεθνῶς μέ τόν ὅρο «Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν»).
Ἐπικεφαλῆς σημαντικοῦ μέρους Γνησίων Ὀρθοδόξων πού ἀγωνίζονταν κατά τῆς πολιτικῆς τοῦ Μητροπ. Σεργίου, τέθηκε ὁ Μητροπολίτης Ἰωσήφ τῆς Πετρουπόλεως, ὁ ὁποῖος ἀποκήρυξε τόν Σέργιο. Σύντομα ὁ Μητροπ. Ἰωσήφ συνελήφθη (τελικά ἐκτελέστηκε τό 1937) καί ἄρχισαν διώξεις τῶν λεγομένων Ἰωσηφιτῶν. Ὅμως ὑπῆρχαν μοναχοί καί Ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι ἐπισήμως μέν δέν εἶχαν δηλώσει τήν ἀποστασιοποίησή τους ἀπό τόν Μητροπ. Σέργιο, ἀλλά δέν τόν μνημόνευαν στήν Θεία Λειτουργία. Αὐτοί ἀποτελοῦσαν τήν ὁμάδα τήν ἐπωνομαζομένη Μετσέβσκαγια, ἀπό τόν πνευματικό τους ἡγέτη Ἀλέξιο Μέτσεβ. Ἕνας ἀπό τούς Ἱερεῖς αὐτούς ἦταν καί ὁ π. Βασίλειος Σμυρνώφ. Αὐτή ἦταν κατά κάποιο τρόπο ἡ κρυφή ἀντιπολίτευση στόν Μητροπ. Σέργιο, λόγῳ τῶν μεγάλης κλίμακας διώξεων σέ ὁποιαδήποτε ἀνοιχτή διαφωνία στήν πολιτική του.
Πολλοί δέν κατανοοῦσαν τήν οὐσία τῶν γεγονότων πού ἦσαν σέ ἐξέλιξη. Νόμιζαν, ὅτι ὁ Μητροπ. Σέργιος ἐπεδίωκε νά διατηρήσει τήν ἐπίσημη ἐκκλησιαστική ὀργάνωση, μέσῳ τῆς συμφιλίωσις μέ τήν ἀντίθεη ἐξουσία. Ὁ σύζυγος τῆς Μαρίας Βασίλιεβνας, ὁ Λέβ Ἀλεξάντροβιτς, ἀνῆκε σ’ αὐτούς τούς ἀμφιταλαντευόμενους ἀνθρώπους. Γι’ αὐτό ἔγραψε μία ἐπιστολή στόν Σέργιο Νεῖλο, στήν ὁποία παράθετε τήν ἀπορία του σχετικά μέ τήν νέα ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ Ἀναπληρωτή τοῦ Τοποτηρητή τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Μητροπ. Σεργίου. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Σεργίου Νείλου σ’ αὐτήν τήν ἐπιστολή εἶναι οὐσιαστικά ἡ Ὁμολογία Πίστεως τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ρωσίας καί ἕνα σημαντικό ντοκουμέντο τῆς ἐποχῆς.
Ἐπί τοῦ ἐρωτήματος πολλῶν Ὀρθοδόξων, «τί θά κάνουμε τώρα πού ὁ Μητροπολίτης Σέργιος πρόδωσε τήν Ἐκκλη-σία καί ὅλοι ἐδῶ οἱ Ἱερεῖς τόν μνημονεύουν;», ἔδωσε τήν ἑξῆς ὁμολογιακή ἀπάντηση:
«Εἰς τούς ναούς ὅπου μνημονεύουν τόν Σέργιο νά μήν πηγαίνετε, διότι αὐτοί πλέον συμπαρετάχθησαν μέ τήν μερίδα τοῦ προδότου Ἰοῦδα, τά δέ Μυστήριά των δέν ἁγιάζονται. Προτιμότερον οἱ πιστοί, ὅπου δέν ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι ναοί, νά προσεύχωνται εἰς τάς οἰκίας των, διά νά φυλαχθοῦν ἀπό τήν αἵρεσιν καί τήν ἀποστασίαν, παρά νά κολάζωνται μαζί μέ αὐτούς πού μνημονεύουν τόν Μητροπ. Σέργιο»! (Περιοδικό «Γνώσεσθε τήν ἀλήθεια», φ. 21 Ἰαν. 2007, σελ. 1 - 2).
Κατά τήν μαρτυρία τῆς μοναχῆς Μαριάμ, αὐτό τό ὁμολογιακό φρόνημα ὁ Σέργιος Νεῖλος τό ἐγνώρισε καί διδάχθηκε παρά τῶν Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα καί ἰδιαιτέρως τοῦ Στάρετς Νεκταρίου (+ 1928).
Ὁ κατά κόσμον Νικόλαος Βασίλεβιτς Tychonov, γεννήθηκε τό 1853 στήν πόλη Γιελέτς τῆς ἐπαρχίας Ὀριόλ. Τό 1873, σέ ἡλικία 20 ἐτῶν, ἐντάχθηκε στή Μονή τῆς Ὄπτινα, ὅπου ἀσκήθηκε κάτω ἀπό τήν πνευματική καθοδήγηση τῶν μεγάλων πνευματοφόρων Γερόντων της - Στάρετς, τοῦ ὁσ. Ἀνατολίου Α' (+ 1894, τόν ὁποῖο εἶχε Πνευματικό) καί τοῦ ὁσ. Ἀμβροσίου (+ 1891, τόν ὁποῖο εἶχε Γέροντα) καί ἔζησε μέ τούς Στάρετς Ὁσίους Ἰωσήφ, Βαρσανούφιο καί Ἀνατόλιο Β'.
Τό 1876 χειροθετήθηκε μικρόσχημος Μοναχός, τό 1894 χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἀνατόλιο καί τό 1898 Πρεσβύτερος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Καλούγας Μακάριο. Τό 1912 ἡ Ἀδελφότητα τόν ἀνέδειξε Στάρετς καί Πνευματικό καί τό 1920 Προϊστάμενο τῆς Σκήτης. Τότε δέχθηκε καί τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα.
Ἔζησε στήν Ὄπτινα 50 χρόνια (1873 - 1923), 25 χρόνια στό ἴδιο κελλί, ἄλλοτε ὡς ἔγκλειστος καί ἄλλοτε ὡς διά Χριστόν Σαλός. Ἐλεημένος μέ τά χαρίσματα τῆς προφητείας, καί τῆς πνευματικῆς κοθοδηγήσεως, στήριξε τούς πιστούς στήν ἀμέσως πρίν καί κατά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 περίοδο, ἐνῶ κοντά του βρῆκαν τόν δρόμο πρός τήν πίστη καί τήν Ἐκκλησία πολλοί ἐκπρόσωποι τῆς Ρωσικῆς διανοήσεως καί τῆς "ἀργυρῆς ἐποχῆς" τῆς Ρωσικῆς λογοτεχνίας. Τό 1914 τόν ἐπισκέφθηκε ἡ Μεγ. Δούκισσα Ἐλισάβετ (ἔπειτα Νεομάρτυς, + 1918), ἡ ὁποία ἀπό σεβασμό συνομίλησε μαζί του ὄρθια! Μίλησε μέ θαυμαστή εὐκρίνεια γιά τήν Ἐπανάσταση, τήν δολοφονία τοῦ Τσάρου Νικολάου Β' καί τῆς οἰκογενείας του, τήν καταστροφή τῆς Ἁγίας Ρωσίας, ἀλλά καί τήν τελική νίκη τῆς Πίστεως ἐπί τοῦ Ἀθεϊσμοῦ. Ἐκτός ἄλλων προφήτευσε στόν Καθηγητή Ἰβάν Andreyev τήν σύλληψη καί τήν ἐξορία του.
Ἔζησε τήν διάλυση τῆς Ὄπτινα (1923) καί τήν διασπορά τῶν 250 μοναχῶν της. Τήν Μεγ. Πέμπτη τοῦ 1923 συνελήφθη καί καταδικάστηκε σέ θάνατο, ἀλλά τελικά ἐξορίστηκε, ἀρχικά στό Πλόχινο τῆς Καλούγας καί τελικά στό Χόλμισι τοῦ Μπριάνσκ.
Πρίν τήν Διακήρυξη τοῦ 1927, τόν ἐπισκέφθηκαν οἱ Καθηγητές Komorovich καί Anichkov. Κατά τήν συζήτησή τους ὁ Γέροντας ἀποκάλεσε τόν Μητροπ. Σέργιο νεωτεριστή. Ὅταν οἱ συνομιλητές του τοῦ ὑπενθύμισαν, ὅτι μετανόησε καί ἀποκαταστάθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Τύχωνα, ἐκεῖνος ἀπάντησε προφητικά: "Ναί, μετανόησε· ἀλλά τό δηλητήριο εἶναι ἀκόμη μέσα του"!
"Οἱ Σεργιανιστές - ἔλεγε - εἶναι χειρότεροι ἀπό τούς Ἀνακαινιστές τῆς "Ζωντανῆς Ἐκκλησίας", διότι ἐκεῖνοι μετανόησαν, ἐνῶ αὐτοί εἶναι ἀμετανόητοι, ἔχουν πορωθεῖ".
Πρίν κοιμηθεῖ ζήτησε ἀπό τά πνευματικά του τέκνα νά μήν τόν μεταφέρουν στήν ἐνορία τοῦ Κοζέλσκ, διότι ἐκεῖ μνημόνευαν τόν Μητροπ. Σέργιο!
Ἐνδεικτικό τῶν ἐκκλησιολογικῶν θέσεων καί τῆς Ὁμολογίας τοῦ Στάρετς Νεκταρίου εἶναι ὅτι ἀπαγόρευε στούς πιστούς νά κάνουν ἀκόμη καί τόν σταυρό τους περνῶντας ἔξω ἀπό Ναούς τῶν Σεργιανιστῶν, διότι θεωροῦσε τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἄμοιρο Χάριτος καί τά Μυστήριά του ἄκυρα!
Τίς τελευταῖες εὐχές δέχθηκε ἀπό τό πνευματικό του τέκνο π. Ἀδριανό Rymarenko (ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα τοῦ Νόβο Ντιβίγιεβο, τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς). Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 29η Ἀπριλίου 1928 καί ἐνταφιάσθηκε ἀπό τόν ἔπειτα Ἱερομάρτυρα π. Σέργιο Mechien καί τέσσερεις ἄλλους Ἱερεῖς.
Μετά θάνατον ἀναδείχθηκε θαυματουργός. Δύο φορές στή ζωή του ἀξιώθηκε τῆς ἐμφανίσεως τῶν Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα (ἡ δεύτερη λίγο πρίν τήν κοίμησή του).
Τό 1935 ὁ τάφος τοῦ μακαρίου Γέροντος ἔγινε στόχος τυμβωρύχων. Ἄγνωστοι τόν ἄνοιξαν, ἔβγαλαν τό φέρετρο, ἐρεύνησαν γιά πολύτιμα ἀντικείμενα καί ἐπειδή δέν βρῆκαν τίποτα, ἄφησαν τό φέρετρο ἔξω ἀπό τήν γῆ καί ἔφυγαν! Τό ἑπόμενο πρωϊ κάποια παιδιά πού ἔφερναν τά ἄλογά τους ἀπό τήν νυκτερινή βοσκή, εἶδαν τό ἀνοικτό φέρετρο καί εἶπαν στούς χωρικούς, ὅτι "ἕνας μοναχός σηκώθηκε ἀπό τόν τάφο"! Τότε τό Λείψανο τοῦ Ἁγίου βρέθηκε ἄφθαρτο, μέ τό δέρμα στό χρῶμα τοῦ κεριοῦ καί τά χέρια εὐλύγιστα καί μαλακά! Οἱ χωρικοί, ἀφοῦ τίμησαν τό Λείψανο, τό ἔβαλαν καί πάλι στόν τάφο του.
Τό 1987 ἡ Μονή τῆς Ὄπτινα ἐπιστράφηκε στό Πατριαρχεῖο Μόσχας καί τήν 16. 7. 1989 ἀνοίχθηκε ὁ τάφος τοῦ Στάρετς Νεκταρίου. Τότε διαπιστώθηκε, ὅτι τό Λείψανο τοῦ Γέροντος εἶχε διαλυθεῖ καί τά ὀστά του εὐωδιαζαν! Σήμερα τά Λείψανά του φυλάσσονται στή Μονή τῆς Ὄπτινα.
Ἡ ἁγιότητά του (ὅπως καί τῶν ἄλλων Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα), διακηρύχθηκε τό 1990 ἀπό τήν ὑπό τόν Μητροπ. Βιτάλιο Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς καί τήν 13/26. 6. 1996 ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 29η Ἀπριλίου.
Ἔτσι ὁ Σέργιος Νεῖλος, κάτω ἀπό τήν πνευματική ἐπίδραση τῶν Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα, διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο στή διαμόρφωση, ἀνάδειξη καί προβολή τῆς Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν.
Στό σπίτι τοῦ π. Βασιλείου ὁ Σέργιος Νεῖλος καί ἡ σύζυγός του ἔζησαν περίπου ἕναν χρόνο. Ἀργότερα ἡ μητέρα Μαρία ἀναφέροταν πάντα σ’ αὐτή τήν περίοδο τῆς ζωῆς της μέ τήν οἰκογένεια Νείλου ὡς δῶρο Θεοῦ, ὡς γιορτή τῆς Λαμπρῆς. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ δύναμη τῆς παρουσίας τους, μιᾶς πραγματικῆς Χριστιανικῆς οἰκογενείας, πού ἦταν πάντα ἕτοιμη νά μοιραστεῖ μέ τούς ἄλλους τούς θησαυρούς τῆς Ὀρθόδοξης πνευματικότητας, τήν ὁποία καί οἱ δύο εἶχαν ἀντλήσει ἀπό τήν συναναστροφή τους μέ τούς Ὁσίους Στάρετς τῆς Ὄπτινα καί τόν ἅγ. Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης.
Ὁ Σέργιος Νεῖλος ἀνησυχοῦσε πολύ μήπως ἡ παρα-μονή του στό σπίτι τοῦ π. Βασιλείου τοῦ προκαλοῦσε προβλήματα. Ὁ Νεῖλος ἦταν ὑπό παρακολούθηση καί μία φορά πράκτορες τῆς Μυστικῆς Ἀστυνομίας ἦρθαν γιά ἔρευνα. Ἡ μητέρα Μαρία πάντα θυμόταν μέ συγκίνηση, πῶς κατάφερε νά κρύψει τετράδια τοῦ Νείλου, σώζοντάς τα ἔτσι, παρά τήν ἐξονυχιστική ἔρευνα μιᾶς ὁλόκληρης ἡμέρας!
Μετά ἀπό τήν ἔρευνα αὐτή ἡ ὑγεία τοῦ Νείλου κλονίσθηκε καί ἄρχισε νά παρουσιάζει καρδιολογικά προβλήματα.
Ἡ μητέρα Μαρία διέσωσε, ὅτι ὁ Σέργιος Νεῖλος εἶχε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στόν ὅσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (μέ τόν ὁποῖο ἔμοιαζε φυσιογνωμικά). Μάλιστα, κάποτε εἶχε πεῖ προφητικά: "Νά, ὁ Πατέρας μέ τό ραβδί ἔρχεται καί μοῦ δείχνει τόν δρόμο· θά εἶμαι ἐκεῖ πού θά μέ πάει". Τά λόγια αὐτά ἐπαληθεύθηκαν τό βράδυ τῆς 1ης πρός 2α Ἰανουαρίου 1929, ὅταν κοιμήθηκε - κρυπτόμενος στό σπίτι τοῦ Ἱερέως Βασιλείου - ἐνῶ εἶχε ἀρχίσει ὁ Ἑσπερινός τῆς ἑορτῆς τοῦ ὁσ. Σεραφείμ! Πολλοί πιστεύουν, ὅτι δηλητηριάστηκε ἀπό τούς Σοβιετικούς. (Βλ. "Ὅσιος Νεκτάριος - Ὁ τελευταῖος μεγάλος Στάρετς τῆς Ὄπτινα", ἔκδοσις Ἱ. Μ. ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου Καλάμου Ἀττικῆς, σελ. 48 - 49· καί Ἡμεροδείκτης 2002 Ἱ. Μητροπόλεως Γ.Ο.Χ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς).
Ὁ Σέργιος Νεῖλος κοιμήθηκε μπροστά στά μάτια τῆς Μαρίας Βασίλιεβνας καί χάρις αὐτήν καί τήν σύζυγό του Ἑλένη, ἔγιναν γνωστά τά γεγονότα τῶν τελευταίων των ἡμερῶν. Μία ὥρα πρίν τόν θάνατό του ὁ Σέργιος εἶπε ὅτι ἔρχονται δύσκολοι καιροί γιά τήν Ἐκκλησία καί ὅτι ἔχουν ἀνοίξει οἱ πόρτες γιά τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντιχρίστου! Ἀκόμη, ἐναποθέτοντας τό χέρι του στό μέτωπο τοῦ π. Βασιλείου εἶπε: «Πατέρα, πατέρα, σᾶς λυπᾶμαι»! Ἡ τελευταία του πράξη ἦταν νά εὐλογήσει τήν μικρή κόρη τῆς Μαρίας Βασίλιεβνας. Μετά κοιμήθηκε.
Ἡ Σοβιετική ἐξουσία δέν συγχώρεσε στόν π. Βασίλειο τήν φιλοξενία τοῦ Σεργίου Νείλου. Τήν ἴδια χρονιά (1929) ὁ π. Βασίλειος ἐξορίστηκε καί τό ἑπόμενο ἔτος 1930 συνελήφθη, τό σπίτι του κατασχέθηκε καί ἡ οἰκογένειά του ἐξορίστηκε. Ὁ π. Βασίλειος ἔμεινε στήν ἐξορία πέντε χρόνια. Ἐπέστρεψε στό Κρουπέτς τό 1936. Τό 1937 συνελήφθη καί πάλι καί στίς 8 Φεβρουαρίου 1938 ἐκτελέστηκε. (Πρόκειται, δηλαδή, γιά Νεομάρτυρα τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας).
Κατά τήν διαμονή της στή Μόσχα ἡ Μαρία Βασίλιεβνα, γνώρισε καί συνδέθηκε στενά μέ τήν Τατιάνα Μιχαήλοβνα, πνευματική κόρη μιᾶς ζηλωτρίας Ἰωσηφιτικῆς, τῆς μητέρας Ταμάρας. Ἡ μητέρα Ταμάρα ἦταν ζωντανό μέλος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ὅπως ἐπίσης καί τά πνευματικά της παιδιά, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ Ἐπίσκοπος Ἀρσένιος (Ζαντανόβσκι, + 1937). Ἡ Μαρία Βασίλιεβνα συμμετεῖχε σέ μυστικές Λειτουργίες στό σπίτι τῆς Τατιάνας Μιχαήλοβνας.
Στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1940, εἶχαν μείνει πολύ λίγοι Ἱερεῖς στήν Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, ἀλλά ὁ Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ἄλλαξε τήν πολιτική τῶν Κομμουνιστῶν ἀπέναντι στήν Ἐκκλησία. Ὁ Στάλιν πείστηκε, ὅτι μποροῦσε νά ἀξιοποιήσει ἀποτελεσματικά τούς «Ἱεράρχες - Λοχίες», γιά τήν προπαγάνδα τοῦ καθεστῶτος του καί σέ μία ἑβδομάδα συγκάλεσε «Σύνοδο» ἡ ὁποία «ἐξέλεξε» «Πατριάρχη Μόσχας» τόν Μητροπ. Σέργιο. Ἔτσι ἐμφανίστηκε τό Σοβιετοποιημένο Πατριαρχεῖο Μόσχας, ἡ «Ἐκκλησία τῶν συνηγόρων τοῦ διαβόλου». Ἄνοιξαν ναοί (πού θά περίμενε κανείς νά μείνουν κλειστοί γιά πάντα),, ἐμφανίστηκαν «Ἱερεῖς», κυκλοφόρησαν «Ὀρθόδοξα» ἡμερολόγια, στά ὁποῖα μποροῦσε κανείς νά δεῖ γιορτές, ὅπως «ἡμέρα γέννησις τοῦ Ἰωσήφ Β. Στάλιν», «διεθνής ἡμέρα τῆς γυναίκας», «ἡμέρα τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπανάστασης», κ.λ.π.
Ἡ Μαρία Βασίλιεβνα ἀντιλήφθηκε ἀπό τήν πρώτη στιγμή τήν σκοπιμότητα τοῦ Σοβιετοποιημένου Πατριαρχείου Μόσχας, τό ὁποῖο στήν οὐσία ἀπέβλεπε στήν ἀνάδειξη τῆς θρησκευτικότητας τοῦ λαοῦ, μέ σκοπό τόν ἔλεγχο καί τήν ἐξόντωση τῶν δραστήριων θρησκευτικῶν στοιχείων. Σ’ αὐτή τήν ψευδο-ἐκκλησία τοῦ «Ἰσαποστόλου Ἰωσήφ Στάλιν», ἡ Μαρία Βασίλιεβνα δέν ἔμεινε οὔτε μία ἡμέρα.
Πρός τό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1980, οἱ ἀθεϊστές ἐκπλήρωσαν ἄψογα τήν ἀποστολή τους ἀπέναντι στά σκοτεινά κέντρα τοῦ Παγκόσμιου Σιωνιστικοῦ Κινήματος, νά καλλιεργήσουν δηλαδή τόν νέο τύπο «Ἱερωμένων», τῶν φαινομενικά Ὀρθοδόξων, ἀλλά στήν οὐσία ὑπάκουων ὀργάνων τῆς κομμουνιστικῆς ἐξουσίας. Τό «Πατριαρχεῖο Μόσχας» μέσῳ τῶν «Ἱεροκηρύκων» του (ὅπως τοῦ «Μητροπολίτου» Λένινγκραντ Νικοδήμου, ὁ ὁποῖος ἦταν ταυτόχρονα καί Παπικός Ἐπίσκοπος (!!!) καί πέθανε τό 1979 στό ἰδιαίτερο γραφεῖο τοῦ Πάπα, κατά τήν διάρκεια ἀκροάσεως), συνειδητά διαφήμησε σ’ ὅλο τόν κόσμο τόν Κομμουνισμό σάν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στήν γῆ, στήν ὁποία ἐπιτέλους ἐφαρμόζονται τά ἰδανικά τοῦ Χριστιανισμοῦ!
Γι’ αὐτό ὅμως δέν γράφουν τά «Πρωτόκολλα»; «Ὅταν ἡ Μοναρχική Ρωσία γίνει τό φρούριο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐμεῖς θά ἐλευθερώσουμε ἀπό τίς ἁλυσίδες τούς ἐπαναστάτες, μηδενιστές καί ἀθέους, καί θά προκαλέσουμε φοβερή κοινωνική καταστροφή πού θά δείξει σ’ ὅλο τόν κόσμο τόν ἀπόλυτο ἀθεϊσμό μέ ὅλη τήν τρομακτικότητά του ὡς αἰτία ἐπιστροφῆς στήν ἀγριότητα καί τήν αἱματηρή ἀταξία. Τότε οἱ ἄνθρωποι, πού θά ὑποχρεωθοῦν νά ἀμυνθοῦν ἀπέναντι στήν ξετρελαμένη μειοψηφεία τῆς ἀνταρσίας, θά ἐξολοθρεύσουν αὐτούς τούς καταστροφεῖς τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ δέ ὄχλος ἀπογοητευμένος, μή ξέροντας ποιο Θεό νά προσκυνήσει, θά λάβει φώτιση ἀπό τό ἀληθινό φῶς μέσῳ τοῦ παγκόσμιου κηρύγματος, πού ἐκεῖνο τόν καιρό θά εἶναι πλέον ἀνοικτό καί διεθνοποιημένο».
«Φῶς» ἐδῶ νοεῖται ἡ ἑωσφορική – σατανιστική διδασκαλία, τό ὑπόβαθρο τοῦ Διεθνοῦς Σιωνισμοῦ.
Αὐτό τό ἀπόσπασμα τῶν «Πρωτοκόλλων», ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό βιβλίο τοῦ Σεργίου Νείλου, «Ἐγγύς ἐστίν ἐπί θύραις» καί δείχνει ὁλοκάθαρα, ὅτι ἡ ἐπανάσταση στήν Ρωσία ἦταν ἕνα μόνον στάδιο τῆς ὑλοποίησης ἑνός τεραστίου σχεδίου πάλης μεταξύ τῆς Συναγωγῆς τοῦ Σατανᾶ καί τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπανάσταση αὐτή εἶχε στήν πραγματικότητα τούς παρακάτω στόχους:
1. Τήν καθαίρεση τῆς «ἐλέῳ Θεοῦ» Τσαρικῆς ἐξουσίας στήν Ρωσία. «Νά βγεῖ - δηλαδή - ἀπό τήν μέση» ὁ Τσάρος τῆς Ρωσίας, «ὁ κατέχων», κατά τήν ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
2. Τήν ἐξολόθρευση τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Ρωσία καί σέ ὅλο τόν κόσμο καί τήν ἐκτόπιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κουλτούρας ἀπό τήν συνείδηση καί τήν ζωή τοῦ λαοῦ, ὥστε οἱ ἄνθρωποι «νά μήν ξέρουν ποιόν Θεό νά προσκυνήσουν».
3. Τήν καλλιέργεια τοῦ Ἀθεϊσμοῦ, ὥστε νά ἀπομακρυνθεῖ ὁ λαός ἀπό τήν Ἐκκλησία, γιά νά ἐλευθε-ρωθεῖ ὁ δρόμος γιά τό τελικό στάδιο.
4. Τέλος, τό ἀνοικτό καί ἄνετο κήρυγμα τῆς σατανιστικῆς διδασκαλίας, σταδιακό μέν, ἀλλά πλατύ, ὥστε νά πλαισιώνει ὅλες τίς πλευρές τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
Πιό ἁπλᾶ, μετά τήν καταστροφή τῆς Ὀρθοδόξου Μοναρχίας καί τήν βίαιη ἀπόσπαση τοῦ λαοῦ ἀπό τήν τροφό του Μητέρα Ἐκκλησία, τήν διασπορά τῶν ἀθεϊστικῶν ἰδεῶν καί τήν τελική ἀποτυχία τους νά ἀπαντήσουν στά μεταφυσικά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου καί νά καλύψουν τήν ἔμφυτη θρησκευτικότητά του, νά ἔρθουν οἱ Σιωνιστές καί νά ποῦν: «Ἡ Ἐκκλησία στήν ὁποία μεγαλώσατε, σᾶς ὁδήγησε στήν κοινωνική καί οἰκονομική καταστροφή. Οἱ λύσεις καί οἱ ἀναντήσεις βρίσκονται στό νέο Μεσσία», δηλαδή στόν ἱστορικό Ἀντίχριστο.
Ὅταν ὅλοι οἱ παραπάνω στόχοι τῆς Ἐπαναστάσεως ὑλοποιήθηκαν, τότε ἡ Ἐπανάσταση ἔπαψε νά εἶναι χρήσιμη καί μέσα σέ δύο ἡμέρες ὁ Κομμουνισμός, μέ τά τάνκς καί τά κανόνια του (καί βεβαίως μέ τό φοβερό πυρηνικό του ὁπλοστάσιο) καταργήθηκε καί πρόβαλε ἡ ἐπονομαζόμενη «ἐλεύθερη καί δημοκρατική Ρωσία», στό ἔλεος τῆς ντόπιας καί ξένης Μαφίας καί τῶν Δυτικῶν - Ἑβραϊκῶν κεφαλαίων – δανείων.
Ἡ Ὁμολογήτρια Μαρία Βασίλιεβνα πέρασε τήν ζωή της σ’ αὐτήν τήν πολύπλοκη χρονική περίοδο τῆς Ἱστορίας. Μεγάλη σημασία εἶχε καί ἡ συνάντησή της μέ τόν Θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν Μοναχό Ἐπιφάνιο Τσέρνωφ τό 1992, ὅταν αὐτός ἐπέστρεψε στήν Ρωσία.
Ὁ κατά κόσμον Ἀλέξανδρος Ἀντρέγιεβιτς Chernov, γεννήθηκε τό 1909 στήν περιοχή τοῦ Ροστώφ, σέ οἰκογένεια Κοζάκων. Ὁ πατέρας του ἦταν ἀξιωματικός τοῦ Ρωσικοῦ Στρατοῦ καί ὑπηρετοῦσε στήν Αὐτοκρατορική Αὐλή. Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1917 (κατά τήν ὁποία σκοτώθηκε ὁ πατέρας του), τόν βρῆκε ἐσωτερικό σπουδαστή στή Στρατιωτική Σχολή τοῦ Νοβοχερκάσκ. Τό 1919, κατά τόν Ρωσικό Ἐμφύλιο Πόλεμο, ἡ Σχολή ἀκολούθησε τά Λευκά Στρατεύματα, μέχρι τά Ρωσικά παράλια τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Ἀπό ἐκεῖ μέ πλοῖο μέσῳ ΚΠόλεως καί Κύπρου πῆγαν στήν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ὁ νεαρός Ἀλέξανδρος νοσηλεύθηκε σέ νοσοκομεῖο, διότι στήν ΚΠολη εἶχε προσβληθεῖ ἀπό τύφο.
Ὅπως ὁ ἴδιος ἀνέφερε στόν γράφοντα τό 1980, στήν Αἰγυπτιακή ἔρημο ὅπου εἶχε κατασκηνώσει ἡ Σχολή, γεννήθηκε στή νεανική ψυχή του ἡ ἐπιθυμία τοῦ μοναχικοῦ βίου. Τό 1922 ἡ Σχολή στεγάστηκε στό Ρωσικό Προξενεῖο τῆς Σμύρνης καί ὅταν τό Προξενεῖο πυρπολήθηκε ἀπό Σοβιετικούς πράκτορες, ὁ Ἀλέξανδρος μαζί μέ ἄλλους σπουδαστές κατέφυγε στή Βουλγαρία. Ἐκεῖ φοίτησε στό Ρωσικό Σχολεῖο τῆς Βάρνας καί τό 1927 γνώρισε τόν διαπρεπή Ἀρχιεπίσκοπο Θεοφάνη τῆς Πολτάβας (+ 1940), Πνευματικό τῆς Τσαρικῆς Οἰκογενείας, μέ τόν ὁποῖο συνδέθηκε πνευματικά.
Τό 1929 ἐγκαταστάθηκε στή Σόφια καί φοίτησε διαδοχικά στή Βουλγαρική Στρατιωτική Ἀκαδημία καί στό Πανεπιστήμιο τῆς Σόφιας, ὅπου σπούδασε Ἱστορία - Φιλολογία καί Θεολογία. Τό 1932 ὁ ἀρχιεπ. Θεοφάνης μετανάστευσε στή Γαλλία, ἀλλά μέ εὐλογία του ὁ Ἀλέξανδρος ἔμεινε στή Βουλγαρία καί ἐργάσθηκε σάν Καθηγητής στό Πλέβεν.
Τό 1945, ὅταν ὁ Ἑρυθρός Στρατός "ἀπελευθέρωσε" τήν Βουλγαρία, συνελήφθη καί ὁδηγήθηκε στή Σοβιετική Ἕνωση, ὅπου φυλακίσθηκε στίς φυλακές Butyrskaya καί Lefortov τῆς Μόσχας. Στή συνέχεια καταδικάσθηκε σέ 10 χρόνια ἐγκλεισμό στό Στρατόπεδο τοῦ Κίροβογκραντ. Ὅταν υἱοθέτησε τόν "κανόνα τῆς σιωπῆς", γιά νά ἀντιμετωπίσει τά βασανιστήρια τῶν δεσμοφυλάκων του, νοσηλεύθηκε στό Ψυχιατρικό Τμῆμα τῆς φυλακῆς του, ὡς διανοητικά διαταραγμένος! Τό 1953, ὅταν δόθηκε ἀμνηστία, δέν ἀπελευθερώθηκε, ἀλλά κρατήθηκε μέχρι τό 1955, παρά τήν πολύ κακή κατάσταση τῆς ὑγείας του.
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι κατά τήν διάρκεια μιᾶς δίκης του, πάνω στήν ἕδρα τοῦ δικαστή, βρισκόταν ἕνα ἀπό τά τρία μόλις δακτυλογραφημένα ἀντίγραφα ἑνός βιβλίου του γιά τόν ρόλο τῶν Σιωνιστῶν στήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 !
Τήν Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν γνώρισε τό 1948, κρατούμενος σέ στρατόπεδο. Μοναχός ἔγινε μετά τήν ἀπελευθέρωσή του (τό 1955), στό Κίεβο, ἀπό Ἱερομονάχους τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γκλαζώφ Πέτρου (Λαντίγκιν, + 1957), μέ τό ὄνομα Ἀντώνιος.
Μέχρι τό 1966 συνέχισε τόν "κανόνα τῆς σιωπῆς", σάν τρόπο ἀσκήσεως, ἄν καί μετά τήν ἀπελευθέρωσή του δέν ὑπῆρχε λόγος νά σιωπᾶ. Ὅλο αὐτό τό διάστημα ἐπικοινωνοῦσε μέ τούς συγκρατουμένους του, ἀλλά καί μέ τά πνευματικά του τέκνα ἀργότερα, μέ ἕνα τρόπο κρυπτογραφικό (τόν ὁποῖο ἔδειξε στόν γράφοντα τό 1980). Μία τετράγωνη ἐπιφάνεια (λ.χ. ἕνα γραφεῖο, τραπέζι ἤ ἕνας δίσκος), ἦταν χωρισμένη νοητά σέ μικρά τετράγωνα πού ἀντιστοιχοῦσαν στά γράμματα τοῦ Ρωσικοῦ ἀλφαβήτου. Ὁ κρατούμενος γιά νά ἐπικοινωνήσει, σχημάτιζε λέξεις δείχνοντας μέ τό δάχτυλό του γράμματα - τετράγωνα!
Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του ἔζησε σέ ἕνα χωριό τοῦ Καυκάσου, ὅμως γιά νά ἀποφύγει μία νέα σύλληψη, μετακινοῦνταν συνεχῶς ἀπό μέρος σέ μέρος. Ἔτσι, μέσα στή δικαιοδοσία τοῦ ἀρχιεπ. Πέτρου (τόν ὁποῖο δέν συνάντησε ποτέ, διότι κοιμήθηκε τό 1957, ἐνῶ ἀντίθετα συνάντησε 100 περίπου Ἱερεῖς), δημιούργησε πολλές μυστικές κοινότητες Κατακομβιτῶν πιστῶν.
Τό 1975 συνελήφθη στό Κίεβο γιά "παράμονη ἐκκλησιαστική δραστηριότητα" καί φυλακίσθηκε. Τό 1978, ἀπελάθηκε στή Δύση σάν ἀλλοδαπός ταραχοποιός!!! (δέν δέχτηκε ποτέ Σοβιετική ταυτότητα ἤ διαβατήριο), μετά ἀπό τρεῖς ἀναφορές του στόν τότε Σοβιετικό Ἡγέτη Λ. Μπρέζνιεφ. Ἀρχικά τοῦ πρόσφερε ἄσυλο ἡ Ἐλβετία. Στή συνέχεια βρῆκε ἄσυλο στήν Ἀγγλία, ὅπου κατά τήν περίοδο 1980 - 94, δημοσιοποίησε κείμενα καί πληροφορίες γιά τήν Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, μεγάλης ἱστορικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς σημασίας.
Τό 1978, ὅταν μετά ἀπό μία συνέντευξή του στό Περιοδικό "The Orthodox Word", ἔγινε εὑρύτερα γνωστός στή Ρωσική Διασπορά, πέτυχε νά συναντήσει τόν τότε Πρωθιεράρχη της Μητροπ. Φιλάρετο (+ 1985) στή Γαλλία, στή Μονή Λέσνα. Ὅπως δήλωσε χαρακτηριστικά ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος τό 1980 στόν γράφοντα, γιά τούς πιστούς τῶν Κατακομβῶν ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς ἦταν "ἡ χρυσή ἐλπίδα"! Τό ἴδιο πίστευε καί ὁ ἴδιος μέχρι πού συνάντησε τόν Μητροπ. Φιλάρετο καί διαπίστωσε τήν πλήρη διάσταση ἀπόψεων μεταξύ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν καί τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, στό θέμα τῆς Ἐκκλησιολογίας - Ὁμολογίας. Πολύ τόν ἀπογοήτευσε ἀκόμη ἡ παρουσία στή Σύνοδο τοῦ Μητροπ. Φιλαρέτου Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων (ὅπως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γενεύης καί Δυτ. Εὐρώπης Ἀντωνίου) καί ἡ ἀνοχή ἐνοριῶν μέ τό Νέο Ἡμερολόγιο.
Στήν ἴδια ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία πίστευε, ὅτι ὑπῆρχαν «μικρές σπίθες μέσα στή στάχτη», πιστοί – δηλαδή - ὅλων τῶν βαθμῶν, οἱ ὁποῖοι πρέσβευαν τήν Ὁμολογία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν.
Στή συνέχεια ὁ μ. Ἀντώνιος, μέ τήν οὐσιαστική συνδρομή τοῦ Βλαδιμήρου Moss, ἦρθε στήν Ἑλλάδα, γνώρισε τόν τότε Προκαθήμενο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Μακ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν κυρό Ἀνδρέα καί τήν περί αὐτόν Ἱερά Σύνοδο καί διαπίστωσε τήν Ὁμολογιακή καί Ἐκκλησιολογική συμφωνία μεταξύ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν καί τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Αὐτό εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά ὑπαχθεῖ στήν δικαιοδοσία τῆς ὑπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα Ἱερᾶς Συνόδου καί ἐπίσης νά ὑπαγάγει «ἄχρι καιροῦ, ὑπό τό ὠμοφόρειον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου», τίς πολυάριθμες καί πολυπληθεῖς Κοινότητες Κατακομβιτῶν πιστῶν τῶν ὁποίων εἶχε ἀναλάβει τήν πνευματική καθοδήγηση, μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γκλαζώφ Πέτρου (Λαντίγκιν, + 1957). Ἡ ἕνωσις αὐτή ἐπισφραγίσθηκε μέ πανηγυρική Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Τιμίου Προδρόμου Ροῦφ Ἀθηνῶν, προεξάρχοντος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου κυροῦ Ἀνδρέου.
Ὁ μ. Ἀντώνιος ἔλαβε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα ἐνῶ διέμενε στή Νῆσο τοῦ Ἀνθρώπου (Μεγ. Βρεττανία), φιλοξενούμενος τοῦ Ἱερέως π. Σίμωνος Jensen, ἀπό τόν Σεβ. Μητροπ. Κιτίου κυρό Ἐπιφάνιο, μετονομασθείς σέ Ἐπιφάνιο. Τό 1989 Ἔξαρχος τῶν Κοινοτήτων αὐτῶν διορίστηκε ὁ Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Θεσσαλονίκης Χρυσόστομος (Μητρόπουλος), ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τήν Ρωσία συνοδευόμενος ἀπό τόν Μοναχό Ἐπιφάνιο, χειροτόνησε 3 Κληρικούς - τόν Πρωθιερέα Ἰωάννη, τόν Ἱερέα Βασίλειο καί τόν Διάκονο Ἰωάννη - στήν περιοχή τῆς Σταυρουπόλεως Καυκάσου καί ἐγκαινίασε τόν Ναό τῆς Ἁγίας Σκέπης στήν ἴδια περιοχή (ὁ Πρωθιερεύς Ἰωάννης εἶναι πνευματικό ἀνάστημα τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γκλαζώφ Πέτρου Λαντίγκιν, ἀπό τόν ὁποῖο ἔχει ὡς εὐλογία τεμάχιο Τιμίου Ξύλου καί ξύλινο Ἀντιμήνσιο).
Τό 1991, μετά τήν κατάρρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος, ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος ἐπέστρεψε στήν Ρωσία, ὅπου κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 2α/15η Νοεμβρίου 1994. Ἐνταφιάστηκε στήν Σταυρούπολη τοῦ Καυκάσου καί μεταξύ τῶν πιστῶν τιμᾶται ὡς Ὁμολογητής.
Τό 1995 Ἔξαρχος τῶν Ρωσικῶν Κοινοτήτων διορίστηκε ὁ Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος. Ὁ ἐπ. Κήρυκος μέχρι τήν σύνταξη τοῦ παρόντος ἔχει πραγματοποιήσει 10 ποιμαντικές ἐπισκέψεις στή Ρωσία, κατά τίς ὁποίες χειροτόνησε 4 ἀκόμη Κληρικούς, ἐγκαινίασε ναούς καί συντέλεσε στήν ὀργάνωση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.
Τό 1995, κατά τήν πρώτη ποιμαντική ἐπίσκεψη τοῦ ἐπ. Κηρύκου στήν Ρωσία, «ὁ Ἐπίσκοπος – τροφοδότης» τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, γνώρισε τήν Ὁμολογήτρια Μαρία Βασίλιεβνα (ἡλικίας τότε 89 ἐτῶν) καί τήν ἔκηρε Μεγαλόσχημη μέ τό ὄνομα Μαριάμ. Ἦταν ἡ ἀμοιβή τῶν ἀγώνων της καί ἡ ἀναγνώριση τῆς προσφορᾶς της στήν ὑπόθεση τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας στήν Ρωσία.
Τό 2004 ἀπό Σύναξη Κλήρου καί λαοῦ στό Βορονέζ, ψηφίστηκε Ἐπίσκοπος ὁ Ἀρχιμανδρίτης - Ἡγούμενος π. Σεραφείμ. Ἡ χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο (μέ τόν τίτλο τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου), ἔγινε τό 2008 στήν Κύπρο ἀπό τούς Σεβ. Ἀρχιερεῖς Μεσογαίας κ. Κήρυκο (Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), Βράντσεα κ. Γερόντιο (Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας) καί Κένυας κ. Ματθαῖο (Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας).

Παράρτημα:
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Γκαζώφ Πέτρος (Λαντίγκιν, + 1998).
Ἀρχική δημοσίευση στό Περιοδικό "Ὀρθόδοξος Πνοή", φ. 139, Αὐγ. 2003, σελ. 325 - 333.


Σημείωσις: Στό προηγούμενο κείμενο ἔγινε ἀναφορά στόν Ὁμολογητή Ἱεράρχη τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, Ἀρχιεπίσκοπο Γκλαζώφ Πέτρο Λαντίγκιν. Γιά τόν λόγο αὐτό κρίνεται πολλαπλῶς χρήσιμη ἡ δημοσίευση τοῦ ἐνδιαφέροντος βίου του.

Ὁ κατά κόσμον Πατάπιος Τροφίμοβιτς Λαντίγκιν γεννήθηκε τό 1866 (ἤ 1860), στό χωριό Σέλεγκα τοῦ Πέρμ. Οἱ γονεῖς Τρόφιμος καί Θεοδώρα ἦσαν πτωχοί, πολύτεκνοι χωρικοί. Στήν ἡλικία τῶν 8 ἐτῶν ἄρχισε νά μαθαίνει γράμματα κοντά στόν γέροντα Ἱερέα Παῦλο, διότι στό χωριό του δέν ὑπῆρχε σχολεῖο.
Τό 1875 ἔγινε μάρτυρας τῶν θαυμάτων τῆς θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Παναγίας, τῆς "Ἀναπαύσεως τῶν Θλιβομένων", πού εἶχε ἔρθει ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος.
Ἐνῶ ἦταν 18 ἐτῶν ἡ μητέρα του ἀπεβίωσε καί ὁ πατέρας καί οἱ μεγαλύτεροι ἀδελφοί του ἀποφάσισαν νά τόν νυμφεύσουν. Ὁ Πατάπιος ζήτησε ἀπό τήν ὑποψήφια σύζυγό του νά μήν τόν παντρευτεῖ, ἀλλά ὁ γάμος ἔγινε. Μετά τόν γάμο ὁ Πατάπιος ἀσθένησε σοβαρά καί θεραπεύθηκε μέ θαῦμα τῆς Ὑπεραγίας θεοτόκου. Τό 1888 ἡ σύζυγός του γέννησε ἕνα κοριτσάκι, ἀλλά καί οἱ δύο ἀπεβίωσαν σχεδόν ἀμέσως. Τόν ἴδιο χρόνο κατατάχθηκε στό Στρατό καί ὑπηρέτησε στό Κίεβο, ὅπου ἡ γνωριμία του μέ τήν Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ γέννησε τήν ἐπιθυμία τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως.
Ἀποστρατεύθηκε τό 1892 καί τόν ἑπόμενο χρόνο ξεκίνησε γιά τό Ἅγιο Ὄρος καί τά Ἱεροσόλυμα. Τό 1894 ἐντάχθηκε σάν δόκιμος στή Σκήτη ἁγ. Ἀνδρέα στόν Ἄθωνα, τό 1896 ἔγινε ρασοφόρος μέ τό ὄνομα Πηγάσιος καί τό 1898 μικρόσχημος μοναχός μέ τό ὄνομα Πιτιρίμ. Διάκονος χειροτονήθηκε τό 1900 καί Πρεσβύτερος τό 1904. Τό 1901 διορίστηκε στό μετόχι τῆς Σκήτης στήν ΚΠολη. Τό 1911 διορίστηκε προϊστάμενος τοῦ μετοχίου τῆς Ὀδησσοῦ. Διορίστηκε ἀκόμη οἰκονόμος τῆς Μονῆς τοῦ ἁγ. Παντελεήμονος καί συνέδεσε τό ὄνομά του μέ μεγάλα ἔργα, ὅπως μέ τήν ἀνέγερση τοῦ ξενῶνος καί τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Συμεών τοῦ Ξενοδόχου, κ.ἄ.
Ὅταν τό 1913 ἐμφανίσθηκε ἡ Αἵρεσις τῶν Ὀνοματολατρῶν, ὁ π. Πιτιρίμ ἀναμίχθηκε ἐνεργά στήν ὑπεράσπιση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Τήν 14. 5. 1913 ἐμφανίσθηκε ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στήν Ἁγία Πετρούπολη (κατά μία πληροφορία γιά τό ἴδιο θέμα τόν δέχθηκε σέ ἀκρόαση ὁ Τσάρος Νικόλαος Β') καί συμμετεῖχε στήν ὑπό τόν ἀρχιεπ. Νίκωνα μικτή ἀντιπροσωπεία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Ρωσικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία ἐπισκέφθηκε τόν Ἄθωνα καί ἀπέλασε 736 Ὀνοματολάτρες Μοναχούς!
Τό 1914, μέ τήν ἔκρηξη τοῦ Α' Παγκοσμίου Πολέμου, δημιούργησε νοσοκομεῖο γιά τραυματίες στό Μετόχι τῆς Ὀδησσοῦ. Τήν 23. 2. 1917 ἦταν παρών στή συνεδρίαση τῆς Ρωσικῆς Δούμας. Τόν Ἰούνιο τοῦ 1918 πῆγε στήν ΚΠολη, σάν Ἀποκρισάριος τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος, γιά νά ἐπιδόσει στό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως Εἰρηνικό Γράμμα. Στήν ΚΠολη μερίμνησε γιά τήν μεταφορά 3.700 Ρώσων αἰχμαλώτων στά ἑπτά Ρωσικά Μετόχια τῆς Πόλεως! Τό 1920, μετά τήν κατάληψη τῆς Ὀδησσοῦ ἀπό τούς Μπολσεβίκους, ζήτησε γῆ ἀπό τίς Ἀρχές καί τοῦ δόθηκε στό χωριό Κουζμένκο, ὅπου ἐγκαταστάθηκε μέ 6 μοναχούς.
Τό 1922, ἀναγκάστηκε νά διακόψει τό μνημόσυνο τοῦ νεωτεριστή Ἐπισκόπου Ὀδησσοῦ Ἀλεξίου, διότι ἀναγνώριζε τήν "Ζωντανή Ἐκκλησία". Τότε τόν συνέλλαβαν γιά πρώτη φορά. Τό 1923 ὁ Πατριάρχης Τύχων τοῦ ζήτησε νά χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος, ἀλλά ὁ π. Πιτιρίμ δέν δέχθηκε.
Ἐπίσκοπος χειροτονήθηκε τήν 8. 6. 1925, μετά τήν δολοφονία τοῦ Τύχωνος, ἀπό τούς Ἀρχιεπισκόπους Ἀνδρέα τῆς Οὔφα καί Λεωνίδα τοῦ Νίζχε Ταγκίλσκ, "ψήφῳ Κλήρου καί λαοῦ" τῆς Ἐπισκοπῆς Γκλαζώφ.
Ἀρνούμενος νά ἀναγνωρίσει τήν σοβιετοποίηση τοῦ Πατριαρχείου καί τήν Διακήρυξη τοῦ Μητροπ. Σεργίου (1927), συναντήθηκε μέ τόν Μητροπ. Γιαροσλάβ Ἀγαθάγγελο καί ἀποφάσισε νά δεχθεῖ τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα (τότε ὀνομάστηκε Πέτρος). Αὐτό - κατά τά κρατοῦντα στή Ρωσική Ἐκκλησία - σήμαινε παραίτηση ἀπό τήν διοίκηση, ἀλλά στό κέντρο ἑνός μεγάλου διωγμοῦ, ἦταν πιό εὔκολο γιά ἕναν Ἐπίσκοπο νά ποιμαίνει τόν λαό τοῦ Θεοῦ χωρίς ἕδρα καί ἀνοικτή δραστηριοποίηση. Οἱ Ἀρχές ἐπέτρεψαν στόν ἐπ. Πέτρο νά κατοικήσει σ' ἕνα κελλί στό χωριό Βοζνεσένσκ καί νά ἐκκλησιάζεται.
Τόν Δεκέμβριο τοῦ 1928 τόν συνέλλαβαν μέ τήν κατηγορία, ὅτι διάβαζε εὐχές σέ ἀσθενεῖς! Καταδικάστηκε σέ δύο χρόνια φυλάκιση καί σέ πέντε χρόνια ἐξορία, ἔξω ἀπό τήν Δημοκρατία τῆς Μπασκιρίας. Στήν περιοχή τοῦ Ἀρχαγγέλου ὅπου ἐξορίστηκε, ζοῦσαν σέ ξύλινα παραπήγματα ἄλλοι 5 Ἐπίσκοποι καί 450 Κληρικοί!
Κρατήθηκε ἀκόμη στό Σβερντόλβσκ, δύο χρόνια στό Γιαροσλάβ καί - τό 1931 - στίς φυλακές Μπουτίρσκαγια τῆς Μόσχας. Ὅταν ἀπελευθερώθηκε τό 1933, ἐπέστρεψε στό Γκλαζώφ, ὅπου ἔζησε κρυπτόμενος δύο χρόνια. Τό 1937 πῆγε στήν Καλοῦγα καί τό 1940 στό Μπελοζέρσκ. Τό 1945 τόν συνέλλαβαν στήν Οὔφα καί τόν καταδίκασαν σέ πέντε χρόνια ἐξορία στήν Κεντρική Ἀσία, ὅπου ἔζησε κρυπτόμενος στά βουνά! Ἀπό τό 1949 μέχρι τό 1951 ἔζησε κρυπτόμενος στό Κουμπάν καί τήν Λευκορωσία. Τό 1951 ἐγκαταστάθηκε στό Τσελιάμπινσκ καί μετά στό Γκλαζώφ, ὅπου καί κοιμήθηκε.
Ὡς Ἐπίσκοπος τῶν Κατακομβῶν ὁ μακάριος Πέτρος, χρησιμοποίησε τίς συνεχεῖς ἐξορίες - μετακινήσεις του, γιά νά ὀργανώσει ἕνα μεγάλο δύκτιο μυστικῶν ἐνοριῶν καί νά χειροτονήσει πολλούς μυστικούς Ἱερεῖς. Ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος πού ἐντάχθηκε στήν δικαιοδοσία του τό 1955, δέν τόν συνάντησε ποτέ προσωπικά, ἀλλά συνάντησε διαδοχικά 100 περίπου Ἱερεῖς τῆς δικαιοδοσίας του.
Σύμφωνα μέ μία πηγή ἔλαβε μέρος στή Νομαδική Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, χωρίς ὅμως νά ὑπογράψει τόν 11ο Κανόνα της σχετικά μέ τούς Ὀνοματολάτρες, καθώς καί στή μυστική Σύνοδο τοῦ 1948, στό Χιρτσούκ τῆς Σιβηρίας.
Σώζεται ἐπιστολή του μέ τήν ὁποία (μαζί μέ κάποιον Ἐπίσκοπο Ρουφῖνο), ζητοῦν ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Γαβριήλ τοῦ Ἄκερμαν, "ἕνα ἤ μισό λίτρο Ἅγιο Μῦρο, διότι δέν ἔχουν οὔτε ἑλαιόλαδο"! Ἡ ποσότητα τοῦ ζητουμένου Μύρου ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ ἐπ. Πέτρος τελοῦσε πολλές μυστικές βαπτίσεις καί ἐγκαίνια, ἀλλά ἐπίσης ὅτι εἶχε στή δικαιοδοσία του πολλούς Ἱερεῖς, τούς ὁποίους ἔπρεπε νά προμηθεύει μέ Ἅγιο Μῦρο. Σήμερα στήν κατοχή τοῦ πνευματικοῦ του τέκνου Πρωθιερέως Ἰωάννου, στή Σταυρούπολη τοῦ Καυκάσου, ὑπάρχει φορητή Ἁγία Τράπεζα - ξύλινο Ἀντιμήνσιο, ἐγκαινιασμένο ἀπό τόν ἐπ. Πέτρο. (Ἀπ' ὅσα γνωρίζουμε ξύλινο Ἀντιμήνσιο μέ ἐμφυτευμένα Ἅγια Λείψανα, φυλάσσεται καί στό Σκευοφυλάκιο τῆς Μονῆς Κύκκου Κύπρου).
Ὁ ἐπ. Πέτρος κοιμήθηκε σέ ἡλικία 91 ἐτῶν, πλήρως ἀπομονωμένος, καταπονημένος ἀπό τίς κακουχίες τῶν ἐξοριῶν καί τυφλός, στό Γκλαζώφ, τήν 6. 2. 1957.
Τό 1980 ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος ὑπήγαγε τίς Κοινότητες τῶν Κατάκομβιτῶν πνευματικῶν τέκνων τοῦ ἐπ. Πέτρου στήν Ἐκκλησία Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος.


Τῶν Ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως στήν ποτέ Ἅγία Ρωσία, εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη




Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

1. Προλεγόμενα
Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ ἐπιχειρεῖ νά ἀπαντήσει σέ συγχρόνου ἐκκλησιαστικοῦ ἱστορικοῦ ἐνδιαφέροντος ἐρωτήματα πού ἔχουν σχέση μέ τό πρόσωπο καί τήν δραστηριότητα τοῦ Μητροπ. Δημητριάδος Γερμανοῦ Μαυρομάτη, ὅπως:
Ποιά ἦταν τά πραγματικά αἴτια τῆς προσχωρήσεώς του στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τό 1935;
Ποιές ἦταν οἱ θέσεις του σχετικά μέ τήν ἡμερολογιακή ἀλλαγή τοῦ 1924;
Ποιές ἦταν οἱ Ἐκκλησιολογικές - Ὁμολογιακές του πεποιηθήσεις σχετικά μέ τό Νεοημ. Σχίσμα;
Τά ἐρωτήματα αὐτά προκύπτουν ἀπό τήν ἀντικειμενική μελέτη τῆς πορείας τοῦ Μητροπ. Γερμανοῦ τόσο πρίν τό 1935, ὅσο καί μετά τό ἱστορικό αὐτό ἔτος.
Ὁ Νεοημ. ἱστορικός ἀρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας καταλογίζει στόν Μητροπ. Γερμανό ὑστεροβουλία καί προσωπική σκοπιμότητα. Γράφει σχετικά:
«Ὁ Δημητριάδος Γερμανός, ὤν ἀντίπαλος τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου ἀπό τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ (Φεβρουάριος 1923) εἰς Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν, καθ’ ὅσον ἦτο καί αὐτός ὑποψήφιος Ἀρχιεπίσκοπος, ἐνόμισεν εὐκαιρίαν τόν δημιουργηθέντα θόρυβον ἐκ τῆς γενομένης χειροτονίας τοῦ Πρωτοσυγκέλλου Ἀθηνῶν εἰς Ἐπίσκοπον, πρός ἐκθρόνισιν τοῦ Χρυσοστόμου. Μή ἀρκεσθείς οὗτος εἰς τήν πρός το Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μήνυσιν αὐτοῦ, ἀπεφάσισε κίνημα ἐπαναστατικόν καθ’ ὅλης τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας, ὑπό τό πρόσχημα τῆς προστασίας τῶν Παλαιοημερολογιτῶν» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα "Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν", τ. Γ’, σελ. 2035).
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὁ εὑρύτερος χῶρος τῶν Φλωρινικῶν Παλαιοημερολογιτῶν παρουσιάζει τόν Μητροπ. Γερμανό σάν ἰδεολόγο καί σταθερό μέχρι τέλους στίς πεποιθήσεις του. Γράφεται σέ σχετική ἰστοσελίδα:
«Ὁ Δημητριάδος Γερμανός δέν πρόδωσε ποτέ τίς πεποιθήσεις του. Αὐτό ἦταν ἀντίθετο στόν Ψαριανό, ἐπαναστατικό του χαρακτῆρα. Παρέμεινε πιστός μέχρι τέλους. Ἱερουργοῦσε στούς Ἱ. Ναούς ἁγ. Βασιλείου Ν. Ψυχικοῦ καί Ἁγίων Ταξιαρχῶν Ν. Ἰωνίας, ὅπου ἐφημέρευε ὁ ὑποτακτικός του (προερχόμενος ἐκ τῆς Ἱ. Μ. Ξενιᾶς), ἀρχιμ. Κυπριανός Θεοδοσίου, ὁ ὁποῖος καί τόν κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων πρό τοῦ θανάτου του (7/20.3.1944). Δυστυχῶς οἱ οἰκείοι του, ὄντες Νεοημερολογίτες, ἐκήδευσαν τό σῶμα του μέ τό νέο, τό πνεῦμα του ὅμως παρέμεινε πιστό στούς ἀγώνες τῶν Ὀρθοδόξων γιά τίς παραδόσεις τῆς Πίστεώς μας.
Δέν εἶναι τυχαῖο, ὅτι ὅταν στό Κληρικολαϊκό Συνέδριο τῶν Γ.Ο.Χ. τοῦ 1958 ἀναρτήθηκαν δύο ἐπιγραφές μέ τά ὀνόματα τῶν πεσόντων Κληρικῶν καί λαϊκῶν στόν Ἱερό Ἀγῶνα, τό πρῶτο ὄνομα πού ἀναγράφεται στήν στήλη τῶν Κληρικῶν ἦταν τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ
» (www.ekklisiastikos.com/2009/06/5_11.html).

2. Ὁ Γερμανός Μαυρομάτης μέχρι τό 1923.
Ὁ Γερμανός Μαυρομάτης γεννήθηκε στά Ψαρά τό 1859. Τίς Γυμνασιακές σπουδές ὁλοκλήρωσε στή Χίο. Σπούδασε στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, τῆς ὁποίας ἀναγορεύθηκε Διδάκτωρ. Χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπό τόν Μητροπ. Ἀθηνῶν Γερμανό (Καλλιγᾶ, 1889 – 1896) καί ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιο Δ’ τόν Βυζάντιο (1870 – 1899), προσελήφθη γιά τήν ὀργάνωση τῶν Πατριαρχικῶν Γραφείων.
Μετά τόν θάνατο τοῦ Σοφρωνίου (22. 8. 1899), ἤδη Ἀρχιμανδρίτης, ἐπανῆλθε στήν Ἑλλάδα καί ὑπηρέτησε σάν Ἱεροκήρυκας τῶν Μητροπόλεων Ἠλείας, Θεσσαλιώτιδος καί Δημητριάδος (στήν τελευταῖα ἀπό τό 1901 μέχρι τό 1907, ὑπό τόν Ἐπίσκοπο Γρηγόριο Ε’ Βυζάντιο ἤ Φουρτουνιάδη, 1838 – 1907). Τό 1907 προτάθηκε γιά τήν Μητρόπολη Θήρας, ἀλλά τό ἴδιο ἔτος ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Δημητριάδος, σέ διαδοχή τοῦ ἐπ. Γρηγορίου Ε’, μετά ἀπό παραστάσεις τοῦ τοπικοῦ Κλήρου καί τοῦ λαοῦ. Χειροτονήθηκε τήν 10. 8. 1907 στή Μητρόπολη Ἀθηνῶν ἀπό τόν Μητροπ. Ἀθηνῶν Θεόκλητο (Μηνόπουλο) καί ἐνθρονίσθηκε τήν 31. 8. 1907 στό Βόλο, παρουσίᾳ καί τοῦ Μητροπ. Θεοκλήτου.
Ὡς Ἐπίσκοπος ὁ Γερμανός ἐκτός τῶν ἄλλων ἐπέβαλε χρηστή διοίκηση στή Μονή Ξενιᾶς (τήν ὁποία ἀνακαίνισε ἐκ βάθρων καί ἐμπλούτισε μέ κειμήλια καί βιβλία), διέσωσε μετά ἀπό δικαστικούς ἀγώνες τήν περιουσία τῆς Μονῆς Φλαμουρίου (100.000 στέμματα!), ἀνήγειρε Ἐπισκοπεῖο καί Ναό πρός τήν τιμήν τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου τοῦ Νέου καί συγκρούσθηκε μέ τούς τοπικούς ἐκπροσώπους τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσαν δικαίωμα στούς διορισμούς τῶν Ἱεροψαλτῶν (τά λεγόμενα «Ψαλτικά»). Συγκρούσθηκε ἐπίσης τό 1910 μέ τούς Γληνό καί Δελμούζο, μέ ἀφορφή τό μεταρρυθμιστικό παιδαγωγικό σύστημα πού εἰσήγαγαν στό Ἀνώτερο Παρθεναγωγεῖο Βόλου (τά γνωστά «Ἀθεϊκά», 1910 – 1914).
Γενικά ὁ Γερμανός τόσο σάν Ἱεροκήρυκας, ὅσο καί σάν Ἐπίσκοπος Δημητριάδος, ἀνέπτυξε ἀξιόλογη ποιμαντική, φιλανθρωπική, κοινωνική καί πατριωτική δράση (ἰδίως κατά τήν περίοδο τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, 1912 – 1913) καί ἤδη εἶχε ἀρχίσει νά διαφαίνεται ἡ ὑποψηφιότητά του γιά τόν Μητροπολιτικό Θρόνο τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτό ὅμως εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά δημιουργήσει γιά τόν ἑαυτό του μία κάποια ἰδέα, ἡ ὁποία ἐκδηλώθηκε πολύ νωρίς, ἤδη τό 1909, ὅταν νέος ἀκόμη Ἐπίσκοπος ὑποστήριξε ἀνοικτά μαζί μέ τόν Ἐπίσκοπο Λαρίσης Ἀμβρόσιο τό Κίνημα στό Γουδί (τήν ἐπέμβαση, δηλαδή, στά πολιτικά πράγματα τῆς χώρας τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου τῶν Παγκάλου – Πλαστήρα, οἱ ὁποῖοι ἐκτός ἄλλων ζήτησαν τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τό στράτευμα τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου καί τῶν ἄλλων Πριγκίπων). Καί ἐνῶ γιά τήν συμμετοχή αὐτή ὁ Ἀμβρόσιος Κασσαρᾶς (Ἐπίσκοπος Λαρίσης, Πλαταμῶνος καί Τυρνάβου ἀπό τό 1900) καθαιρέθηκε καί ἔχασε τόν θρόνο του τό 1910, ὁ Γερμανός Μαυρομάτης διέφυγε τήν καθαίρεση, λόγῳ τῶν πολιτικῶν του διασυνδέσεων!

3. Ἡ ἐκλογή Μητροπολίτου Ἀθηνῶν τό 1923.
Τό 1923 ἡ Ἐπαναστατική Κυβέρνηση τοῦ Στυλ. Γονατᾶ, συγκάλεσε ἀντικονονική Μείζονα Σύνοδο, μέ τήν ὁποία ἐκθρόνισε – γιά λόγους πολιτικούς - τόν κανονικό Μητροπ. Ἀθηνῶν Θεόκλητο Μηνόπουλο (ἀπόφαση ὑπ’ ἀριθμ. 11/10. 1. 1923). Ἀμέσως ἄρχισαν οἱ διεργασίες γιά τήν ἐκλογή νέου Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Στό παρασκήνιο δραστηριοποιήθηκαν ὑποστηρικτές τοῦ νεοχειροτονηθέντος Ἐπισκόπου Κορινθίας Δαμασκηνοῦ Παπανδρέου (βλ. Ὑπόμνημα τῆς Παγκληρικῆς Ἑνώσεως, ὑπογραφόμενο ἀπό τούς π. Λουκᾶ Παπαναστασίου καί π. Μάρκο Τσακτσάνη καί Ἐκκλησιαστικό Χρονικό τοῦ Περιοδικοῦ «ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ», φ. 10. 2. 1923) καί τοῦ ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐνδιαφερομένου γιά τόν Θρόνο ἤδη ἀπό τό 1917 (βλ. Ψήφισμα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν πρός τήν Κυβέρνηση, τό ὁποῖο συντάχθηκε μέ πρωτοβουλία τοῦ Καθηγητή Ἀμίλκα Ἀλιβιζάτου, σέ συννενόηση μέ τόν ἔκπτωτο καί καθηρημένο ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πρ. Μητροπ. Ἀθηνῶν Μελέτιο Μεταξάκη, ἤδη ἐκλεγμένο Πατριάρχη ΚΠόλεως, καί τόν Ἐθνάρχη Ἐλευθέριο Βενιζέλο). Τρίτος ὑποψήφιος ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομάτης, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε μέν ἐρείσματα στήν Ἱεραρχία, ἀλλά εἶχε στήν Κυβέρνηση, σέ σημεῖο ὥστε νά πετύχει τήν συμμετο-χή του στή διαδικασία ἐκλογῆς καί νά ψηφίσει τόν ἑαυτό του!
Τήν ἐκλογή Προκαθημένου διενήργησε Ἀριστίνδην Σύνοδος διορισμένη ἀπό τήν Κυβέρνηση, τήν ὁποία ἀποτελοῦσαν οἱ Ἐπίσκοποι Σύρου Ἀθανάσιος, Ναυπάκτου Ἀμβρόσιος, Τρίκκης Πολύκαρπος, Θεσσαλιώτιδος Εὐθύμιος καί Δημητριάδος Γερμανός. Δέκα ἡμέρες πρίν τήν συνεδρίαση τῆς Συνόδου, τήν 13. 2. 1923, ἡ ὑποψηφιότητα τοῦ Κορινθίας Δαμασκηνοῦ ἀνατράπηκε, «μή συγκατατεθημένου εἰς τά σχέδια τῶν ὑποστηρικτῶν του τοῦ Κερκύρας Ἀθηναγόρου» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ., τ. Β, σελ. 1133). Ἔτσι, ἡ ἐκλογή διενεργήθηκε μεταξύ δύο ὑποψηφίων, τοῦ ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου καί τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ.
Ἡ Ἀριστίνδην Σύνοδος συνεδρίασε τήν 23. 2. 1923 καί οἱ μέν Σύρου, Ναυπακτίας καί Τρίκκης ψήφισαν τόν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο (καί γιά τό τριπρόσωπο τούς ἀρχιμανδρίτες Γερμανό Βασιλάκη καί Κων. Παγώνη), οἱ δέ Θεσσαλιώτιδος καί Δημητριάδος τόν Δημητριάδος Γερμανό (καί γιά τό τριπρόσωπο τούς Μητροπολίτες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Ἀμασείας Γερμανό καί Θυατείρων Γερμανό΄ πρόκειται γιά τό λεγόμενο «τριπρόσωπο τῶν τριῶν Γερμανῶν»). Στή συνέχεια ἀπό τούς τρεῖς Ἀρχιμανδρίτες πού πλειοψήφισαν, προκρίθηκε ἀπό τόν Βασιλέα Γεώργιο Β’, μετά ἀπό ὑπόδειξη τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως Νικ. Πλαστήρα, ὁ ἀρχιμ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Μητροπόλεως Ἀθηνῶν τό Σαββάτο 25. 2. 1923, ἀπό τούς τρεῖς Μητροπολίτες πού τόν ψήφισαν, τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «ἐπιδεικτικά ἀπεχόντων».
Μετά τήν ἐκλογή τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ὁ Δημητριάδος Γερμανός δέν συμμετεῖχε στά Συνοδικά ὄργανα. Συγκεκριμένα δέν συμμετεῖχε στήν πρώτη ἀμέσως μετά τήν ἐκλογή τοῦ Χρυσοστόμου Δ’ Ἱεραρχία (Β.Δ. 31. 3. 1923) καί «ἔπαυσε νά προσέρχεται εἰς τάς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δι’ ὅ καί ἀντικατεστάθη διά τοῦ Τρίκκης Πολυκάρπου» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ., τ. Β. σελ. 1164 – 1165). Παράλληλα ἄρχισε νά δημοσιογραφεῖ κατά τῆς ἐκλογῆς τοῦ Χρυσοστόμου, σέ σημεῖο νά ὑποχρεωθεῖ ἡ Σύνοδος νά ἀσχοληθεῖ μέ τό θέμα κατά τήν συνεδρίασή της τῆς 24. 5. 1923 καί νά ἀποφασίσει «ἵνα ἀπευθυνθῆ παρατήρησις πρός τόν Σεβ. Δημητριάδος διά τάς δημοσιεύσεις του ἐν τῶ καθημερινῶ Τύπῳ τῶν Ἀθηνῶν, ἐν σχέσει πρός τήν ἐκλογήν τοῦ Μακ. Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, καθ’ ὅσον εἰ καί μέχρι τοῦδε ἀνέμενεν ἡ Ι.Σ. ἐκδήλωσιν μεταμελείας παρά τοῦ Σεβ. Δημητριάδος, ἐν τούτοις εἰς οὐδεμίαν τοιαύτη προέβει οὗτος» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ., τ. Β, σελ. 1165).
Τό 1923, μέ ἀπόφαση τῆς ὑπό τόν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο Ἱερᾶς Συνόδου, ἀνατράπηκε ἡ ἱεραρχική τάξις στήν ἐκκλησιαστική διοίκηση καί καταργήθηκε τό Μητροπολιτικό σύστημα (Ἐπίσκοπος, Ἀρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτης, Πατριάρχης). Ἔτσι, ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὀνομάσθηκαν Μητροπολίτες καί ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ἀπό Μητροπολίτης σέ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν! (Γιά τοῦτο στό ἐξῆς καί ὁ Δημητριάδος θά ἀναφέρεται ὡς Μητροπολίτης).
Παρά τήν παρατήρηση τῆς Συνόδου ὁ Δημητριάδος Γερμανός ὄχι μόνο συνέχισε τήν ἀμφισβήτηση τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ἀλλά προχώρησε καί σέ συνωμοσία γιά τήν ἀνατροπή του, συνεργαζόμενος μέ τόν τότε Ἐπίσκοπο Καρυστίας Παντελεήμονα Φωστήνη. Ἡ συνωμοσία ἀποκαλύφθηκε ὅταν ἐκδόθηκε ἀπό τόν Μητροπ. Ἀξώμης Μεθόδιο τό Ἡμερολόγιο τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Μελετίου Μεταξάκη. Ἐκεῖ, στήν καταχώρηση τῆς 25. 8. 1925 ὁ Μελέτιος γράφει:
«Χθές ἐδείπνησε παρ’ ἐμοί ὁ κ. Μιχ. Γαλανός. Ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ κίνδυνος διά τόν Ἀρχιεπίσκοπον πρόκειται ἐκ τῶν ἐνεργειῶν, ὄχι τοῦ Δημητριάδος, ἀλλά τοῦ Καρυστίας Παντελεήμονος Φωστήνη. Οὗτος ἀπολαύει ἐκτιμήσεως παρά τῶ Παγκάλῳ ἀπό τοῦ στρατοπέδου… Ὁ Πανουργιᾶς, πρώην Διευθυντής τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ἐργάζεται ὑπέρ τοῦ Φωστήνη ὡς Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Τῶν συνωμοτικῶν κινήσεων μετέχει καί ὁ Α’ Γραμματεύς τῆς Συνόδου ἀρχιμ. Χρυσόστομος Δημητρίου, φερόμενος ὑποψήφιος Μητροπολίτης Πειραιῶς. Ὁ Γαλανός ἐδήλωσεν αὐτοῖς κατηγορηματικῶς, ὅτι δέν ἀποδοκιμάζει σχέδια συνωμοτικά, ἐπί τῆ προφάσει ἀνορθώσεως τῆς Ἐκκλησίας».
Στήν καταχώρηση τῆς 7. 9. 1925 ὁ Πατριάρχης Μελέτιος γράφει: «Ἡ κατά τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν περί τούς Μητροπολίτας Δημητριάδος καί Καρυστίας ἀντίδρασις, κινεῖται ἐντατικώτερον. Αἱ ἐφημερίδες πᾶσαι ἀναγράφουν ἐν πλάτει σχετικάς εἰδήσεις. Ὁ Ὑπουργός τῶν Ἐκκλησιαστικῶν βεβαιοῖ τήν ὑφισταμένην διαίρεσιν. Φέρονται συμπράττοντες μετά τοῦ Δημητριάδος 10 ἕως 15 Ἐπίσκοποι, ἐν οἷς καί οἱ Κερκύρας καί Κορινθίας καί κύκλος τῆς Παγκληρικῆς. Ἐμφανίζονται ὡς μεταρρυθμισταί, ὡς δηλοῦν δέ ὡς ἀντικειμενικόν σκοπόν ἔχουν τήν ἐπανφοράν τῆς Διαρκοῦς Συνόδου καί τήν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀνικάνων, ἐν οἷς καταριθμοῦν καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον».

4. Οἱ θέσεις τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ σχετικά μέ τό Ἡμερολογιακό ζήτημα.
Ὁ Δημητριάδος Γερμανός συμμετεῖχε στήν Ε’ Ἱεραρχία (24. 12. 1923), καθώς καί στήν ἐπιτροπή συντάξεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Κατά τήν Ε’ Ἱεραρχία (ἀλλά καί κατά τίς ἑπόμενες), συζητουμένης τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, τοποθετήθηκε ἐπί τοῦ διαδικαστικοῦ μέρους τοῦ θέματος (πῶς ἔπρεπε νά γίνει ἡ ἀλλαγή) καί ὄχι ἐπί τοῦ οὐσιαστικοῦ (ἄν ἔπρεπε νά γίνει).
Ἀρχικά τάχθηκε κατά τοῦ βεβιασμένου τῆς ἀλλαγῆς, μαζί μέ τήν πλειοψηφία τῶν Ἱεραρχῶν (τούς Μητροπολίτες Ἄρτης Σπυρίδωνα, Θηβῶν Συνέσιο, Καλαβρύτων Τιμόθεο, Παροναξίας Ἱερόθεο, Ἠλείας Ἀντώνιο, Ἀργολίδος Ἀθανάσιο, Τριφυλλίας Ἀνδρέα, Χαλκίδος Γρηγόριο, Λευκάδος Δανιήλ, Σύρου Ἀθανάσιο καί Ζακύνθου Διονύσιο) καί ζήτησε νά ἀναγνωσθοῦν τά ἔγγραφα «ἐν οἷς ἐκτίθενται αἱ γνῶμαι τῶν Πατριαρχῶν, διότι δέν πρόκειται περί παρονυχίδος» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ., τ. Β, σελ. 1194).
Ἀπό τίς παρεμβάσεις του ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδέποτε τόν ἀπασχόλησε ἡ δεοντολογία τῆς ἀλλαγῆς. Σύμφωνα μέ τά πρακτικά τῆς Ε’ Ἱεραρχίας, κάποιοι Ἀρχιερεῖς εἶχαν ἐκφράσει τόν προβληματισμό τους σχετικά μέ τό θέμα τοῦ σκανδαλισμοῦ τοῦ λαοῦ. Λ.χ. ὁ Χαλκίδος Γρηγόριος εἶχε τονίσει, ὅτι «ὁ λαός σκανδαλίζεται». Καί ὁ Κυθήρων Δωρόθεος εἶχε πεῖ, ὅτι «τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ συνδέει τό ζήτημα τοῦ ἡμερολογίου μέ τό ζήτημα τῆς πίστεως». Ὁ δέ Σύρου Ἀθανάσιος προχώρησε ἀκόμη περισσότερο καί εἶπε: «Ἀφοῦ εἶναι βεβαιομένον, ὅτι ἡ ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος ὑπελόγιζε καλῶς, ἡμεῖς εὑρισκόμεθα καταπατοῦντες»!
Αὐτή τήν προβληματική μελῶν τῆς Ἱεραρχίας προσπάθησε νά διασκεδάσει μέ τήν παρέμβασή του ὁ Κορινθίας Δαμασκηνός. «Ὡς πρός τό ζήτημα τοῦ σκανδαλισμοῦ - εἶπε - ὅν προβλέπεται, οὐδένα βλέπω σήμερον νά ὑπάρχει. Τό τοιοῦτον δι’ ἐμέ δέν εἶναι κώλυμα»!
Ὁ Δημητριάδος στήν παρέμβασή του δέν συντάχθηκε μέ τήν πλευρά τῶν προβληματιζομένων Ἱεραρχῶν, ἀλλά μέ τίς θέσεις τοῦ Κορινθίας. «Δευτέρα γνώμη δέν ὑπάρχει – εἶπε - ὅτι τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον εἶναι ἀνώτερον τοῦ Ἱουλιανοῦ. Φρονῶ, ὅτι δέον νά ἐφαρμοσθῆ, ὡς ὁ Ἅγιος Κορινθίας εἶπεν. Πλήν, δέον νά ζητηθῆ ἡ γνώμη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν». (Βλ. γενικά Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Β, σελ. 1196).
Μετά τήν ἀλλαγή τοῦ Ἡμερολογίου, ὁ Δημητριάδος συμμετεῖχε στήν Στ’ Ἱεραρχία (12. 5. 1924), ἀλλά δέν ἔκανε κάποια σχετική παρέμβαση, παρά τόν σάλο πού εἶχε δημιουργηθεῖ μέ τήν ἀλλαγή. Στήν ἑπομένη Ζ’ Ἱεραρχία (3. 10. 1924), ὄχι μόνον δέν ὑπεραμύνθηκε τῶν δικαιωμάτων τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ἀλλά ὁμολογεῖ ἑαυτόν διώκτη τους! καθ’ ὅτι δήλωσε: «Μοναχοί τινές ἔγραψαν εἰς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπως μή ἀκολουθῶσι τό Νέον Ἡμερολόγιον καί παρέπεμψα τήν ὑπόθεσιν εἰς τόν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις καί ἐπελήφθη τῶν σχετικῶν ἀνακρίσεων. Οἱ ἴδιοι μοναχοί ἐνσπείρουσιν ζηζάνια» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ., τ. Β, σελ. 1333).
«Καί ὅμως – σημειώνει ὁ ἀρχιμ. Θ. Στράγκας - ὁ Ἱεράρχης οὗτος μετά 11ετίαν ἐτέθη ἐπί κεφαλῆς ὡς ἀρχηγός καί Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Παλαιοημερολογιτῶν» (αὐτ. τ. Β, σελ. 1333).
Κατά τήν ΙΔ’ Ἱεραρχία (31. 10. 1931), κατά τήν ὁποία συζητήθηκε τό αἵτημα τῶν Παλαιοημερολογιτῶν νά ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι στήν ἄσκηση τῶν θρησκευτικῶν τους καθηκόντων, πάνω στό ὁποῖο τοποθετήθηκαν πολλοί Ἀρχιερεῖς (οἱ Κασσανδρείας Εἰρηναῖος, Παροναξίας Ἱερόθεος, Χαλκίδος Γρηγόριος, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, Μυτιλήνης Ἰάκωβος, Λαρίσης Ἀρσένιος, Σάμου Εἰρηναῖος, Μαρωνείας Ἄνθιμος καί Σπάρτης Γερμανός), ὁ Δημητριάδος Γερμανός ἐσίγησε! Ἀντίθετα εἶχε γνώμη καί λόγο στό θέμα τῆς συγχωνεύσεως ἤ μή κάποιων Μητρο-πόλεων! (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Γ’, σελ. 1860 – 1861).
Κατά τήν ΙΕ’ Ἱεραρχία (1. 10. 1933), ὁ Μητροπ. Φωκίδος Ἰωακείμ παρουσίασε «ἐμπεριστατομένην εἰσήγησιν περί τοῦ Ἡμερολογιακοῦ θέματος, διά τό ὁποῖον καί συνεκλήθη ἡ Ἱεραρχία, περί ἐξοικονομήσεως τῆς καταστάσεως, ὡς ἐδήλωσεν ὁ Ἀθηνῶν Χρυσόστομος» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Γ’, σελ. 1939). Κατά τίς τοποθετήσεις τῶν Ἱεραρχῶν (κατά τήν σειρά πού ἀναφέρονται στά Πρακτικά τῶν Κορινθίας Δαμασκηνοῦ, Ἐλευθερουπόλεως Σοφρωνίου, Σπάρτης Γερμανοῦ, Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου, Κασσανδρείας Εἰρηναίου, Ξάνθης Πολυκάρπου, Θεσσαλονίκης Γενναδίου, Χαλκίδος Γρηγορίου, Ἄρτης Σπυρίδωνος, Σάμου Εἰρηναίου, Δρυϊνουπόλεως Βασιλείου, Ἱερισσοῦ Σωκράτη καί Θηβῶν Συνεσίου), ὁ Δημητριάδος Γερμανός ἔκανε δύο μικρές παρεμβάσεις ἐπί τοῦ διαδικαστικοῦ καί ὄχι ἐπί τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Συγκεκριμένα εἶπε: «Καί ἐγώ ἐν τῆ Ἱεραρχίᾳ διεφώνησα καί προέτεινα ὅπως ἀποφανθῶσι πρότερον ἅπασαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Γ’, σελ. 1941 – 1942).
Παρόμοιες θέσεις διατύπωσαν στήν ΙΕ’ Ἱεραρχία καί οἱ Μητροπολίτες Ἐλευθερουπόλεως Σοφρώνιος, Κασσανδρείας Εἰρηναῖος καί Ἄρτης Σπυρίδων.
Ἡ πρώτη παρέμβαση τοῦ Δημητριάδος κατελέγχεται ὡς ψευδής, διότι κατά τήν Ε’ Ἱεραρχία (24. 12. 1923), ὄχι μόνο δέν διεφώνησε μέ τήν ἀλλαγή, ἀλλά ἀγνόησε τήν προβληματική Ἱεραρχῶν γιά τό θέμα τοῦ σκανδαλισμοῦ τοῦ λαοῦ (λ.χ. τῶν Κυθήρων Δωροθέου καί Χαλκίδος Γρηγορίου) καί συντάχθηκε μέ τίς θέσεις τοῦ Κορινθίας Δαμασκηνοῦ, ὅπως ἀναφέρθηκε προηγουμένως. (Βλ. ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Β, σελ. 1196).
Ἀπό τά προηγούμενα προκύπτει, ὅτι ὁ Δημητριάδος Γερμανός δέν εἶχε ἐκφράσει κατά τήν κρίσιμη περίοδο 1923 – 1935 οὐσιαστικές ἐνστάσεις κατά τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ὥστε νά δικαιολογεῖται ἡ ἀνάληψη ἀπ’ αὐτόν τῆς ἡγεσίας τῶν Παλαιοημερολογιτῶν τό 1935.

5. Ἡ ἐπισκοποίηση προστατευομένων τῶν Ἀθηνῶν καί Δημητριάδος.
Ἡ ἀντιπαλότητα μεταξύ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου καί Δημητριάδος Γερμανοῦ τεκμηριώνεται καί ἀπό ἄλλες πτυχές τῆς τότε ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ὅπως τῆς ἐπισκοποιήσεως τοῦ ἀρχιμ. Χριστοφόρου Χατζῆ, τοῦ Γραμματέως τῆς Συνόδου ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Δημητρίου καί τοῦ Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν ἀρχιμ. Ἰακώβου Βαβανάτσου.
ἀρχιμ. Χριστόφορος Χατζῆς ἦταν φίλος καί συμπατριώτης τοῦ Θεοδώρου Πάγκαλου, ὁ ὁποῖος ἤθελε νά τόν καταστήσει Ἐπίσκοπο στά Μέγαρα. Γιά τόν λόγο αὐτό τήν 23. 7. 1929 ἡ Κυβέρνηση δημοσίευσε Νομοθετικό Διάταγμα, «Περί προσθήκης τρίτου Βοηθοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, διά τήν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος». Κατά τόν ἀρχιμ. Θ. Στράγκα, «ἡ δημοσίευσις τοῦ Νομοθετικοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, προυκάλεσεν ἐν τῆ Ἱερᾶ Συνόδῳ κατά τήν ΜΗ’ συνεδρίαν αὐτῆς σοβαράν συζήτησιν». Ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ἀντέδρασε καί εἶπε χαρακτηριστικά: «Τό περί ἱδρύσεως Ἱερᾶς Μητροπόλεως ἐν Μεγάροις δέν ἀνεγνωρίσθη ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐκκλησιαστικῶς».
Συντάκες τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος ἦταν οἱ Μητροπολίτες Καρυστίας Παντελεήμων καί Κυθήρων Δωρόθεος, οἱ ὁποῖοι κατά τόν ἀρχιμ. Θ. Στράγκα «ἐπεδίωκον τήν τακτοποίησιν εἰς Μεγαρίδα, τοῦ στενοῦ των φίλου ἀρχιμ. Χριστοφόρου Χατζῆ». «Τελικά – σημειώνει ὁ ἴδιος - ὁ Χριστόφορος Χατζῆς τό 1934 προσεκολήθη εἰς τούς Παλαιοημερολογίτας, ἐπί τῶ σκοπῶ νά χειροτονηθῆ ὑπ’ αὐτῶν Ἐπίσκοπος Μεγαρίδος, ὅπερ καί ἐπέτυχεν» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Β’, σελ. 1398).
Πράγματι, ἡ ἀποτυχία τοῦ Χριστοφόρου Χατζῆ νά γίνει Ἐπίσκοπος στά Μέγαρα, μέ τήν βοήθεια καί τίς μεθοδεύσεις τῆς φίλης πρός αὐτόν πολιτικῆς ἐξουσίας, τόν ὁδήγησε στήν ὁμάδα τῶν ἀντιπάλων τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ὅπου τέθηκε ὑπό τήν προστασία τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ. Τελικά τό 1934 προσχώρησε στίς τάξεις τῶν Γ.Ο.Χ. καί πέτυχε νά χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος τό 1935 ἀπό τόν Δημητριάδος Γερμανό, μέ τόν τίτλο τοῦ Ἐπισκόπου Μεγαρίδος.
ἀρχιμ. Χρυσόστομος Δημητρίου, προστατευόμενος τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ, συμπεριλήφθηκε στόν κατάλογο τῶν ὑποψηφίων πρός ἀρχιερατεία κατά τήν ΣΤ’ Ἱεραρχία (12. 5. 1924), μέ 16 ψήφους ὑπέρ, ἐπί συνόλου 29 Ἀρχιερέων πού συμμετεῖχαν. Ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος μετά τήν ἐκλογή του σέ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, τόν τίμησε μέ τήν ἀνάθεση τῆς θέσεως τοῦ Α’ Γραμματέως τῆς Συνόδου του. Παρά τό γεγονός αὐτό, ὁ Χρυσόστομος Δημητρίου συμμετεῖχε στήν κατά τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου συνωμοσία τῶν Δημητριάδος Γερμανοῦ καί Καρυστίας Παντελεήμονος (γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος προηγουμένως).
Τό θέμα τοῦ Ἡμερολογίου δέν φαίνεται νά τόν ἀπασχόλησε ποτέ. Ἀντίθετα τήν 16. 4. 1926 ὑπέγραψε ὡς Α’ Γραμματεύς τῆς Συνόδου τήν Ἐγκύκλιο κατά τῶν ἀκολουθοῦντων τό παλαιό Ἡμερολόγιο (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Β’, σελ. 1409). Ἔγινε Ἐπίσκοπος τό 1934 στή Μητρόπολη Ζακύνθου, ὑποστηριζόμενος ἀπό τόν Δημητριάδος Γερμανό, ὁ ὁποῖος κινητοποίησε τούς φίλους του Ἀρχιερεῖς στήν Ἱεραρχία, κάτω ἀπό συνθῆκες συναλλαγῆς πού περιγράφονται στή συνέχεια, στήν ἐπισκοποίηση τοῦ Ἰακώβου Βαβανάτσου.

6. Ἡ ἐπισκοποίηση τοῦ Ἰακώβου Βαβανάτσου.
Ἀφορμή γιά τήν προσχώρηση τῶν τριῶν Ἀρχιερέων τό 1935, ὑπῆρξε ἡ μεθόδευση τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου γιά τήν ἐπισκοποίηση τοῦ Πρωτοσυγκέλλου του Ἰακώβου Βαβανάτσου.
ἀρχιμ. Ἰάκωβος Βαβανάτσος ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχήν προστατευόμενος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ὁ ὁποῖος μετά τήν ἐκλογή του στό Μητροπολιτικό - Ἀρχιεπισκοπικό Θρόνο, τόν ὀνόμασε Μέγα Ἀρχιμανδρίτη καί τόν διόρισε Πρωτοσύγκελλό του. Ὁ ἀρχιεπ. Χρυσόστομος ἤθελε μέ κάθε τρόπο τήν ἐπισκοποίηση τοῦ προστατευομένου του. Γιά τόν λόγο αὐτό προκάλεσε ἀπόφαση τῆς ὑπ’ αὐτόν Συνόδου τῆς ΟΗ’ περιόδου, μέ τήν ὁποία ζητοῦνταν ἀπό τήν Πολιτεία ἡ ἐπαναφορά τοῦ θεσμοῦ τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων, ὁ ὁποῖος εἶχε καταργηθεῖ μέ τόν νόμο 5438/1932. Σημειώνεται, ὅτι μεταξύ τῶν Συνοδικῶν ἐκείνης τῆς περιόδου, ὑπῆρχαν Μητροπολίτες πού ἐνδιαφέρονταν γιά τήν «τακτοποίηση» προστατευομένων τους ὡς Βοηθῶν Ἐπισκόπων.
Ἡ ἀπόφαση τῆς Δ.Ι.Σ. γνωστοποιήθηκε στήν Ἱεραρχία μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 1634/1046/7.7.1932 Ἐγκύκλιο (τήν ὁποία ὑπογράφει καί ὁ συνεργάτης τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ στό Κίνημα τοῦ 1935 Χρυσόστομος Καβουρίδης ὡς Μητροπολίτης Φλωρίνης).
Τήν ἀπόφαση – πρόταση δέν ἀποδέχθηκε ἡ Κυβέρνηση Ἐλευθερίου Βενιζέλου – Γεωργίου Παπανδρέου καί ἔτσι τό θέμα γιά τούς ἐνδιαφερομένους (Χρυσόστομο Παπαδόπουλο καί Ἰάκωβο Βαβανάτσο), ἔμεινε σέ ἐκρεμμότητα.
Τό 1934 κενώθηκε ἡ Μητρόπολις Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως, μέ τήν μετάθεση τοῦ Γόρτυνος Πολυκάρπου στή Μητρόπολη Μεσσηνίας καί ὁ ἀρχιεπ. Χρυσόστομος μεθόδευσε τήν ἐπισκοποίηση τοῦ Ἰακώβου στήν ἕδρα αὐτή. Ἐνῶ ὅμως - κατά τόν ἰσχύοντα τότε νόμο - τά ἀποστελλόμενα ἀπό τούς Μητροπολίτες ψηφοδέλτια, ἔπρεπε νά ἀποσφραγίζονται ἕνα μῆνα μετά τήν ἀποστολή τῆς σχετικῆς Ἐγκυκλίου (566/596/1.3.1934), ὁ ἀρχιεπ. Χρυσόστομος καθυστεροῦσε τήν ἀποσφράγιση (μέ τήν δικαιολογία, ὅτι ἡ Μητρόπολις Γόρτυνος ἔπρεπε νά πληρωθεῖ μαζί μέ τίς Μητροπόλεις Κεφαλληνίας καί Ζακύνθου), διότι τοπικοί πολιτικοί παράγοντες τῆς Ἀρκαδίας ἐνεργοῦσαν ὑπέρ τοῦ ἀρχιμ. Προκοπίου Τζαβάρα καί πίεζαν τόν Ὑπουργό Θρησκευμάτων Ἰω. Μακρόπουλο νά μή δείξει ἐνδιαφέρον γιά τήν ὑποψηφιότητα τοῦ Ἰακώβου Βαβανάτσου.
Κατά τήν συνεδρίαση τῆς Δ.Ι.Σ. τῆς 7.7. 1934, ὁ Συνοδικός Δημητριάδος Γερμανός, ἐνδιαφερόμενος γιά τήν ἀποκατάσταση τοῦ προστατευομένου του ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Δημητρίου στή Μητρόπολη Ζακύνθου, «ἐπενέβη ζωηρῶς» (κατά τόν ἀρχιμ. Θ. Στράγκα), ὁπότε ἀποσφραγίσθηκαν οἱ φάκελλοι καί οἱ φήφοι τῶν Ἱεραρχῶν ἀνέδειξαν γιά τήν Μητρόπολη Γόρτυνος τόν Ἰάκωβο Βαβανάτσο, γιά τήν Μητρόπολη Κεφαλληνίας τόν Γερμανό Ρουμπάνη καί γιά τήν Μητρόπολη Ζακύνθου τό Χρυσόστομο Δημητρίου. Ὅταν, σύμφωνα μέ τόν νόμο, ὑποβλήθηκαν στό Ὑπουργεῖο Παιδείας καί Θρησκευμάτων οἱ τριπρόσωπες προτάσεις, γιά μέ τίς Μητροπόλεις Κεφαλληνίας καί Ζακύνθου προκρίθηκαν οἱ ἐκλεκτοί τῆς Ἱεραρχίας Γερμανός Ρουμπάνης καί Χρυσόστομος Δημητρίου, ἀλλά γιά τήν Μητρόπολη Γόρτυνος προκρίθηκε ὁ ὑποστηριζόμενος ἀπό τοπικούς πολιτικούς παράγοντες δεύτερος τοῦ τριπροσώπου ἀρχιμ. Προκόπιος Τζαβάρας!
Ἡ ἐξέλιξη αὐτή ἀποτέλεσε νίκη τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ κατά τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου. Ὁ ἐκλεκτός τοῦ Δημητριάδος ἀρχιμ. Χρυσόστομος Δημητρίου ἐπικράτησε (διότι ὁ Δημητριάδος εἶχε διασυνδέσεις μέσα στήν Ἱεραρχία), ἐνῶ ὁ ἐκλεκτός τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ἀρχιμ. Ἰάκωβος Βαβανάτσος ἀπορρίφθηκε.
«Ὡς ἦτο ἑπόμενον – γράφει ὁ ἀρχιμ. Θ. Στράγκας - ἡ ἀποτυχία αὕτη ἔτρωσε τό γόητρον οὐ μόνον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί τοῦ Πρωτοσυγκέλλου του, ἀλλά καί αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἰω. Μακρόπουλου, τοῦ μή δυνηθέντος νά ἀντιστῆ εἰς τάς ἀπαιτήσεις καί πιέσεις καί νά προκρίνη τήν προαγωγήν εἰς Μητροπολίτην τοῦ συμπολίτου καί οἰκογενειακοῦ του φίλου ἀρχιμ. Ἰακώβου Βαβανάτσου. Ἀλλά, διότι ἀνεμένετο ἡ ἀποτυχία αὕτη, εἶχεν ἡ Ἀρχιερωσύνη τοῦ Πρωτοσυγκέλλου Ἰακώβου Βαβανάτσου ἐξασφαλισθῆ, ἀφ’ ἧς ὥρας διεπιστώθη ἀντίδρασις μετ’ ἀπειλῶν κατ’ αὐτοῦ. Ἀρχιεπίσκοπος, Πρωτοσύγκελλος καί Ὑπουργός Θρησκευμάτων, συσκεφθέντες ὡς μία ψυχή καί καρδία, ἐμηχανεύθησαν ἁπλοῦν καί εὔκολον τρόπον ἐπιτεύξεως τοῦ ποθουμένου, ὅν τρόπον κατέστρωσαν ἐν σχεδίῳ, οὐχί ὅμως καί ἐπί ἠθικῆς βάσεως» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Γ’, σελ. 2027).
Τό σχέδιο προέβλεπε τήν ἀποστολή ἐγγράφου τῆς περί τόν ἀρχιεπ. Χρυσόστομο Συνόδου πρός τόν Ὑπουργό Θρησκευμάτων Ἰω. Μακρόπουλο, μέ τό ὁποῖο θά ἀπεκρούετο τό 7ο ἄρθρο τοῦ πορίσματος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς, τό ὁποῖο πόρισμα συνόδευε τήν ὑπ’ ἀριθμ. 1634/1046/7.7.1932 Ἐγκύκλιο «Περί καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων». Στό ἔγγραφο αὐτό τῆς Συνόδου (ὑπ’ ἀριθμ. 1662/ 25.5. 1934), ὁ Ὑπουργός ἀπάντησε μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 31031/26.5.1934 ἔγγραφό του στό ὁποῖο διευκρινίζοταν, ὅτι «ἐν τῶ θέσιν νόμου ἐπέχοντι Διατάγματι περί Μητροπολιτικῶν Γραφείων, δέν ὁρίζεται διά τόν Πρωτοσύγκελλον καί βαθμός Ἱερωσύνης, ἀλλά ἁπλῶς ἀπαιτεῖται νά εἶναι ἄγαμος Κληρικός καί δύναται οὗτος νά φέρει καί ἐκ τῶν τριῶν βαθμῶν τῆς Ἱερωσύνης ἕνα, κατά τήν κρίσιν τοῦ ἀμέσου προϊσταμένου αὐτοῦ, τουτέστι τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος. Συνεπῶς καί ἡ προαγωγή τοῦ Πρωτοσυγκέλλου ἀπό κατωτέρου εἰς ἀνώτερον βαθμόν Ἱερωσύνης, ἐν προκειμένῳ ἀπό Πρεσβυτέρου εἰς Ἐπίσκοπον, εἶναι ζήτημα ἀπολύτου καί ἀποκλειστικῆς ἀρμοδιότητος Ὑμῶν, ὡς προϊσταμένου αὐτοῦ, μηδενός κωλύμματος διά τήν προαγωγήν αὐτοῦ ὑφεστῶτος, μήτε κανονικοῦ, μήτε νομίμου» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ., τ. Γ’, σελ. 2028).
Τό ἔγγραφο αὐτό ὁ ἀρχιεπ. Χρυσόστομος κράτησε μυστικό ἀπό τήν Σύνοδο, διότι γνώριζε τήν θύελλα πού θά προκαλοῦσε μεταξύ τῶν Συνοδικῶν ἐκείνης τῆς περιόδου καί ἰδιαιτέρως στόν Δημητριάδος Γερμανό, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐκφραστεῖ δρυμίτατα κατά τοῦ Ἰακώβου Βαβανάτσου (καί ὄχι ἀδίκως, διότι ὁ Βαβανάτσος, ἔπειτα Μητροπολίτης Ἀττικῆς καί τελικά «ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῶν 12 ἡμερῶν», εἶχε χάσει ἀπό τότε τήν «ἔξωθεν καλήν μαρτυρίαν» καί τόν βάρυναν κατηγορίες γιά πολύ σοβαρά, ἠθικῆς φύσεως παραπτώματα).
Ὁ ἀρχιεπ. Χρυσόστομος πρωτοκόλλησε τό ἔγγραφο τήν 10.1.1935 (Α.Π. 100), ὅταν πλέον εἶχε ἀλλάξει ἡ σύνθεσις τῆς Συνόδου καί ἀφοῦ ἐξασφάλισε τήν ὑποστήριξη τῶν περισσοτέρων Συνοδικῶν «κατά τό διαρεύσαν τρίμηνον». Μέ τήν δυναμική ὑποστήριξη τοῦ Φθιώτιδος Ἀμβροσίου, ἀπουσιαζόντων τῶν Δράμας Βασιλείου καί Νευροκοπίου Φιλοθέου, ἀντιταχθέντων τῶν Ὕδρας Προκοπίου, Θηβῶν Συνεσίου, Σάμου Εἰρηναίου καί Ἀκαρνανίας Ἱεροθέου, δηλαδή μέ ψήφους 7 ἔναντι 4 καί 2 ἀπόντων, ὁ Ἰάκωβος Βαβανάτσος ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Χριστουπόλεως (Συνοδικό Ἔγγραφο 100/497/10.1.1935). Ἡ χειροτονία του ἔγινε στόν Μητροπολιτικό Ναό Ἀθηνῶν τήν ἑπομένη 11.1.1935, «λίαν πρωΐ» καί προκάλεσε σοβαρές ἀντιδράσεις. Οἱ Μητροπολίτες Τρίκκης Πολύκαρπος καί Ἐλευθερουπόλεως Σωφρόνιος διαμαρτυρήθηκαν ἐγγράφως καί ὁ Δημητριάδος Γερμανός προσέφυγε στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας κατά τῶν Συνοδικῶν, «ἐπί χειροτονία Ἐπισκόπου ἀπολελυμένως».
Ἐκμεταλευόμενος τόν θόρυβο πού προκλήθηκε ὁ ἀρχιεπ. Χρυσόστομος, προχώρησε σέ μία ἀνέντιμη κίνηση, μέ τήν ὁποία στέρησε ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς πού τόν ὑποστήριξαν στό θέμα τῆς ἐπισκοποίησης τοῦ Ἰακώβου Βαβανάτσου, τήν δυνατότητα νά ἐπισκοποιήσουν οἱ ἴδιοι προστατευομένους τους κληρικούς.
Μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 320/564/ 23.1.1935 ἔγγραφο πρός τό Ὑπουργεῖο Θρησκευμάτων, ζητήθηκε ἡ ἔκδοση νόμου, «σχετικοῦ πρός τό ζήτημα τοῦ περιορισμοῦ τῆς εἰς Ἀρχιερέα προαγωγῆς μόνον εἰς τόν ἑκάστοτε Πρωτοσύγκελλον τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς»! Ὅμως ὁ νέος Ὑπουργός Θ. Τουρκοβασίλης δέν συμφώνησε μέ τήν ἔκδοση νόμου οὐσιαστικά ὑπέρ τοῦ Ἰακώβου Βαβανάτσου καί μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 1401/1935 ἔγγραφό του ζήτησε ἀπό τήν Σύνοδο νά ἐκφέρει γνώμη «ἐπί τῆς γενομένης χειροτονίας τοῦ Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν εἰς Ἐπίσκοπον ἀνυπάρκτου Ἐπισκοπῆς, ἄνεϋ τηρήσεως τῶν ὑπό τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου διαγραφομένων πρός ἀνάδειξιν ἀρχιμανδριτῶν εἰς Μητροπολίτας διατάξεων» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ., τ. Γ’, σελ. 2034).
Ἡ ἐξέλιξη αὐτή εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά μήν ἐκδοθεῖ σχετικός νόμος καί νά μήν ἰσχύσει ἡ ἐπισκοποίηση τοῦ ἑκάστοτε Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν (λ.χ. τοῦ διακεκριμένου ἀρχιμ. Γερβασίου Παρασκευοπούλου). Ὁ Ἰάκωβος Βαβανάτσος πάντως τό ἑπόμενο ἔτος, βάσει τῶν Ἀναγκαστικῶν Νόμων τῆς Δικτατορικῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἰω. Μεταξᾶ (οἱ ὁποῖοι κατά τόν ἀρχιμ. Θ. Στράγκα, «ἦσαν εἰς ὅλας τάς διατάξεις των ἰδιοτελεῖς καί καθαρῶς προσωπικοί, ἀποβλέποντες εἰς τό νά ἐπισκοποιηθῶσι πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τούς ἱσχυρούς τῶν ἡμερῶν ἐκείνων Ἱεράρχας Κορινθίας Δαμασκηνόν καί Καρυστίας Παντελεήμονα», αὐτ. τ. Γ’, σελ. 2050), ἐπί Ὑπουργοῦ Θρησκευμάτων Κων. Γεωργακόπουλου, ἐξελέγη τήν 29.9.1936 Μητροπολίτης τῆς ἀρτισυστάτου Μητροπόλεως Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος.
Τελικά ὁ Δημητριάδος Γερμανός, γιά τούς λόγους πού ἀναπτύχθηκαν διεξοδικά προηγουμένως, «ἐνόμισεν εὐκαιρίαν τόν δημιουργηθέντα θόρυβον ἐκ τῆς γενομένης χειροτονίας τοῦ Πρωτοσυγκέλλου Ἀθηνῶν εἰς Ἐπίσκοπον, πρός ἐκθρόνισιν τοῦ Χρυσοστόμου (καί) μή ἀρκεσθείς οὗτος εἰς τήν πρός τό Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μήνυσιν αὐτοῦ, ἀπεφάσισε κίνημα ἐπαναστατικόν καθ’ ὅλης τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας, ὑπό τό πρόσχημα τῆς προστασίας τῶν Παλαιοημερολογιτῶν» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ., τ. Γ’, σελ. 2035).

7. Ἡ προσχώρησις τῶν τριῶν Ἀρχιερέων.
Ἡ προσχώρησις τῶν τριῶν Ἀρχιερέων ἔγινε τήν 26η Μαΐου 1935, μέ τήν κοινή συνεδρίαση τῶν Μητροπολιτῶν Δημητριάδος Γερμανοῦ, πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί Ζακύνθου Χρυσοστόμου, ὑπό τήν προεδρεία τοῦ Δημητριάδος, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν ἔγγραφο ἐπιγραφόμενο «Διαμαρτυρία καί Δήλωσις πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», τό ὁποῖο ἀπέστειλαν διά δικαστικοῦ ἐπιμελητοῦ τήν ἑπομένη 28η Μαΐου, μετά ἀπό πανηγυρική Θεία Λειτουργία στόν Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Κολωνοῦ, συμμετεχόντων 25.000 περίπου πιστῶν!
Στή συνέχεια οἱ τρεῖς Ἀρχιερεῖς, συγκροτοῦντες τήν πρώτη Ἱερά Σύνοδο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, προχώρησαν στήν ἐκλογή καί χειροτονία 4 νέων Ἐπισκόπων. Ὅπως προκύπτει ἀπό τό σχετικό ἀνακοινωθέν, «τήν παρελθοῦσαν Τετάρτην ἐψηφίσθη καί ἐχειροτονήθη Κανονικῶς ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης Γερμανός Βαρυκόπουλος, Ἐπίσκοπος Κυκλάδων. Τήν Πέμπτην ἐψηφίσθη καί ἐχειροτονήθη Κανονικῶς ὁ Ἀρχιμανδρίτης καί Ἐφημέριος τοῦ Στρατοῦ Χριστόφορος Χατζῆς, Ἐπίσκοπος Μεγαρίδος, ἀποσπασθείσης ἐκ τῆς ὑδροκεφάλου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Τήν Παρασκευήν ἐψηφίσθη καί ἐχειροτονήθη κανονικῶς ὁ Ἀρχιμανδρίτης Πολύκαρπος Λιώσης, Ἐφημερεύων Ἱεροκήρυξ τῆς ἐνορίας Ὑπαπαντῆς Πειραιῶς, Ἐπίσκοπος τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Διαυλείας.
Τήν ἐπιοῦσαν συνελθοῦσα ἡ Ἱερά Σύνοδος ὑπό τήν προεδρίαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Δημητριάδος Γερμανοῦ καί λαβοῦσα ὑπ' ὄψιν τάς πολυτιμωτάτας ὑπηρεσίας ἅς προσήνεγκε καί προσφέρει ὑπέρ τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, ὅν διεξάγωμεν πρός ἀναστήλωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας καί εἰρήνευσιν τῆς Ἐκκλησίας ὁ Πανοσιολογιώτατος Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κερατέας Ἱερομόναχος Ματθαῖος Καρμπαθάκης, ἀπόφοιτος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Σταυροῦ, καί ἐπιθυμοῦσα ἀφ' ἑνός μέν νά ἀμείψη τάς πολυτίμους αὐτοῦ ὑπηρεσίας, καί ἀφ' ἑτέρου νά ἐνθαρρύνη καί νά ἐνισχύση περισσότερον αὐτόν εἰς τόν Ὀρθόδοξον ἀγῶνα, παμφηφεί ἐψήφισεν αὐτόν καί κανονικῶς ἐχειροτόνησεν Ἐπίσκοπον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Βρεσθένης
».
Οἱ χειροτονίες καί τῶν 4 νέων Ἀρχιερέων ἔγιναν στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Κερατέας, στό Παρεκκλήσιο τῆς ἁγ. Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης, γνωστό ἔκτοτε σάν «Παρεκκλήσιο τῶν Χειροτονιῶν».

8. Ἡ ἀντιμετώπισις τῶν Ἀρχιερέων ἀπό τήν Νεοημ. Ἐκκλησία.
Στή ἐξέλιξη αὐτή ἡ ὑπό τόν ἀρχιεπ. Χρυσόστομο Παπαδόπουλο Σύνοδος τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπάντησε:
Α’. Μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 1552/30.5.1935 Ἐγκύκλιο (τήν ὁποία δέν ὑπέγραψαν οἱ Μητροπ. Σάμου Εἰρηναῖος, Ὕδρας Προκόπιος, Ἀκαρνανίας Ἱερόθεος καί Δράμας Βασίλειος).
Β’. Μέ προσφυγή στήν πολιτική ἐξουσία. Κατά τήν περίοδο ἐκείνη Ὑπουργός Θρησκευμάτων τῆς Κυβερνήσεως Παν. Τσαλδάρη ἦταν ὁ Δημ. Χατζίσκος, Βουλευτής Φθιωτιδοφωκίδος. Στόν ἁρμόδιο Ὑπουργό - λοιπόν - καί τήν Κυβέρνηση «καταλλήλως καί ἐπιτηδείως παρεστάθη τό ἀρχιερατικόν κίνημα, ὡς ἔχον δῆθεν καί πολιτικά κίνητρα. Τοῦτο ἔγινε πιστευτόν, διότι ὁ ἀρχηγός τοῦ κινήματος αὐτοῦ Δημητριάδος Γερμανός, ἀνῆκε κομματικῶς καί ἀποδεδειγμένως εἰς τόν Βενιζελισμόν καί διότι μόλις πρό τριμήνου κατεστάλη τό στρατιωτικόν κίνημα τῶν Βενιζελικῶν ἀξιωματικῶν. Καί ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἀνησυχήσαντες οἱ κυβερνῶντες πολιτικοί παράγοντες, ἀπεφάσισαν – τῆ ἐπιθυμίᾳ καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου – καί περιώρισαν τούς ταραξίας ἐκείνους Ἀρχιερεῖς, ἀπαγορεύσαντες εἰς αὐτούς τήν ἐλευθέραν αὐτῶν κίνησιν καί δρᾶσιν.
Ἐν τῆ περιπτώσει ταύτῃ ὁ χωροφύλαξ τῆς Πολιτείας ὑπῆρξεν ἡ σώτειρα δύναμις διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος
» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Γ’, σελ. 2042).
Σημειώνεται, ὅτι στήν Συνοδική Ἐπιτροπή πού ἐπισκέφθηκε τόν Ὑπουργό Θρησκευμάτων (συνεδριαζούσης μάλιστα τῆς Συνόδου) συμμετεῖχαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος καί οἱ Μητροπολίτες Φθιώτιδος Ἀμβρόσιος καί Σάμου Εἰρηναῖος.
Γ’. Μέ τήν συγκρότηση Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου. Σύμφωνα μέ τόν νόμο 5383/1932, συγκροτήθηκε τό Πρωτοβάθμιο δι’ Ἀρχιερεῖς Συνοδικό Δικαστήριο, τό ὁποῖο τήν 13.6.1935 δίκασε τούς χειροτονηθέντες Ἐπισκόπους Κυκλάδων Γερμανό, Μεγαρίδος Χριστόφορο, Διαυλείας Πολύκαρπο καί Βρεσθένης Ματθαῖο καί τήν ἑπομένη 14.6.1935 τούς χειροτονήσαντες Δημητριάδος Γερμανό, πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο καί Ζακύνθου Χρυσόστομο. Στό Δικαστήριο αὐτό οἱ Ἀρχιερεῖς ἀρνήθηκαν νά παραστοῦν ἀποστείλαντες διά δικαστικοῦ ἐπιμελητοῦ τό ἀκόλουθο ἔγγραφο:

Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας τῶν ἀκολουθούντων τά πάτριον Ἐκκλησιαστικόν Ἡμερολόγιον.
Ἐν Ἀθήναις τῆ 31η Μαΐου 1935.

Πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Διά τοῦ ὑπό ἡμερομηνίαν 26 Μαΐου 1935 ἐγγράφου ἀπεκηρύξαμεν τήν Διοικοῦσαν Ἐκκλησίαν ὡς σχισματικήν καί ἀνελάβομεν τήν διακυβέρνησιν καί ποιμαντορίαν τῶν ἀκολουθούντων τό Πάτριον Ἡμερολόγιον καί τοῦτο ἀναγγείλαμεν καί εἰς τό Ὑπουργεῖον Παιδείας, δι’ ἐγγράφου τῆς 26 Μαΐου 1935. Διαμφισβητοῦμεν τό δικαίωμα νά κριθῶμεν ἡμεῖς, οἵτινες ἀποτελοῦμεν τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῶν ἀκολουθούντων τό πάτριον Ἐκκλησιαστικόν Ἡμερολόγιον, ἀναγνωρισθείσης ὑπό τοῦ Κράτους καί οἵτινες ἁρμοδίως διά τοῦτο προέβημεν καί εἰς χειροτονίας τεσσάρων Ἀρχιερέων διά τήν συμπλήρωσιν Ἱερᾶς Συνόδου. Ἡ Ἱερά Σύνοδος, ἤδη ὑπόδικος οὗσα, δέν δικαιοῦται νά δικάση τούς ὑφ’ ἡμᾶς Κληρικούς.

Ἐν ὀνόματι τῆς ἑπταμελοῦς Συνόδου ὁ Πρόεδρος
+ Ὁ Δημητριάδος Γερμανός.

Τό Δικαστήριο συγκροτήθηκε ὑπό τήν προεδρεία τοῦ Μητροπ. Κερκύρας Ἀλεξάνδρου καί σ’ αὐτό συμμετεῖχαν οἱ Μητροπολίτες Φθιώτιδος Ἀμβρόσιος, Κοζάνης Ἰωακείμ, Σερρῶν Κωνσταντῖνος, Θηβῶν Συνέσιος, Δράμας Βασίλειος, Τρίκκης Πολύπαρπος, Ἐλασσῶνος Καλ- λίνικος, Ἀλεξανδρουπόλεως Ἰωακείμ, Ἄρτης Σπυρίδων, Γυθείου Διονύσιος καί Γρεβενῶν Γερβάσιος.
Στήν ἀπόφαση τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου νά παραπέμψει σέ δίκη τούς 7 Ἀρχιερεῖς ἀντιτάχθηκαν οἱ Συνοδικοί Μητροπολίτες Ὕδρας Προκόπιος, Σάμου Εἰρηναῖος καί Ἀκαρνανίας Ἱερόθεος, οἱ ὁποῖοι καί παραιτήθηκαν ἀπό τά συνοδικά τους καθήκοντα.
Ὑπέρ τῆς καθαιρέσεως τῶν Ἀρχιερέων ψήφισαν 9 ἀπό τά 12 μέλη τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου (ὁ Ἄρτης Σπυρίδων πρότεινε ἔκπτωση ἀπό τούς θρόνους τους καί σωματικό περιορισμό σέ μονές καί ὁ Τρίκκης Πολύκαρπος ἑξάμηνο ἀργία μέ τριετῆ σωματικό περιορισμό, ἐνῶ ὁ Δράμας Βασίλειος δέν πρότεινε ποινή λόγῳ ἀμφιβολιῶν).
Τελικά ἐπιβλήθηκε στούς Ἀρχιερεῖς οἱ ποινή τῆς καθαιρέσεως καί τοῦ σωματικοῦ περιορισμοῦ (ὁ Δημητριάδος Γερμανός στή Μονή Χοζοβιωτίσσης Ἀμοργοῦ, ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος στή Μονή ἁγ. Διονυσίου Ὀλύμπου, ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος στή Μονή Ρομβοῦ Ἀκαρνανίας, ὁ Μεγαρίδος Χριστόφορος στήν κατοικία του στήν Φρεαττύδα Πειραιῶς, ὁ Διαυλείας Πολύκαρπος στό Ὀρφανοτροφεῖο του «Ἅγιος Γεώργιος» Ταμπουρίων Πειραιῶς, ὁ Κυκλάδων Γερμανός στή Μονή Στροφάδων καί ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος στή μονή του (Παναγίας Κερατέας).
Προηγουμένως ὅμως ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος εἶχε πετύχει τήν ἔκδοση νόμου, «ἐπί τῶ σκοπῶ νά μή δύνανται οἱ καταδικασθέντες Ἀρχιερεῖς δι’ ὑποβολῆς ἀνακοπῆς ἤ ἐφέσεως νά ἀναστείλωσι τήν ἐπιβληθεῖσαν ποινήν καί νά μή δύναται νά ματαιωθῆ ἡ δίκη διά τῆς μή παρουσίας ἐν τῶ Δικαστηρίῳ τῶν τριῶν ἐκείνων Συνοδικῶν, τῶν μή ἐπιθυμούντων τήν καταδίκην τῶν κινηματιῶν» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Γ’ , σελ. 2043). Πρόκειται γιά τόν Ἀναγκαστικό Νόμο τῆς 12.6.1935 (ΦΕΚ 255/1935, «Περί τροποποιήσεως τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου 5187». Τό νομοθετικό αὐτό πραξικόπημα χρεώνεται στόν Μητροπ. Κορινθίας Δαμασκηνό, ὁ ὁποῖος πέτυχε «ἐντός μιᾶς νυκτός» νά πείσει τόν Πρωθυπουργό Παν. Τσαλδάρη νά τροποποιήσει τά ἄρθρα τοῦ τότε ἰσχύοντος Καταστατικοῦ Χάρτη πού δέν συνέφεραν τόν Ἀρχιεπίσκοπο, ἀλλά καί τόν ἴδιο, ἐφ’ ὅσον ἦταν ἐνδιαφερόμενος γιά τόν Ἀρχιεπισκοπικό Θρόνο ἤδη ἀπό τό 1923 καί ὁ Δημητριάδος ἦταν καί δικός του ἀντίπαλος.
Σημειώνει χαρακτηριστικά ὁ ἴδιος ἱστορικός: «Τό ἄρθρον τοῦτο κεραυνοβόλως ἔπληξε τούς κινηματίας Ἀρχιερεῖς (διότι) ἐξουδετερώθη ὁ κίνδυνος ἀδυναμίας συγκροτήσεως Δικαστηρίου ἀφ’ ἑνός,… καί ἀφ’ ἑτέρου ὁ κίνδυνος τῆς ἀναστολῆς τῆς ἀποφάσεως, ἐάν ὑπέβαλλον οἱ καθαιρεθέντες αἴτησιν ἀνακοπῆς ἤ ἐφέσεως…Ὅμως ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ἐξουθενώσασα τόν Δημητριάδος Γερμανόν, ὄντα ἰσχυρόν ἀντίπαλον τῶν ἀποβλεπόντων είς τήν κατάληψιν τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου ὑποψηφίων, ἐγένετο ἀφορμή νά ἀκυρωθῆ ἡ ἐκλογή τοῦ Κορινθίας Δαμασκηνοῦ εἰς Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν, διότι ὁ ψηφίσας Δρυϊνουπόλεως Ἰωάννης ἐθεωρεῖτο ἔκπτωτος βάσει ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, οὗ ἡ ἀπόφασις δέν εἶχεν ἀνασταλεῖ, ἄν καί εἶχεν ὑποβάλει αἴτησιν ἀνακοπῆς (διότι) ἴσχυεν η ἀνωτέρω διάταξις, ἥν εἶχεν ἐμπνευσθῆ ὁ Κορινθίας Δαμασκηνός» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Γ’, σελ. 2044).
Παρά ταῦτα ὅμως, στόν Ζακύνθου Χρυσόστομο ἐπιτράπηκε νά ἐφεσιβάλη τήν σέ βάρος του καθαιρετική ἀπόφαση τοῦ Πρωτοβαθμίου στό Δευτεροβάθμιο δι’ Ἀρχιερεῖς Συνοδικό Δικαστήριο καί ἀφοῦ ὑποβάλει δήλωση μετανοίας, νά ἀποκατασταθεῖ στήν Ἀρχιερωσύνη καί στό θρόνο του, κάτι πού δέν ἐπιτράπηκε στόν Δημητριάδος Γερμανό! Γιά τόν λόγο αὐτό (τῆς διαφορετικῆς δικαστικῆς – νομοθετικῆς ἀντιμετωπίσεως) υἱοθετοῦμε τήν ἄποψη, ὅτι τό κίνημα τοῦ 1935 στήν οὐσία ὀργανώθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, μέ τήν συνδρομή καί τοῦ Κορινθίας Δαμασκηνοῦ, ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν ἐξουδετέρωση τοῦ ἀντιπάλου τους Δημητριάδος Γερμανοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τήν χειραγώγηση τῶν Παλαιοημερολογιτῶν.

9. Οἱ ἐκκλησιολογικές ἀπόψεις τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ
Ἡ μελέτη τῶν ἐκλησιολογικοῦ ἐνδιαφέροντος ἐγγράφων τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ ἀποδεικνύει διάσταση ἀπόψεων στό θέμα τῆς Ὁμολογίας μέ τούς Ἁγιορείτες Πατέρες καί τόν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο.
Τόν Μάϊο τοῦ 1935 ὁ Δημητριάδος Γερμανός κυκλοφόρησε δύο Διαγγέλματα τά ὁποῖα ἀπηύθυνε πρός «τούς εὐλαβεστάτους Ἱερεῖς, τούς ἐντιμωτάτους Ἐπιτρόπους τῶν Ἐκκλησιῶν καί τούς λοιπούς εὐλογημένους Χριστιανούς» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ἐκεῖ χαρακτηριστικῶς ἀναφέρει: «Ἐμμένοντες πιστοί εἰς τάς παραδόσεις τῶν Ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν ὁποίων τάς διατάξεις σέβεται καί διακρατεῖ ἀπαρασαλεύτως ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία, θά συνεργαζόμεθα μετά τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν Ἱεροσολύμων, Ἀντιοχείας, Ὄρους Σινᾶ, Ἁγίου Ὄρους, Ρωσίας, Πολωνίας, Σερβίας καί λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, αἵτινες κρατοῦσι τό πάτριον παλαιόν ἑορτολόγιον…».
Σημειώνεται, ὅτι καί τά δύο κείμενα κυκλοφόρησαν χωρίς ὑπογραφή καί σφραγίδα, ἀλλά καί χωρίς ἡμερομηνία (ὑπῆρχε μόνον Μάϊος 1935 καί χώρος γιά νά τεθεῖ ἡ ἡμερομηνία).
Τίς ἀπόψεις του αὐτές περί συνεργασίας μετά τῶν Ἐκκλησιῶν πού δέν εἶχαν δεχθεῖ τήν ἡμερολογιακή ἀλλαγή (σημ. ἡμ. ἀσχέτως τῆς κοινωνίας των μετά τῶν Ἐκκλησιῶν πού εἶχαν δεχθεῖ τήν ἀλλαγή), ὁ Δημητριάδος Γερμανός ἐπέβαλε καί στούς λοιπούς δύο Ἀρχιερεῖς τῆς Α’ Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, δηλαδή στόν πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο καί στόν Ζακύνθου Χρυσόστομο, ὅπως προκύπτει ἀπό τό λεγόμενο Β’ Διάγγελμά τους. Ἐκεῖ τονίζεται ἐμφαντικά, ὅτι «οἱ διοικοῦντες νῦν τήν Ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν, διά τῆς ἀντικανονικῆς καί μονομεροῦς καί ἀψυχολογήτου εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ἀπέσχισαν ἑαυτούς τοῦ καθόλου κορμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἐκήρυξαν ἑαυτούς κατ’ οὐσίαν σχισματικούς ἀπέναντι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῶν ἰσταμένων ἐπί τοῦ ἐδάφους τῶν 7 Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Ὀρθοδόξων θεσμῶν καί παραδόσεων καί ἐπί τῶν Ἐκκλησιῶν Ἱεροσολύμων, Ἀντιοχείας, Σερβίας, Πολωνίας, τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τοῦ Θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ, κ.λ.π.».
Στό ἴδιο Διάγγελμα διατυπώνεται καί ἡ θέση, ὅτι «τό σχίσμα ἐδημιουργήθη καί ἄνευ ἡμῶν εἰς τούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ὑπό τῶν Χριστιανῶν, διαιρεθέντων ἐξ αἰτίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου»!

10. Ἡ μετέπειτα πορεία τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ (1935 – + 1944)
Μετά τήν οὐσιαστική ἀποτυχία τοῦ Κινήματος (διότι δέν ἐπετεύχθη ἡ ἀνατροπή τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου), ὁ Γερμανός Μαυρομάτης δρομολόγισε ἀμέσως (ἤδη μέσα στό 1935), τήν ἐπιστροφή του στήν Μητρόπολη Δημητριάδος, κατά τό προηγούμενο τοῦ Ζακύνθου Χρυσοστόμου. Πρός τοῦτο πίεσε τόν φίλο του Μητροπ. Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιήλ, στόν ὁποῖο ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος πρόσφερε τήν Μητρόπολη Δημητριάδος, νά μήν δεχθεῖ τήν μετάθεση, ὅπως καί ἔγινε. Στή συνέχεια ὅμως ἡ ἕδρα προσφέρθηκε στόν Μητροπ. Φωκίδος Ἰωακείμ (Ἀλεξόπουλο, 1873 – 1959), ὁ ὁποῖος καί ἀποδέχθηκε τήν μετάθεση.
Ὁ Ἰωακείμ ἔφθασε στό Βόλο τήν 6η Ὀκτωβρίου 1935, ἀλλά ἀναγκάστηκε νά ἐγκατασταθεῖ σέ ξενοδοχεῖο, διότι ὁ Γερμανός εἶχε «γραμμένα στό ὄνομά του καί ὄχι τῆς Μητροπόλεως, τόν Ἐπισκοπικό Οἶκο στό πάρκο τοῦ ἁγ. Κωνσταντίνου, τό Ναΰδριο τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου τοῦ Νέου καί τό οἴκημα τῶν Γραφείων τῆς Μητροπόλεως» (Δημ. Τσιλιβίδη, «Μητροπ. Δημητριάδος Ἰωακείμ, (1873 – 1959)», Περιοδικό ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ, φ. Μαρτίου - Ἀπριλίου 2010, σελ. 4 - 5).
Βλέποντας τήν ἐξέλιξη αὐτή ὁ Γερμανός, τήν 2.12.1935, μέ ὑπόμνημά του πρός τό Ὑπουργεῖο Θρησκευμάτων (2.12.1935), ζήτησε τήν ἐπανοδό του στή Μητρόπολη Δημητριάδος. Κατά τούς Φλωρινικούς Παλαιοημερολογίτες «αὐτό παρεξηγήθηκε ἀπό κάποιους» (ἐνν. τούς Ἐπισκόπους Κυκλάδων Γερμανό καί Βρεσθένης Ματθαῖο, τήν Κοινότητα τῶν Γ.Ο.Χ., τούς Ζηλωτές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κ.ἄ.), ὁπότε τήν 12.1.1936 ὁ Γερμανός μέ ἐπεξηγηματική ἐπιστολή του διευκρινίζει, ὅτι «δέν αἰτεῖται μετάνοια, ἀλλά δικαιοσύνη».
Ἡ διευκρινιστική αὐτή ἐπεξήγηση στερεῖται λογικῆς βάσεως, διότι ἐπιστροφή τοῦ Γερμανοῦ στή Μητρόπολη Δημητριάδος ἀσφαλῶς δέν μποροῦσε νά ἐννοηθεῖ, χωρίς προηγουμένη ἀποκήρυξη τῶν Παλαιοημερολογιτῶν (ὅπως συνέβη μέ τόν Ζακύνθου Χρυσόστομο). Ἀντίθετα, ἡ μελέτη τοῦ θέματος πείθει, ὅτι ὁ Γερμανός Μαυρομάτης ζήτησε πράγματι τήν συγγνώμη τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας, ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι παγιδεύθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο καί τόν Κορινθίας Δαμασκηνό, μέ σκοπό τήν ὁριστική ἐξουδετέρωσή του. Πρός τήν θέση αὐτή συνηγορεῖ ὁ σκοτεινός ρόλος τοῦ Χρυσοστόμου Δημητρίου.
Ἡ μελέτη τῆς πορείας τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ἀποδεικνύει, ὅτι ἦταν ἄνθρωπος ἐξαιρετικῆς ἐφυΐας, ἀλλά καί ὄχι καί ἠθικῶν ἀρχῶν. Ἦταν ἱκανός γιά ὁποιαδήποτε μεθόδευση, προκειμένου νά προωθήση τήν ἐπίτευξη τῶν προσωπικῶν του στόχων καί ἐπιδιώξεων.
Κατόπιν τούτων εἶναι ἀφέλεια νά ἰσχυρισθεῖ κανείς, ὅτι ἡ συμμετοχή τοῦ Χρυσοστόμου Δημητρίου (τότε Ἀρχιμανδρίτου, Α’ Γραμματέως τῆς Συνόδου), στήν συνωμοτική κίνηση τοῦ 1925 (τῶν Μητροπ. Καρυστίας Παντελεήμονος καί Δημητριάδος Γερμανοῦ), γιά τήν ἀνατροπή τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου (συνωμοσία τήν ὁποία καταγράφει στό ἡμερολόγιό του ὁ Μελέτιος Μεταξάκης ὡς Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας), διέλαθε τῆς προσοχῆς τοῦ δυναμικοῦ καί πολυπράγμονος Ἀρχιεπισκόπου. Καί ὅμως ὁ Χρυσόστομος Δημητρίου δέν τιμωρήθηκε. Ὁ ἀρχιεπ. Χρυσόστομος δέν τόν ἀπέπεμψε κἄν ἀπό τήν θέση τοῦ Α’ Γραμματέως τῆς Συνόδου, ἀλλά συνέχισε νά ἀσκεῖ τά καθήκοντά του. Ἦταν, λοιπόν, ὁ Χρυσόστομος Δημητρίου προστα-τευόμενος τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ ἤ ἄνθρωπος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου στό περιβάλλον τοῦ Δημητριάδος; Αὐτό εἶναι ἕνα ἐρώτημα τό ὁποῖο ἴσως δέν ἀπαντηθεῖ ποτέ.
Ὁ Γερμανός Μαυρομάτης μετά τήν ἀποτυχία τῆς κινήσεως (ἐγγράφου του) πρός τήν Πολιτεία, ἄρχισε ἐπαφές μέ μέλη τῆς νεοημ. Ἱεραρχίας, μέ σκοπό τήν ἐπιστροφή του στό σῶμα της καί τήν ἀποκατάστασή του ὄχι στή Μητρόπολη Δημητριάδος (στήν ὁποία εἶχε ἤδη κατασταθεῖ ὁ ἀπό Φωκίδος Ἰωακείμ Ἀλεξόπουλος), ἀλλά στήν Ἀρχιερωσύνη! Στήν ΙΖ’ Ἱεραρχία (1.10.1937), ὁ Μητροπ. Κασσανδρείας Εἰρηναῖος, στήν παρέμβασή του κατά τήν συζήτηση τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Ζητήματος, εἶπε μεταξύ ἄλλων καί τά ἐξῆς ἀποκαλυπτικά:
«Ἐγώ ἐπλησίασα καί ἐμελέτησα τούς παρ’ ἡμῖν Παλαιοημερολογίτας… (Ὑπάρχουν) οἱ ποτέ Δημητριάδος Γερμανός καί Φλωρίνης Χρυσόστομος. Βεβαίως, ὅ,τι ἔπραξαν ἦτο σφάλμα μέγα. Ἐκινήθησαν ἀπό ἰδιοτελεῖς σκοπούς; Ὁ Κύριος οἶδεν. Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι ἐνεφιλοχώρησε καί στοιχεῖον ἰδιοτελείας. Τό βέβαιον εἶναι ὅτι ἐγώ, Συνοδικός ὤν μετά τοῦ Ἁγίου Μαρωνείας κατά τήν λήξασαν Συνοδικήν περίοδον, ἐπεκοινωνήσαμεν πρός αὐτούς κατόπιν συναινέσεως τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου καί δίς ἀντηλλάξαμεν πολλάς σκέψεις, εὐχαρίστως δέ διείδομεν τάσεις μεταμελείας παρ’ αὐτοῖς. Ἀλλ’ ἡμεῖς δυστυχῶς δέν ἔχομεν ὑπομονήν. Θά κατελήγομεν εἰς εὐχάριστα ἀποτελέσματα, ἀλλά δέν μᾶς ἀφῆκαν οἱ λοιποί Ἅγιοι Ἀδελφοί. Ὁ ποτέ Δημητριάδος ἐλάχιστα πράγματα ἐζήτει, «ἄς μοί ἀποδοθῆ - ἔλεγεν - ἡ Ἀρχιερωσύνη καί ἄς μέ ἀφήνουν νά λειτουργῶ κατά τάς μεγάλας τῆς Χριστιανωσύνης ἑορτάς» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα αὐτ. τ. Γ’, σελ. 2141).
Τήν πίστωση χρόνου πού ζητοῦσε ἀπό τήν Σύνοδό του ὁ Κασσανδρείας Εἰρηναῖος δέν τοῦ τήν πρόσφεραν οἱ λοιποί Συνοδικοί καί ἔτσι δέν «μετεμελήθησαν» οἱ Γερμανός Μαυρομάτης καί Χρυσό-στομος Καβουρίδης, ὅπως ὁ τρίτος τοῦ Κινήματος Χρυσόστομος Δημητρίου.

11. Τό τέλος τοῦ Γερμανοῦ Μαυρομάτη (1944).
Τό γεγονός, ὅτι ἡ προσπάθεια τοῦ Κασσανδρείας Εἰρηναίου δέν ἀπέδωσε, ἐπειδή προσέκρουσε στήν ἀδιαλλαξία τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ἀπογοήτευσε πλήρως τόν Γερμανό Μαυρομάτη ὁ ὁποῖος τό 1939 παραιτήθηκε ὑπέρ τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου ἀπό τήν ἡγεσία τῆς ὁμάδος του καί περιορίστηκε στήν μελέτη καί τήν συγγραφή (τό 1940 δημοσίευσε «Ἐκ τῶν καταλοίπων τοῦ Ν. Δαμαλᾶ, Ἑρμηνείαν εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον» καί τό 1941, μέ τό ὄνομα Στέφανος Παπαδημητρίου, τό βιβλίο «Ἔργα καί Ἡμέραι τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ»).
Κατά τούς Φλωρινικούς, ὅπως ἀναφέρθηκε στήν εἰσαγωγή, «παρέμεινε πιστός μέχρι τέλους. Ἱερουργοῦσε στούς Ἱ. Ναούς ἁγ. Βασιλείου Ν. Ψυχικοῦ καί Ἁγίων Ταξιαρχῶν Ν. Ἰωνίας, ὅπου ἐφημέρευε ὁ ὑποτακτικός του (προερχόμενος ἐκ τῆς Ἱ. Μ. Ξενιᾶς), ἀρχιμ. Κυπριανός Θεοδοσίου, ὁ ὁποῖος καί τόν κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων πρό τοῦ θανάτου του (7/20.3.1944). Δυστυχῶς οἱ οἰκείοι του, ὄντες Νεοημερολογίτες, ἐκήδευσαν τό σῶμα του μέ τό νέο, τό πνεῦμα του ὅμως παρέμεινε πιστό στούς ἀγώνες τῶν Ὀρθοδόξων γιά τίς παραδόσεις τῆς Πίστεώς μας».
Ἡ μελέτη ὅμως τοῦ τότε Κώδικος τῆς νεοημ. Δ.Ι.Συνόδου εἰσάγει μία ἄλλη παράμετρο στό θέμα. Κατά τήν εἰσήγησή του πρός τήν Σύνοδο ὁ Πρόεδρός της Ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός Παπανδρέου (ὁ ἀπό Κορινθίας, παλαιός ἀντίπαλος τοῦ Γερμανοῦ), τήν 20. 3. 1944, εἶπε τά ἀκόλουθα:
«Σήμερον ἐνδιαφέρει ἡ τελευταῖον ἀπό ἔτους καί πλέον ἐπιδειχ-θεῖσα διαγωγή τοῦ Μοναχοῦ Γερμανοῦ Μαυρομμάτη. Εἶναι εἰς πάντας γνωστόν μετά πόσης ἐπιμονῆς ἐπεζήτησεν οὗτος νά ἀποκατασταθῆ εἰς τό Ἀρχιερατικόν ἀξίωμα ὑπό τῆς Ἐκκλησίας. Πρός τοῦτο μάλιστα καί νόμοι εἰδικοί ἐξεδόθησαν, ὅπως ἡ Ἐκκλησία καί δικονομικῶς διευκολυνθεῖ εἰς τήν ἀναθεώρησιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ὑπό τήν προϋπόθεσιν πάντως τῆς μετανοίας τοῦ καθαιρεθέντος.
Καί πράγματι ὑπέβαλεν οὗτος δύο αἰτήσεις πρός τήν Ἱ. Σύνοδον, τήν μέν ἀπό 16 Ἰουλίου 1943, τήν δέ ἀπό 1ης Αὐγούστου ἰδίου ἔτους, «ἐξαιτούμενος τήν χάριν τῆς Ἐκκλησίας». Ἐχρησιμοποίησεν τήν ἔκφρασιν ταύτην μόνον ἐν ταῖς αἰτήσεσιν αὐτοῦ, διότι ταύτην ἀπῆτει ὁ εἰδικός Νόμος, ρητῶς ὅμως ἐβεβαίου ὅτι θά προέβαινεν εἰς τήν ἀναγκαίαν ἀνάπτυξιν αὐτῆς ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καί θά ὑπέγραφε τάς ἐνδεδειγμένας ὁμολογίας, τάς ἀναλόγους εἰς τάς παρομοίας περιστάσεις, εἰς βεβαίωσιν τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας του.
Βασίμως δέ ἐλπίζων εἰς τήν χάριν τῆς Ἐκκλησίας, συνέταξεν ἰδίᾳ χειρί καί Ἐγκύκλιον πρός τούς Παλαιοημερολογίτας, καταχωριθεῖσαν εν τῶ Βιβλίῳ τῶν Ἐγκυκλίων καί ἐγγράφων του, παραδοθέντι ἡμῖν, ἧτις πράγματι εἶναι ἀξιόλογος ἀπό πολλῶν ἀπόψεων…
(Ὅμως), «συνῆλθε τό Δικαστήριον κατ’ ἐπανάληψιν, ἀλλά δυστυχῶς, διότι τά μέλη αὐτοῦ ἦσαν πολλά, ἱκανός ἀριθμός τῶν Ἀρχιερέων ἐκωλύετο κατά τόν νόμον, διότι μετέσχον δικαστηρίων προηγουμένων ἐπί τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, τά δέ μέσα συγκοινωνίας δύσκολα, δέν κατέστη δυνατή ἡ ἀναγκαῖα ἀπαρτία διά τήν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου
» (ΚώΔΙΣ 1941 – 1945, σελ. 499).
Τελικά ἡ νεοημ. Σύνοδος ἀποφάσισε, «ὅπως ἡ Ἐκκλησία παράσχη τήν συγχώρησιν Αὐτῆς τῶ Γερμανῶ Μαυρομάτῃ, κηδευθῆ δ’ οὗτος κατά τό τυπικόν Αὐτῆς καί μνημονευθῆ ὡς Ἀρχιερεύς» (ΚώΔΙΣ 1941 – 1945, σελ. 500).

12. Συμπέρασματα
Πέρα ἀπό κάθε συναισθηματική φόρτιση, ἡ μελέτη τῶν κειμένων (τῶν Πρακτικῶν καί τοῦ Κώδικα τῆς ὑπό τόν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο Συνόδου ἀπό τό 1923 μέχρι τό 1944), καθώς καί τῆς πορείας τοῦ ἰδίου τοῦ Γερμανοῦ Μαυρομάτη πρίν καί μετά τό 1935, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ προσχώρησίς του στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τό 1935 εἶχε σάν βασικό αἴτιο τήν προσωπική του ἀντιπαλότητα πρός τόν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο. Γιά τόν λόγο αὐτό δέν ἐνστερνίσθηκε ποτέ τήν Ὁμολογία - Ἐκκλησιολογία τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τελικά ἀπεβίωσε «ἐν μετανοίᾳ» πρός τήν μητέρα του Νεοημ. Ἐκκλησία, ὡς ἐν ἐνεργείᾳ Ἀρχιερεύς της.
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὅμως, ἡ προσχώρησίς του στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τό 1935, εἶναι ἕνα ἱστορικό γεγονός μεγάλης σημασίας τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά ἁγνοηθεῖ, διότι μέσῳ τῆς προσχωρήσεως αὐτῆς προσέφερε στήν διωκομένη Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία δύο ὑπηρεσίες κεφαλαιώδους σημασίας: Τήν Συνοδική καταδίκη τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος καί τήν χειροτονία τῶν πρώτων Ἐπισκόπων Της μετά τό Σχίσμα τοῦ 1924.
Αὐστηρά, λοιπόν, κρινόμενος ὁ Δημητριάδος Γερμανός εὑρίσκεται γνωσίως Ὀρθόδοξος «ἐν τόπῳ καί χρόνῳ» (Μάϊος 1935) καί ἀναγνωρίζεται ὡς ὁ πρῶτος Προκαθήμενος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μετά τό 1924. Κατά τά λοιπά καί χρονικῶς μεταγενέστερα εἶναι ἕνας «πεπτωκός», γιά τόν ὁποῖο ἐπικαλούμεθα τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν προσχώρηση τῶν τριῶν Ἀρχιερέων τό 1935, αὐτή - κατά τήν γνώμη τοῦ γράφοντος - ὠργανώθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, μέ τήν οὐσιαστική συνδρομή τοῦ Κορινθίας Δαμασκηνοῦ Παπανδρέου, μέ σκοπό τήν ἐξουδετέρωση τοῦ ἀντιπάλου του Γερμανοῦ Μαυρομάτη (γι’ αὐτό καί ἔτυχε δικαστικῆς ἀντιμετωπίσεως τελείως διαφορετικῆς ἀπό ἐκείνη τοῦ Ζακύνθου Χρυσοστόμου) καί ἐνδεχομένως τήν χειραγώγηση καί σταδιακή ἀπορρόφηση τῶν Παλαιοημερολογιτῶν.




Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Ὁσιομάρτυς Ἑλένη τοῦ Καυκάσου (+ 1975)
Ὁ ἀσκητικός Βίος καί ἡ θαυμαστή Πολιτεία μιᾶς ὁσιακῆς καί μαρτυρικῆς μορφῆς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν. Ἀναρτήθηκε βελτιωμένη καί ἐπηυξημένη στόν Ἰστότοπο churchsynaxarion.blogspot.com.

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Ὁ Βίος τοῦ Ὁσίου Γενναδίου τῶν Ἀκουμίων Κρήτης (+ 1983)

Ἐκδόθηκε ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ὁ Βίος τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ τῶν Ἀκουμίων Κρήτης (+ 1983). Βλ. σχετικῶς churchsynaxarion.blogspot.com.

Ἡ Διακήρυξις τῆς ἁγιότητος τῆς διά Χριστόν Σαλῆς ΤΑΡΣΩΣ
Πραγματοποιήθηκε τήν 24η Σεπτμεβρίου 2010. Βλ. σχετικά churchsynaxarion.blogspot.com.

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΟΣΙΑ ΤΑΡΣΩ Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ (+ 1989)

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Στόν Ἰστότοπο churchsynaxarion.blogspot.com δημοσιεύεται ὁ Βίος καί τά Θαύματα τῆς Ὁσίας Ταρσῶς τῆς διά Χριστόν Σαλῆς (+ 1989).

ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν ΜΑΤΘΑΙΟΥ, τοῦ Νέου Ὁμολογητοῦ, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος (+ 1950)

Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Ἔχει ἀναρτηθεὶ στόν Ἰστότοπο churchsynaxarion.blogspot.com

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
τῆς Ὁσίας ΤΑΡΣΩΣ, τῆς διά Χριστόν Σαλῆς (+ 1989)

Εἰσαγωγικόν Σημείωμα τοῦ ὑπευθύνου τοῦ παρόντος Ἰστοτόπου
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. ΚΗΡΥΚΟΣ, κατόπιν τῆς ἀπό 27. 7. 2010 σχετικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ Ὁποία συνεκλήθη στήν ἑορτάζουσα Ἱερά Μονή ἁγ. Παντελεήμονος Καρπαθίων Οὐκρανίας, ὑπό τήν προεδρείαν τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου, Σεβ. Μητροπολίτου Κιέβου κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, συνεδρευόντων τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. ΚΗΡΥΚΟΥ (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκ προσώπου καί τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κένυας κ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ), Βράντσεα κ. ΓΕΡΟΝΤΙΟΥ (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, ἐκ προσώπου καί τοῦ Θεοφ. Ἐπισκόπου Μπακάου κ. ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ) καί Κιτίου κ. ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου), συμφώνως πρός τήν ὁποία (ἀπόφαση), ἡ διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν νἐων Ἁγίων καί ἡ ἐγγραφή τους στό ἑορτολόγιο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας στήν Ὁποίαν ἀνήκουν, καθώς καί ἡ ρύθμιση τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν, ἐπαφίενται στήν ποιμαντικήν διάκριση τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων - μέ ἀπόφασή του προέβη στήν διακήρυξη τῆς διά Χριστόν Σαλῆς ΤΑΡΣΩΣ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Κερατέας (+ 1989).
Ἡ ἀπόφαση αὐτή τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. ΚΗΡΥΚΟΥ, βρίσκεται σέ ἀπόλυτη συμφωνία μέ τήν κοινή ἐκκλησιαστική γνώμη τοῦ πληρώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί προξένησε μεγάλη χαρά στούς πιστούς, τόσο σ' αὐτούς πού εἶχαν τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά τήν γνωρίσουν (ὄπως ὁ γράφων), ὅσο καί σ' ἐκείνους πού διάβασαν γι' αὐτήν ἤ εὐεργετήθηκαν ἀπό τόν Θεό διά πρεσβεῶν της.
Ἤδη ἁγιογραφήθηκε ἀπό τήν Πρεσβυτέρα Ἀντωνία Σίντνιεβα ἡ πρώτη της εἰκόνα, ὁλοκληρώνεται ἡ συγγραφή τοῦ Βίου της ἀπό τόν γράφοντα (θά ἀναρτηθεῖ στό Διαδύκτιο ἐντός τῶν ἑπομένων ἡμερῶν) καί φιλοπονεῖται ἡ πρός τιμήν της Ἀκολουθία, καθώς πλησιάζει ὁ πρῶτος ἑορτασμός τῆς μνήμης της, τήν 24η Σεπτεμβρίου. Κατωτέρω δημοσιεύεται ἡ σχετική ἀπόφασις τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. ΚΗΡΥΚΟΥ.

Καθηγητής Ἀντ. Μάρκου

ΑΠΟΦΑΣΙΣ
ΠΕΡΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
τῆς διά Χριστόν Σαλῆς ΤΑΡΣΩΣ
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Κερατέας

Πρός
τό εὐσεβές πλήρωμα, τόν Ἱερό Κλῆρο καί τόν ἀγωνιζόμενο λαό, τῆς ἁγιωτάτης Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
«Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ»
Τιμιώτατοι Πατέρες καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῶ ἀδελφοί, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ὑπό τῶν Ἁγίων ἡμῶν Πατέρων διδασκόμεθα, ὅτι ταμεῖον ἁγιότητος μοναδικόν καί ἀσφαλές καί βέβαιον εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τῆς Ὁποίας ἕνα τῶν τεσσάρων χαρακτηριστικῶν γνωρισμάτων καί μία τῶν τεσσάρων ἰδιοτήτων εἶναι ἡ Ἁγιότης. «Μία εἶναι - διδάσκει ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος - Μία καί Μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινή, ἡ νύμφη ἡ καλή, ἡ ἐκλεκτή… Ποία (δέ) εἶναι αὐτή; Αὐτή ἡ ἐδική μας ἁγία Μήτηρ, τοῦτ’ ἔστιν ἡ Ἀνατολική. Πόθεν δῆλον; Ἀπό τήν ἁγιότητα τῶν τέκνων Της. Ἁγία ἡ ρίζα, ἅγιοι καί οἱ καρποί. Ἐπειδή οὐ δύναται δένδρον σαπρόν ποιεῖν καρπούς καλούς. Δέν πιστεύετε; Ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἄμμον θαλάσσης πληθυνθήσονται» (1).
Ἀληθής καί γνησία ἁγιότης ὑπάρχει μόνον ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Διά τοῦτο, «τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα - ὡς δέχεται ὁ πολύς Νεκτάριος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων - πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν - ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατάστασις - καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων» (2).
Κατά τόν μέγαν τῆς Ὀρθοδοξίας Θεολόγον Ἱερόν Δαμασκηνόν, οἱ Ἅγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ, τά ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα», τά ἱερά ἐκεῖνα πρόσωπα εἰς τά ὁποῖα «διά τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνώκησεν ὁ Θεός» (3). Διό τήν κατά χρέος μεγίστην ἀπονέμωμεν Κυρίῳ τῶ Θεῶ ἡμῶν τιμήν, εὐχαριστίαν καί εὐγνωμοσύνην, διότι «οὐκ ἀφῆκε Ἑαυτόν ἀμάρτυρον» κατά τόν παρελθόντα 20όν αἰώνα τῆς ἀπό τῆς Πίστεως ἀποστασίας, ἀλλ’ ἀνέδειξεν γνησίους δούλους Του οἱ ὁποῖοι ἐτήρησαν ἀμώμητον καί ἀκαινοτόμητον τήν τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ Ὀρθόδοξον Πίστιν καί ἠργάσθησαν τήν ἀρετήν. Οἱ νεοφανεῖς αὐτοί ἀστέρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἐμαρτυρήθησαν ὑπ’ Αὐτοῦ καί μαρτυροῦνται Ἅγιοι, διά πλείστων ὅσων σημείων καί θαυμάτων.
Ἑνός τῶν τοιούτων νοητῶν ἀστέρων μνήμην ποιούμεθα ἐν τῶ παρόντι. Τῆς διά Χριστόν Σαλῆς ΤΑΡΣΩΣ, τῆς ἐν τοῖς ὁρίοις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Κερατέας ἀσκηθείσης καί ὁσιακῶς τελιωθείσης ἐν ἔτει 1989.
Ἡ μακαρία Ταρσώ ἐγεννήθη εἰς Ἄνδρον τό ἔτος 1910. Εἰς τήν ἡλικίαν τῶν 14 ἐτῶν ἐκλήθη ὑπό τοῦ Θεοῦ δι’ ἁγίου Ἀγγέλου, ἵνα ἄρη τό σταυρόν τῆς θεληματικῆς μωρίας καί διά Χριστόν σαλότητος. Ὡς ψυχασθενής λογισθεῖσα ὑπό τῶν οἰκείων αὐτῆς, ὡς τοιαύτη ἀντιμετωπίσθη καί πολλά ὑπέστη καί ἔπαθεν. Ἐν ἔτει 1949, γενομένη δεκτή ὑπό τοῦ μακαρία τῆ λήξει γενομένου ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ματθαίου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ἐν τῆ ὑπ’ αὐτοῦ ἱδρυθείση Μονή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου παρά τήν Κερατέαν, διέμεινεν ἐκτός τοῦ αὐτῆς περιβόλου ἐπί ὁλόκληρον 40ετίαν, ἄοικος καί ἄστεγος, ἐκτεθειμένη εἰς τό καῦμα τοῦ θέρους καί τόν παγετόν τοῦ χειμῶνος, εἰς τούς πειρασμούς τῶν δαιμόνων καί τάς λοιδωρίας τῶν ἀνθρώπων, ἀδιαλείπτως προσευχομένη καί παντοιοτρόπως ἀγωνιζομένη. Πολιτευομένη οὕτως, ἠξιώθη παρά Θεοῦ τῶν χαρισμάτων τῆς διοράσεως καί προοράσεως καί προφητείας, αἱ δέ πρός Κύριον αὐτῆς ἐντεύξεις ἐδείχθησαν θεοπειθεῖς. Ἐπλήρωσεν τό κοινόφλητον χρέος τοῦ θανάτου τήν 24ην Σεπτεμβρίου 1989 καταλειποῦσα ἡμῖν εὐωδιάζοντα τά αὐτῆς Λείψανα.Ὅθεν, ἑπόμενοι τῆς αἰωνοβιότου πράξεως τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως πρός τήν ὁποίαν, κριτήριον διά τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος ἑνός Ἁγίου εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ὁποίας ἀνεδείχθη ὁ νέος Ἅγιος καί ἀποδεχόμενοι καί ἐκφράζοντες τήν κρίσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος τῆς καθ’ ἡμᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία κρίσις ἀναγνωρίζει τήν θεοφιλῶς ζήσασα καί ὁσιακῶς τελειωθεῖσα ἐν ἔτει 1989 διά Χριστόν Σαλή Ταρσώ, ὡς Ἁγία καί πρό Συνοδικῆς διαγνώσεως, κατόπιν τῆς ἀπό 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 σχετικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποίαν «ἡ ἐγγραφή ἑνός ἱεροῦ προσώπου εἰς τό ἑορτολόγιον τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν Ὁποίαν ἀνῆκει, καθώς καί ἡ ρύθμισις τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν, ἐπαφίενται εἰς τήν ποιμαντικήν διάκρισιν τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων»,

ΘΕΣΠΙΖΟΜΕΝ

ὅπως ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἐξῆς, ἡ διά Χριστόν Σαλή ΤΑΡΣΩ, ἡ παρά τήν Ἱεράν Μονήν Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας ἀσκήσασα καί ὁσιακῶς τελειωθεῖσα τήν 24ην Σεπτεμβρίου 1989, συναριθμεῖται τοῖς Ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας, τιμωμένη παρά τῶν πιστῶν κατά τά προβλεπόμενα ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, ἤτοι δι’ ἀφιερώσεως ναῶν εἰς τήν μνήμην αὐτῆς καί δι’ ἁγιογραφήσεως ἱερῶν αὐτῆς εἰκόνων καί διά τῆς φιλοπονήσεως πρός τιμήν της Ἱερᾶς Ἀκολουθίας καί διά τῆς ἐκδόσεως τοῦ Βίου αὐτῆς, πρός οἰκοδομήν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί δόξαν τοῦ ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ θαυμαστοῦ Θεοῦ ἡμῶν, τήν 24ην μηνός Σεπτεμβρίου, ἡμέρας τῆς πρός Κύριον ἐκδημίας της. Τά δέ λείψανα αὐτῆς, τιμηθέντα δι’ εὐωδίας, κατά τήν Πατερικήν διδασκαλίαν καί γνώμην (4), τιμῶνται ἀπό τοῦ νῦν ὡς Λείψανα ἱερά καί ἅγια.

Αὐτῆς ἁγίαις πρεσβείες Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν

Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης,
Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ
Ἐν τῶ Ἐπισκοπείῳ ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου
6η Αὐγούστου 2010
Ἑορτή τῆς Θείας τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως
Παραπομπαί:
1. Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, «Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ὁ Ἀντίπαπας», Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 258.
2. Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Νεκταρίου, «Πρός τάς προσκομισθείσας θέσεις παρά τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις φρατόρων, διά Πέτρου τοῦ αὐτῶν μαϊστορος, Περί τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα ἀντίρρησις», Ἰάσιο 1682, σελ. 201. Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός Πέτρον Κλαίρκιον - Περί τῶν μετά τό σχίσμα Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν γενομένων ἐν αὐτῆ θαυμάτων», 1844, σελ. 6.
3. Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», PG 94, 1164Β – 1168C.
4. Πρβλ. ἅγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου: «Εἶναι γνώμη τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι τῶν μέν Ὁσίων τά Λείψανα δέν προσκυνοῦνται ὡς ἅγια, ἄν ὁ Θεός δέν ἀποδείξη δι’ αὐτῶν θαύματα ἤ τό ὀλιγώτερον τά τιμήση διά τῆς εὐωδίας, μέ τό νά μήν εἶναι ἀποδεδειγμένα εἰς τούς ἀνθρώπους ἡ ἐν κρυπτῶ πίστις καί ἀγάπη αὐτῶν πρός τόν Θεόν» («Νέον Μαρτυρολόγιον», σημ. σελ. 24).