Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Μητροπολίτης Θηβῶν καί Λεβαδείας ΙΩΑΝΝΗΣ (+ 1964)

Κατά κόσμον Χαράλαμπος Μπαλτσάκης, γεννήθηκε τό 1908 στή Φτέρη Σπερχειάδος, στήν εὐλαβέστατη οἰκογένεια τοῦ Εὐαγγέλου καί τῆς Σταυρούλας Μπαλτσάκη, οἱ ὁποῖοι ἀκούοντες τόν λόγο τοῦ Κυρίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι», ἀσπάσθηκαν τόν μοναχικό βίο μαζί μέ πέντε ἀπό τά ἕξη παιδιά τους καί οἱ μέν ἄνδρες μόνασαν στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ (ὁ πατέρας Εὐάγγελος ὡς μοναχός Εὐθύμιος καί οἱ γιοί του Βασίλειος ὡς μοναχός Ἰσαάκιος, Χαράλαμπος ὡς μοναχός Ἰωάννης – ἔπειτα Μητροπ. Θηβῶν καί Λεβαδείας, Ἰωάννης ὡς μοναχός Βησσαρίων – ἔπειτα Μητροπ. Τρίκκης καί Σταγῶν, Δημήτριος ὡς μοναχός Φίλιππος Ἁγιορείτης καί Ἀθανάσιος ὡς Ἀβράμιος - ἔπειτα Ἱερομόναχος) καί ἡ μητέρα Εὐαγγελία στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας ὡς μοναχή Σοφία.
Ἀριστερά: Ὁ μακαριστός Μητροπ. Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἰωάννης (ἀριστερά) μετά τοῦ κατά σάρκα ἀδελφοῦ του, ἐπίσης μακαριστοῦ Μητροπ. Τρίκκης καί Σταγῶν Βησσαρίωνος (+ 1977). Δεξιά: Ἀπό τόν Ἑσπερινό τῆς Ἀγάπης τοῦ ἔτους 1962 στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας. Διακρίνονται ἀπό ἀριστερά πρός τά δεξιά οἱ Σεβ. Ἀρχιερεῖς: Θεσσαλονίκης Δημήτριος, Πατρῶν Ἀνδρέας, Τρίκκης Βησσαρίων, Θηβῶν Ἰωάννης καί Βρεσθένης Ματθαῖος Β'.
Ὁ ἔπειτα Ἐπίσκοπος Ἰωάννης διακρίθηκε στή μονή τῆς μετανοίας του γιά τήν ταπείνωσή του, τήν ὁλοπρόθυμο ὑπακοή, τήν πνευματικότητα καί τήν ἀσκητικότητα. Γιά τόν λόγο αὐτό τό ἔτος 1947 δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη διά τῶν τιμίων χειρῶν τοῦ ἁγίου Γέροντός του Ἐπισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου Α’ (ἔπειτα Ἀρχιεπισκόπου, + 1950).
Τό ἔτος 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ Ἱερομ. Ἰωάννης μετά ἀπό 5ετῆ ἱερατική διακονία καί ἐφημερία σέ πολλές ἀνά τήν Ἑλλάδα ἐνορίες, ἐξελέγη Μητροπ. Θηβῶν καί Λεβαδείας καί χειροτονήθηκε τήν 3η Μαΐου τοῦ ἰδίου ἔτους ἀπό τόν τότε Πρόεδρο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Μητροπ. Θεσσαλονίκης Δημήτριο κ. ἄ. Ἀρχιερεῖς.
Ποίμανε τήν ἐπαρχία του (ν. Βοιωτίας) μέ ἕδρα τόν ἱστορικό ναό τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν Θηβῶν, ἱερουργῶν, κηρύττων, ἐξομολογῶν καί κατηχῶν διαρκῶς τό ποίμνιό του. Εἰρηνικώτατος καί εὐσεβέστατος, ὑπέμεινε τά πάντα χάριν τοῦ ποιμνίου του, ἀντιμετώπιζε μέ ὑπομονή τίς θλίψεις καί τούς πειρασμούς προσηλωμένος στήν προσευχή, τήν νηστεία καί τήν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἔργων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν Ε’ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, 6η Ἀπριλίου 1964 καί ἐνταφιάστηκε στό Κοιμητήριο τῶν Ἀρχιερέων τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, ὅπου τό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μοδέστου. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία τελέστηκε στήν Ἱ. Μ. Παναγίας προεξάρχοντος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀγαθαγγέλου, συμπαραστατουμένου ὑπό τῶν Σεβ. Ἀρχιερέων Πατρῶν Ἀνδρέου, Κορινθίας Καλλίστου, Τρίκκης Βησσαρίωνος καί Ἀττικῆς Μελετίου καί 21 Ἱερέων καί Διακόνων. Τόν ἐπιτάφιο λόγο ἐξεφώνησε ὁ Πρωτοσύγκελλος Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος.

Τοῦ ἀοιδήμου Ἐπισκόπου ΙΩΑΝΝΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (+ 1976)

Κατά κόσμον Δῆμος Ψαροθεοδωρόπουλος γεννήθηκε τό 1902 στό Γαλαξείδι Παρνασίδος ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, ἀπό τούς ὁποίους ἀνατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου». Οἱ γονεῖς τοῦ ἐμφύτευσαν στήν παιδική του ψυχή τά πρῶτα σπέρματα τῆς εὐσεβείας καί τοῦ χριστιανικοῦ ζήλου, τά ὁποῖα διατήρησε μέχρι τήν τελευταῖα του ἀναπνοή.
Μετά τήν ἀποφοίτησή του ἀπό τό τότε Σχολαρχεῖο ἐγκαταστάθηκε στόν Πειραιᾶ, ὅπου ἀσχολήθηκε μέ τό ἐμπόριο, χωρίς νά παραμελεῖ τήν μελέτη τοῦ λόγου του Θεοῦ καί τά πνευματικά του καθήκοντα. ἡ εὐλάβειά του φάνηκε περισσότερο τό 1924, ὅταν μαζί μέ χιλιάδες ἄλλους πιστούς δέν δέχτηκε τήν εἰσαγωγή τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Μαζί μέ ἄλλους ἀγωνιστές τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας ἔτρεχε νύκτα στά ἐξωκκλήσια γιά νά λειτουργηθεῖ, μακριά ἀπό τό βλέμμα τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου καί τῶν ὀργάνων του.
Ἀξιώθηκε νά παρευρεθεῖ στήν ἱστορική ἀγρυπνία τῆς 13ης πρός 14η Σεπτεμβρίου 1925 στό Μονύδριο ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, κατά τήν ὁποία ἐμφανίσθηκε ὁ Τίμιος Σταυρός, «Θεόθεν βεβαίωσις» τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος ὑπέρ τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας. Τό θαῦμα αὐτό συγκλόνισε τήν ψυχή τοῦ νεαροῦ Δήμου, ὁ ὁποῖος αὔξησε τούς ἀγώνες του, ὥστε τό 1942 νά «ἐξέλθη τοῦ κόσμου καί τῶν ἐν τῶ κόσμῳ» καί νά ἀσπαστεῖ τόν Μοναχικό Βίο. Ἐντάχθηκε στήν Ἱερά Μονή Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, ὑπό τόν Πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας καί Ὁμολογητή τοῦ 20ου αἰ. ἅγ. Ματθαῖο, τότε Ἐπίσκοπο Βρεσθένης. Στή μονή ἐπέδειξε ζῆλο στά μοναχικά καθήκοντα καί τίς ἐργασίες, ὑπακοή στούς πρωεστῶτες, αὐταπάρνηση καί ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς καί ἀξιώθηκε τοῦ Μεγάλου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος, ἀλλά καί τῆς Ἱερωσύνης.
Τό 1947 χειροτονήθηκε Διάκονος καί Πρεσβύτερος ἀπό τόν Γέροντά του Ἐπίσκοπο Ματθαῖο. Τό 1948, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, «ψήφῳ Κλήρου καί λαοῦ», ἐξελέγη Ἐπίσκοπος καί χειροτονήθηκε γιά τήν ἱστορική ἕδρα τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπό τόν Γέροντά του Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο καί τούς πρό αὐτοῦ χειροτονηθέντες Ἀρχιερεῖς Τριμυθοῦντος Σπυρίδωνα καί Πατρῶν Ἀνδρέα.
Ὡς Ἐπίσκοπος συμμετεῖχε στόν Ἀφορισμό τῆς Μασωνίας (1949) καί τήν ἐκλογή τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου σέ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν (1949), ἐπισκέφθηκε πολλές φορές ναούς καί ἐνορίες τῆς κεντρικῆς καί βορείου Ἑλλάδος, τέλεσε ἐγκαίνια ναῶν, κ.λ.π. Παράλληλα διώχθηκε ἀπό τήν Νεοημ. Ἐκκλησία, κυρίως κατά τήν περίοδο τοῦ μεγάλου διωγμοῦ τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου (1950 – 1956).
Τό 1950, μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου, ἀνέλαβε τήν προεδρεία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τήν τοποτηρητεία τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, τήν ὁποία παρέδωσε τό 1956 στόν νεοεκλεγέντα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἀγαθάγγελο (Ἐλευθερίου, τόν ἀπό Τήνου, + 1967).
Ὡς Τοποτηρητής προήδρευσε ὅλων τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τῆς Κληρικολαϊκῆς Συνάξεως τοῦ 1958, τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων Μεσσηνίας Χρυσοστόμου (1952), Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἰωάννου (1952), Τρίκκης καί Σταγῶν Βησσαρίωνος (1952), Βρεσθένης Ματθαίου Β’ (1952), Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Μελετίου (1952), Μεσσηνίας Γρηγορίου (1956), Κιτίου Ἐπιφανίου (1956), Πειραιῶς Ἀνθίμου (1957), Σαλαμίνος Θεοκλήτου (1957) καί Τήνου Ἀγαθαγγέλου (1957), τῶν ὁποίων τίς χειροτονίες τέλεσε, τοῦ Ἀφορισμοῦ τοῦ Χιλιασμοῦ (1963), συνάξεων τῶν Ἱεροῦ Κλήρου, καθώς καί δημοσίων ἐκκλησιαστικῶν ἐκδηλώσεων (κατάθεσις στεφάνου στό Μνημεῖο τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου τό 1949, καταδύσεις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στό Φαληρικό Δέλτα καί τήν Θεσσαλονίκη), κ.ἄ.
Ποίμανε τούς Γνησίους Ὀρθοδόξους τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης μέ ἕδρα τόν ἱστορικό Ναό τοῦ ἁγ. Γεωργίου Θεσσαλονίκης (τόν ὁποῖο εὐτύχησε νά ἐγκαινιάσει) καί διαμονή ἕνα πτωχό κελλάκι δίπλα στό ναό!
Ἀπεβίωσε τήν 31η Δεκεμβρίου 1976 στό Ἱπποκράτειο Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ἐνοσηλεύετο ἀπό μακροῦ χρόνου. Τό ἱερό σκῆνος του μεταφέρθηκε στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας, ὅπου ἐκτέθηκε σέ τριήμερο λαϊκό προσκύνημα. Ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία του ἐψάλλη τήν Κυριακή 1η Ἰανουαρίου 1977 στό πρός τιμήν τῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου Καθολικό τῆς Μονῆς, προεξάρχοντος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἀνδρέου, συμπαραστατουμένου ὑπό τῶν Σεβ. Ἀρχιερέων Κορινθίας Καλλίστου, Τρίκκης καί Σταγῶν Βησσαρίωνος, Ἀττικῆς Ματθαίου, Πειραιῶς Νικολάου, Ἀργολίδος Παχωμίου καί Κρήτης Εὐμενίου καί 24 Ἱερέων καί Διακόνων. Ἐπικηδείου λόγους ἐκφώνησαν ὁ Μακαριώτατος καί ὁ ἀρχιμ. Εὐθύμιος Ἐπιφανίου.
Τό σκήνωμα τοῦ μεταστάντος Ἀρχιερέως ἐνταφιάστηκε στό Κοιμητήριο τῶν Ἀρχιερέων, ὅπου τό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μοδέστου.















Ἀριστερά: Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος τοῦ ἔτους 1964. Ἀπό ἀριστερά πρός τά δεξιά διακρίνονται οἱ Σεβ. Ἀρχιερεῖς Πατρῶν κ. Ἀνδρέας, Θεσσαλονίκης κ. Δημήτριος (Πρόεδρος) καί Κορινθίας κ. Κάλλιστος καί ὁ Πρωτοσύγκελλος Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος. Δεξιά: Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ ἔτους 1950 (Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Καλλιθέας). Ἀπό τά ἀριστερά πρός τά δεξιά διακρίνονται οἱ Σεβ. Ἀρχιερεῖς Θεσσαλονίκης κ. Δημήτριος, Τριμυθοῦντος κ. Σπυρίδων καί Κορινθίας κ. Κάλλιστος.

Τοῦ ἀοιδήμου Μητροπολίτου ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ (+ 1967)

Κατά κόσμον Ἀγαθάγγελος Ἐλευθερίου, γεννήθηκε τό 1888 στήν Πρίγκηπο τῆς ΚΠόλεως, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Ἐλευθέριο καί τήν Θεοφανῶ. Μετά τίς ἐγκύκλιες σπουδές φοίτησε στή Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή. Μετά τήν ἀποφοίτησή του προσλήφθηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη Δράμας Ἀγαθάγγελο καί ὑπηρέτησε σάν δάσκαλος σέ Βουλγαρόφωνα χωριά κατά τήν περίοδο 1910 – 1913, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του λόγῳ τῆς Βουλγαρικῆς προπαγάνδας.
Διετέλεσε Ἀρχιδιάκονος τῆς Μητροπόλεως Δράμας. Ὡς Διάκονος φοίτησε στή Ριζάρειο Ἐκκλησιαστική Σχολή τῶν Ἀθηνῶν καί στή συνέχεια στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπ’ ὅπου ἀπεφοίτησε τό 1922.
Μετά τήν εἰσαγωγή τοῦ Νέου Ἡμερολογίου διετέλεσε Ἱεροκήρυκας τῆς Μητροπόλεως Φωκίδος, Πρωθιερεύς τοῦ Πανελληνίου Ἱδρύματος Τήνου καί καθηγητής σέ διάφορα Γυμνάσια καί τήν Παιδαγωγική Ἀκαδημία Φλωρίνης.
Σέ ὅλη του τήν ζωή ἀνέπτυξε μεγάλη ἐθνική, πατριωτική καί πνευματική δραστηριότητα, διαρκῶς ὅμως εἶχε ἔλεγχο συνειδήσεως γιά τό ἡμερολογιακό ζήτημα, ὁπότε μελετήσας ἐνδελεχῶς τό θέμα προσχώρησε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (1957). Τό ἴδιο ἔτος «ἡ Ἐκκλησία ἐκτιμήσασα τήν λαμπράν μόρφωσίν του, τό χρηστόν ἦθος του καί τήν πνευματικήν του ἀνωτερότητα, ὡς καί τήν ἐθνικήν αὐτοῦ, κοινωνικήν καί φιλανθρωπικήν δραστηριότητα, τόν ἀνέδειξε Μητροπολίτην τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Τήνου, ἐκεῖ δηλαδή ἔνθα ἐπί πολύν χρόνον ὑπηρέτησε κατά τό παρελθόν» («Κ.Γ.Ο.» τ. 1981, σελ. 160). Χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τήν 8η Νοεμβρίου 1957, στήν ἱστορική κατακόμβη τοῦ ἁγ. Μηνᾶ, τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, ἀπό τόν τότε Πρόεδρο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Μητροπ. Θεσσαλονίκης Δημήτριο (+ 1976) καί μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
Τό ἑπόμενο ἔτος 1958 ἀναδείχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, σέ διαδοχή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου Α’ (+ 1950). Ἡ ἐκλογή του ἔγινε τήν 18. 3. 1958 στόν Ἱ. Ν. Ἁγίας Τριάδος Κάτω Ἡλιουπόλεως Ἀθηνῶν, ναό πού χρησιμοποίησε ἔκτοτε σάν ἕδρα του, μέ διαμονή του ἕνα πτωχό κελλί!
Ἡ ἀνάρρησή του στόν Ἀποστολικό Θρόνο τῶν Ἀθηνῶν θορύβησε τήν Νεοημ. Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀμέσως κίνησε διωγμό ἐναντίον του. Ἀρχικά ἐπιδιώχθηκε νά ἐπιστρέψει στήν Νεοημ. Ἐκκλησία, ἀλλά ὁ μακαριστός ἔμεινε σταθερός στήν ὁμολογία του.
Τό 1961 σύρθηκε στό Τμῆμα Μεταγωγῶν Πειραιῶς μέ «κλούβα» καί διπλή φρουρά καί κλείστηκε στό κρατητήριο μαζί μέ κακοποιούς τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, γιά νά μεταφερθεῖ ἐξόριστος στή Μονή Στροφάδων. Τόν ἀγαθό Ἱεράρχη ἔσωσε τότε ἀπό τήν ἐξορία ὁ Εἰσαγγελέας Πρωτοδικῶν Πειραιῶς Σλάνταβος, ὁ ὁποῖος ἀποφάνθηκε ὅτι ἦταν βαρύτατα ἀσθενής καί ἔπρεπε νά εἰσαχθεῖ σέ νοσοκομεῖο. Στή συνέχεια μεταφέρθηκε μέ ἀστυνομική συνοδεία σέ κλινική τοῦ Χαλανδρίου, ὅπου νοσηλεύθηκε γιά ἀρκετό διάστημα φρουρούμενος γιά νά μήν δραπετεύσει!
Κατά τήν ἀρχιερατεία του ἔλαβαν χώρα σημαντικά γεγονότα τῆς ἱστορίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Καθαγιασμός Ἁγίου Μύρου (1958), ἡ μεγάλη Κληρικολαϊκή Σύναξις (1958), ὁ Ἀφορισμός τοῦ Χιλιασμοῦ (1963) καί ἡ καταδίκη τοῦ λεγομένου Διαλόγου μετά τοῦ Παπισμοῦ (1964).
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 21η Ἀπριλίου 1967, Τεράρτη τῆς Διακαινησίμου, μετά ἀπό πολύμηνη ἀσθένεια. Ἐνταφιάστηκε στό Κοιμητήριο τῶν Ἀρχιερέων, στό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μοδέστου τῆς Ἱ. Μονῆς Παναγίας Κερατέας. Ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία τελέστηκε προεξάρχοντος τοῦ Μητροπ. Πατρῶν Ἀνδρέου, συμπαραστατουμένου ἀπό μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί εἰκοσιπεντάδος Κληρικῶν. Τόν ἐπικήδειο λόγο ἐκφώνησε ὁ Πρωτοσύγκελλος Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος.

Τοῦ ἀοιδήμου Ἀρχιεπισκόπου ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ εἴη αἰωνία ἡ μνήμη
Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος ΣΠΥΡΙΔΩΝ (+ 1963)

Κατά κόσμον Γεώργιος Πάσιος, γεννήθηκε τό 1888 στή Ζέλιτσα (Κυδωνία) Αἰτωλο ακαρνανίας, ὅπου διδάχτηκε τά ἐγκύκλια γράμματα. Ἀπό τούς εὐλαβέστατους γονεῖς του Σπυρίδωνα Πάσιο καί Μαρία (τό γένος Νασιοπούλου), ἀνατράφηκε κατά τό Ἀποστολικό «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου» καί γεννήθηκε μέσα του ὁ πόθος τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως. Ἔτσι τό 1907, σέ ἡλικία μόλις 19 ἐτῶν, πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος καί ἐντάχθηκε στήν ἀδελφότητα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενοφῶντος. Μετά ἀπό ὄχι ἕνα ἤ τρία, ἀλλά 14 χρόνια δοκιμασίας, δέχθηκε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα μέ τό ὄνομα Γεδεών, μάλιστα γιά τήν ἀρετή του ἀναδείχθηκε καί Ἡγούμενος τῆς ἱστορικῆς Μονῆς, ἡγουμενεύσας ἐπί τριετία.
Τό 1924, τό μνημόσυνο τοῦ καινοτόμου Πατριάρχου ΚΠόλεως τόν ἀνάγκασε νά ἀποχωρήσει ἀπό τήν μονή, μετά ἀπό 17 χρόνια διακονίας καί ἀσκήσεως, καί νά ἐγκαταβιώσει στά Καυσοκαλύβια, ὅπου ἔζησε ἐρημιτικά καί ἡσυχαστικά γιά τρία χρόνια. Στή συνέχεια καί γιά μία 7ετία ἔζησε ἐρημητικά στό ἀσκητήριο τοῦ ὁσ. Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, στήν ἔρημο τοῦ ἁγ. Βασιλείου, μέ πολλές δυσκολίες, σέ τόπο σκληρό καί ἀφιλόξενο.
Ἡ ἀρετή του καί ἡ συνέπειά του πρός τήν ὁμολογία τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας τόν ἔκαναν εὑρύτατα γνωστό μεταξύ τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων τοῦ Ἄθωνα, ἀλλά καί στούς ἀγωνιζομένους στόν κόσμο καί ἔτσι τό 1934 ὁ Ὁμολογητής ἅγ. Ματθαῖος, ἔπειτα Ἐπίσκοπος Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν (+ 1950), τόν κάλεσε κοντά του γιά νά ἐνισχύσει τόν ὑπέρ τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας ἀγῶνα. Ὁ Προηγούμενος Γεδεών ὑπάκουσε στήν πρόσκληση αὐτή καί ἐντάχθηκε στήν ἀδελφότητα τῆς νεοσύστατης (1934) ἀνδρικῆς μονῆς τοῦ ἁγ. Ματθαίου (Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ), ὅπου ἡγουμένευσε ἐπί τριετία (δεύτερος Ἡγούμενος τῆς ἱστορικῆς Μονῆς, μετά τόν Λάκωνα ἀρχιμ. Βίκτωρα Μπουλοῦκο, + 1941)
Τό 1948, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ματθαῖο, «ψήφῳ Κλήρου καί λαοῦ» ὁ Προηγούμενος Γεδεών ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος (γιά τήν ἐμπερίστατη Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Κύπρου.) Χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος ὑπό μόνου τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου - καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ σχετικοῦ Κανόνος, «διά τό ἐμπερίστατον τῆς Ἐκκλησίας» - τήν 1η Σεπτεμβρίου 1948, στό Παρεκκλήσιο τοῦ Προφ. Ἠλιοῦ τῆς Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως καί ἔλαβε τό ὄνομα Σπυρίδων, πρός τιμήν τοῦ ἁγίου προκατόχου του στήν Ἐπισκοπική Ἕδρα ἁγ. Σπυρίδωνος.
Μετά τήν χειροτονία του ὁ Ἐπίσκοπος Σπυρίδων πῆγε στήν Κύπρο καί ἐργάστηκε μέ ἰδιαίτερο ζῆλο καί αὐταπάρνηση γιά τήν διάδοση τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας καί τήν ὀργάνωση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Χειροτόνησε 10 νέους κληρικούς, ἵδρυσε μονές, ἐγκαινίασε ναούς, κήρυττε, νουθετοῦσε, ἐξομολογοῦσε, ἀγρυπνοῦσε καί κατάρτιζε τό ποίμνιό του.
Ἡ ἐκκλησιαστική δραστηριότητα καί ἡ παρρησία του, τόσο ἀπέναντι στή Νεοημ. Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ὅσο καί ἀπέναντι στίς Ἀγγλικές Ἀρχές κατοχῆς, εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά ἀπελαθεῖ ἀπό τήν Μεγαλόνησο καί νά ἐπιστρέψει ἀναγκαστικά στήν Ἑλλάδα, ὅπου ὅμως ἀντιμετώπισε τόν μεγάλο διωγμό τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπ. Σπυρίδωνος Βλάχου (1951 – 1956).
Ἡ σφοδρότητα τοῦ διωγμοῦ ὑποχρέωσε τόν ἐμπερίστατο Ἱεράρχη νά ἐγκαταβιώσει σέ ἕνα ἡσυχαστήριο τῆς περιοχῆς Κερατέας, μέ διακονητή τόν Μοναχό Πανάρετο. Ἐκεῖ κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 18η Φεβρουαρίου 1963, σέ ἡλικία 75 ἐτῶν.
Ἡ κηδεία του τελέστηκε στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας τήν 20η Φεβρουαρίου, μετά ἀπό κατανυκτική ἀγρυπνία, χοροστατοῦντος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἀγαθαγγέλου, συμπαραστατουμένου ἀπό μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί ὅλους σχεδόν τούς Κληρικούς τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος. Ἐνταφιάστηκε πίσω ἀπό τό Καθολικό τῆς Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ, τῆς ὁποίας εἶχε διατελέσει Ἡγούμενος.








Ἀριστερά: 1950, Κυριακή Ὀρθοδοξίας (Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Καλιθέας Ἀθηνῶν). Ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Σπυρίδων μετά τῶν Ἐπισκόπων + Θεσσαλονίκης Δημητρίου (ἀριστερά) καί + Κορινθίας Καλλίστου (δεξιά).
Δεξιά: 1950, 40ήμερο Μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου Α' (Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας). Ἡ τότε τετραμελής Ἱερά Σύνοδος ἀποτελουμένη (ἀπό ἀριστερά πρός τά δεξιά) ἀπό τούς Ἐπισκόπους + Θεσσαλονίκης Δημητρίου, + Τριμυθοῦντος Σπυρίδωνος, + Πατρῶν Ἀνδρέου καί + Κορινθίας Καλλίστου.

Τοῦ ἀοιδήμου Ἐπισκόπου ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη




Ἐπίσκοπος Βρεσθένης ΜΑΤΘΑΙΟΣ Β’ (+ 1963)

Κατά κόσμον Σπυρίδων Λιγνός, γεννήθηκε τό 1893 στό Ἀμαρούσιο Ἀττικῆς, καταγόμενος ἀπό παλαιά οἰκογένεια τῆς πόλεως. Στή γεννέτειρά του παρακολούθησε τίς ἐγκύκλιες σπουδές καί κατόπιν φοίτησε στό Σχολαρχεῖο τῆς ἐποχῆς του.
Τό 1909, σέ ἡλικία 16 ἐτῶν, γνώρισε στό Ναό Ἀναλήψεως Παγκρατίου (μετόχι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας Ἁγίου Ὄρους), τόν ἐφημέριο, τότε Ἱερομόναχο καί ἔπειτα Ἐπίσκοπο Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν ἅγ. Ματθαῖο τόν Νέο Ὁμολογητή (+ 1950), μέ τόν ὁποῖο συνδέθηκε πνευματικά, ὥστε νά τόν ἀκολουθήσει στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί νά ἐγκαταβιώσει μαζί του στό ἐρημητήριο τοῦ ἁγ. Μηνᾶ Βίγλας. Ἐκεῖ ἀγωνιζόμενος δέχθηκε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα καί τό ὄνομα Νεκτάριος.
Στό ἐρημητήριο τοῦ ἁγ. Μηνᾶ ἔμεινε 23 ὁλόκληρα χρόνια, ἀγωνιζόμενος γιά τήν ψυχική του σωτηρία, ἐργαζόμενος τήν ξυλουργική τέχνη.
Τό 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κλήθηκε ἀπό τήν ἔρημο τοῦ Ἄθωνα στήν «ἔρημο» τοῦ κόσμου, γιά νά ἐξυπηρετήσει τόν Ἀγῶνα ὡς κληρικός καί Ἐπίσκοπος. Τόν Μάρτιο τοῦ 1952 χειροτονήθηκε Διάκονος καί Πρεσβύτερος καί τόν Ἰούλιο τοῦ ἰδίου ἔτους ἐξελέγη καί χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Βρεσθένης, λαβών τό ὄνομα τοῦ Γέροντά του ἁγ. Ματθαίου.
Ποίμανε τήν ἐπαρχία του (ν. Λακωνίας) μέ νεανικό ζῆλο καί αὐταπάρνηση, μέ κόπους καί ἀγῶνες ἀνεκδιήγητους. Γιά τόν Ἐπίσκοπο Ματθαῖο τά ὅρια τῆς ἡμέρας ἦταν στενά καί ἀνεπαρκῆ, γι’ αὐτό μελετοῦσε καί τήν νύκτα. Καί στόν κόσμο ἔμεινε πτωχός Ἁγιορείτης καί γιά νά μήν ἐπιβαρύνει κανένα μέ τήν παρουσία του, δημιούργησε στή γεννέτειρά του Ἀμαρούσιο ἕνα μικρό ἡσυχαστήριο πρός τιμήν τῆς Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης, ὅπου καί διέμενε.
Ἡ ἤδη κλονισμένη ὑγεία του ἐπιδεινώθηκε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1963. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τήν 21η τοῦ μηνός στό Νοσοκομεῖο ἅγ. Παῦλος ὅπου μεταφέρθηκε συνεπείᾳ καρδιακοῦ ἐπεισοδίου. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του ἐψάλλη στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπ. Πατρῶν Ἀνδρέου, συμπαραστατουμένου ὑπό Ἀρχιερέων κ.ἄ. κληρικῶν. Τό ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος. Ἐνταφιάστηκε στό Κοιμητήριο τῶν Ἀρχιερέων, στό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μοδέστου.


Τοῦ ἀοιδήμου Ἐπισκόπου ΜΑΤΘΑΙΟΥ Β’ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη
Μητροπολίτης Μεσσηνίας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (+ 1956)
Μέ σημείωμα γιά τόν νεοασκητή ΗΛΙΑ ΠΑΝΑΛΟΥΛΑΚΗ (+ 1918)


Κατά κόσμον Γεώργιος Πουλουπάτης, γεννήθηκε στήν Ἀλαγωνία Μεσσηνίας τό 1883. Τό 1901, μετά τά ἐγκύκλια γράμματα, σέ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν, ἐγκατέλειψε τά ἐγκόσμια καί ἔγινε μοναχός στή συνοδεία τοῦ νεοασκητοῦ τῶν Καλαμῶν Ἠλία Παναγουλάκη (+ 1918), ἱδρυτοῦ τῆς Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστρίας Καλαμῶν (Σκήτης Παναγουλάκη).

Ἠλίας Παναγουλάκης γεννήθηκε τήν 14. 7. 1873 στήν Καλαμάτα. Ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του εἶναι γνωστά ἐλάχιστα πράγματα, εἶναι ὅμως γενικά παραδεκτό, ὅτι ἦταν ἄνθρωπος τοῦ κόσμου καί τῆς ἁμαρτίας. Ὁ θάνατος ἑνός στενοῦ καί ἀγαπημένου του φίλου ὑπῆρξε γι’ αὐτόν γεγονός σωτήριο, γιατί κατά τήν κηδεία του, ἄκουσε γιά πρώτη φορά τά σχετικά μέ τήν αἰώνια ζωή λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, «ὁ τόν λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων τῶ πέμψαντί με, ἔχει ζωήν αἰώνιον καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου πρός τήν ζωήν» (Ἰω. 5,24). Γεμᾶτος σκέψεις καί βαθειά ἐπηρεασμένος, ζήτησε ἀπό τόν Ἱερέα τοῦ κοιμητηρίου νά τοῦ ἐξηγήσει σχετικά. Πράγματι, ὁ Ἱερεύς τοῦ μίλησε γιά τήν κρίση, τήν μετά θάνατον ζωή, τήν τιμωρία, τήν μετάνοια καί τήν ἐπιστροφή. Μέ συντριβή καί ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς του καταστάσεως (σύμφωνα μέ διηγήσεις τῶν μαθητῶν του εἶπε στόν Ἱερέα, «καί γιά μένα; Γιά μένα πού ἔχω ματώσει τήν θάλασσα, ὑπάρχει σωτηρία;»), ζήτησε νά ἐξομολογηθεῖ. Ὁ Ἱερέας ὅμως δέν ἦταν ἐξομολόγος καί ἔτσι τόν ἔστειλε σέ ἔμπειρο πνευματικό πατέρα τῆς Μονῆς Βελανιδιᾶς.
Μετά τό σωτηριῶδες λουτρό τῆς μετανοίας καί γεμᾶτος ζῆλο γιά ἔργα ἀρετῆς, εἶπε στόν ἐξομολόγο του: «Θά κάνω τήν ζωή τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου». Παρ’ ὅλο τό γεγονός, ὅτι ὁ πνευματικός τοῦ συνέστησε νά γίνει ἁπλῶς ἕνας καλός Χριστιανός, αὐτός ξεκίνησε γιά τήν Μάνη, ἀναζητῶντας τόπο γιά προσευχή καί ἄσκηση.
Στή Μάνη, ἔζησε κοντά σέ ἕνα ξωκκλήσι γιά μικρό διάστημα, ἐργαζόμενος τήν μετάνοια καί τήν προσευχή, ἀγωνιζόμενος ὑπέρμετρα μέ νηστεία καί ἀγρυπνία. Ὁ Ἱερέας ὅμως τοῦ κοντινοῦ χωριοῦ τοῦ συνέστησε νά ἀγωνιστεῖ ἐκεῖ πού ἁμάρτησε, δηλαδή στήν Καλαμάτα. Ὑπάκουσε καί ἐπιστρέφοντας στόν τόπο πού ἔζησε τήν ἁμαρτωλή του ζωή, ἐγκαταστάθηκε στά κτήματα ἑνός Χριστιανοῦ στή θέση «Ἁγία Ἄννα», στό φρούριο τῆς πόλεως. Ἐκεῖ ἄρχισε νέους ἀγῶνες, ὑπεράνθρωπους, ἀδιανόητους γιά τήν ἐποχή του καί πρόσφερε στό Θεό καρπούς μετανοίας. Σέ μικρό διάστημα ἡ περιοχή ἄρχισε νά κατακλύζεται ἀπό ἐπισκέπτες. Δεκάδες ἄνθρωποι ἔρχονταν πρός αὐτόν (οἱ περισσότεροι ἀπό περιέργεια καί σκωπτική διάθεση). Πολλούς τό πύρηνο κήρυγμα μετανοίας καί πρό πάντων τό παράδειγμά του μετέβαλε σέ πιστούς προσκυνητές καί ὑπάκουους μαθητές. Τό γεγονός αὐτό ἔβαλε σέ σκέψεις τόν ἰδιοκτήτη τοῦ κτήματος, ὁ ὁποῖος μήπως ἡ Ἐκκλησία ἀποκτήσει δικαιώματα στήν ἰδιοκτησία του, ζήτησε ἀπό τόν νεοασκητή νά φύγει.
Ὁ ταλαιπωρημένος ἀσκητής (ἤδη τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του εἶχαν ἀλλοιωθεῖ ἀπό τήν νηστεία καί τήν κακοπάθεια), ὑπάκουσε. Πρίν φύγει ἔδωσε ἕνα νόμισμα σέ κάποιον μαθητή του (μία χάλκινη πεντάρα τῆς ἐποχῆς του) καί τόν ἔστειλε στό Ναό τῆς Ὑπαπαντῆς, γιά νά ψαλλεῖ μία Παράκληση. Μετά τήν ἐπιστροφή τοῦ ὑποτακτικοῦ, ἡ μικρή συνοδεία ξεκίνησε χωρίς συγκεκριμένη πορεία. Μετά ἀπό περιπλάνηση, λίγο μετά τήν Μονή τοῦ ἁγ. Κωνσταντίνου (πού ἵδρυσε ὁ λόγιος Ἱερομ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος, 1763 – 1844), συναντήθηκε μέ τόν ἐργολάβο Χρήστο Ταμπακέα. Ὁ π. Ἠλίας καί οἱ μαθητές του, ἀπαντῶντας σέ σχετική ἐρώτηση, ἐξιστόρησαν τά γεγονότα. Ὁ Ταμπακέας (ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀποδεικνύουν τά πράγματα, ἦταν εὐσεβής καί φιλομόναχος), προσφέρθηκε νά βοηθήσει τήν συνοδεία καί γιά τοῦτο τήν ὀδήγησε στό κτῆμα τοῦ φίλου του Θωμᾶ Μιχαλάκου, ἀπό τόν ὁποῖο ἀγόρασε τό κτῆμα καί τῆς τό πρόσφερε! Ἔτσι ἱδρύθηκε ἡ σημερινή Μονή Εὐαγγελιστρίας – Σκήτη Παναγουλάκη.
Μετά τήν ἐγκατάσταση στή νέα - ἐξασφαλισμένη πλέον - θέση ὁ Ἠλίας, ἀφοῦ οἰκονόμησε ἀπό κάπου ἕνα παλαιό ράσο, ἐγκαταστάθηκε στό μικρό σπήλαιο πού ὑπῆρχε στό κτῆμα καί ἄρχισε μέ μεγαλύτερο ζῆλο τήν ἄσκησή του. Μέσα στό σκοτάδι καί τήν ὑγρασία ἀγωνίστηκε ὑπεράνθρωπα, μιμούμενος τούς μεγάλους ἀσκητές. Σέ λίγο οἱ φήμη του ξεπέρασε τά ὅρια τῆς περιοχῆς καί ἑκατοντάδες ἄνθρωποι ἄρχισαν νά συρρέουν, γιά νά ἀκούσουν τό φλογερό του κήρυγμα μετανοίας. Πολλοί ἀπό τούς ἐπισκέπτες του, γοητευμένοι ἀπό τήν ζωή καί τήν προσωπικότητά του, ἔμειναν μαζί του καί ἔγιναν ὑποτακτικοί καί μαθητές του. Οἱ σπουδαιότεροι ἀπό αὐτούς ἦσαν: Ὁ Γεώργιος Ἀναγηρέας (διάδοχός του στήν ἡγεσία τῆς Μονῆς, κατά τήν περίοδο 1918 – 1920). Ὁ Γεώργιος Πουλουπάτης (ἔπειτα Ἱερομ. Γεράσιμος καί Ἐπίσκοπος Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας μέ τό ὄνομα Χρυσόστομος). Ὁ Πέτρος Καλοκύρης (Μοναχός Συμεών). Ὁ Ἀνδρέας Κωστόπουλος (Μοναχός Ἀντώνιος). Ὁ Φώτιος Μποῦστος (Μοναχός Παναγιώτης). Καί ὁ Γεώργιος Ἀναγνωστόπουλος (ἀρχιμ. Θεόδουλος, ἱδρυτής τῆς Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Κορώνης).
Ὁ Κύριος κάλεσε κοντά Του τόν ἀγωνιζόμενο δοῦλο Του σχετικά νωρίς, τήν 17. 1. 1918 (ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου), σέ ἡλικία μόλις 45 ἐτῶν, μετά ἀπό ἄσκηση καί ζωή μετανοίας 16 ἐτῶν. Ἐνταφιάστηκε στή μετάνοιά του. Κατέλειπε μνήμη ἀγαθή. Τά Λείψανά του φυλάσσονται στή Μονή Εὐαγγελιστρίας – Σκήτη Παναγουλάκη.

Μετά ἀπό ἄσκηση 20 ἐτῶν ο Γεώργιος ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος τῆς Μονῆς, διαδεχθείς τόν Μοναχό Γεώργιο Ἀναγιαρέα. Τό 1926 χειροτονήθηκε ἀπό τόν Μητροπ. Μεσσηνίας Μελέτιο Σακελλαρόπουλο (Ν.Ε.). Διάκονος καί Ἱερεύς μέ τό ὄνομα Γεράσιμος.
Τό 1934, μετά ἀπό ἔντονο προβληματισμό ὁλόκληρης τῆς ἀδελφότητας πάνω στό ἡμερολογιακό ζήτημα, προσχώρησε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὑπό τόν Ἁγιορείτη Ἱερομ. Ματθαῖο (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, + 1950). Ἡ ἀπόφαση αὐτή προκάλεσε τήν προσχώρηση στή Γνησία Ὀρθοδοξία τοῦ Θεολόγου Μοναχοῦ Κυπριανοῦ Λαχανᾶ, τῆς Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Κορώνης (ὑπό τόν ἀρχιμ. Θεόδουλο Ἀναγνωστόπουλο), τῆς Ἱ. Μ. Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου Καλαμῶν (ὑπό τήν Γερόντισσα Εὐφημία) καί δεκάδων πιστῶν στήν περιοχή τῆς Μεσσηνίας.
Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἡ Μονή Εὐαγγελιστρίας – Σκήτη Παναγουλάκη ἀναδείχθηκε σέ πνευματικό κέντρο καί φάρο Ὀρθοδοξίας στήν περιοχή καί ἡ ἀδελφότητα ἔφθασε τούς 20 μοναχούς.
Τό 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ψηφίστηκε πρῶτος γιά τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα καί χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Μεσσηνίας μέ τό ὄνομα Χρυσόστομος. Ἡ χειροτονία του ἔγινε τήν 13η Ἀπριλίου, ἀπό τόν τότε Πρόεδρο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί Τοποτηρητή τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, Μητροπ. Θεσσαλονίκης Δημήτριο (+ 1976) κ. ἄ. Ἀρχιερεῖς.
Ὡς Ἐπίσκοπος ὑπέστη τά πάνδεινα καί ἀντιμετώπισε φοβερό διωγμό ἀπό τόν καινοτόμο Μητροπ. Μεσσηνίας Χρυσόστομο Δασκαλάκη, γιά ἕνα διάστημα μάλιστα ἦταν ἐξόριστος στή Μονή Δημιόβης (1953). Ἀποτέλεσμα τῶν διώξεων καί τῶν κακουχιῶν πού ὑπέστη, ἦταν ὁ σοβαρός κλονισμός τῆς ὑγείας του καί ὁ θάνατος ὁ ὁποῖος ἐπῆλθε τήν 27η Ἀπριλίου 1956 στό Λαϊκό Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ἐνοσηλεύετο.
Ἀξίζει νά σημειωθεῖ, ὅτι ἀκόμη καί νεκρός ὁ ἐπ. Χρυσόστομος ἀντιμετώπισε διωγμό. Ὁ Νεοημ. Μητροπ. Μεσσηνίας δέν ἐπέτρεψε νά ἀποσφραγιστεῖ ἕνας ἀπό τούς ναούς τῆς Σκήτης Παναγουλάκη γιά νά ψαλλεῖ ἡ Νεκρώσυνη Ἀκολουθία! Ἔτσι τό φέρετρο μέ τόν σεπτό νεκρό τοῦ ἐπ. Χρυσοστόμου τοποθετήθηκε πάνω σ’ ἕνα τραπέζι, ἔξω ἀπό τήν σφραγισμένη πόρτα τοῦ Ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας, μέ ἐπιτραχήλιο καί ὠμοφόρειο καί τήν ἀρχιερατική μίτρα ἐπί δίσκου, δέχθηκε τήν προσκύνηση κλήρου καί λαοῦ καί παρά τήν παρουσία δύο Ἀρχιερέων (τοῦ Κορινθίας Καλλίστου καί τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου Β’ ), ἡ Χωροφυλακή δέν ἐπέτρεψε τήν τέλεση τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας καί ὁ νεκρός ἐνταφιάστηκε «ἀδιάβαστος»!!!

Τοῦ ἀοιδήμου Μητροπολίτου ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη

Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ΜΑΤΘΑΙΟΣ Α’ (+ 1950)

Μία τῶν μεγαλυτέρων ἐκκλησιαστικῶν μορφῶν τοῦ 20ου αἰ. Ἀσκητής στήν ἔρημο τοῦ Ἄθωνα, ἀπό τούς πλέον γνωστούς Ἁγιορείτες Πνευματικούς, ἱδρυτικό μέλος τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, κτίτορας Μονῶν καί Μοναστικός Πατέρας, στυλοβάτης τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἱερομόναχος, Ἐπίσκοπος Βρεσθένης (1935 – 1949) καί Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν (1949 – 1950), θαυματουργός πρό καί μετά θάνατον, Μυροβλύτης καί Ἰαματικός, Νέος Ὁμολογητής καί Ἅγιος.
Γεννήθηκε στήν Πανέθυμο Κισσάμου Κρήτης τό 1861 καί ἦταν υἱός τοῦ Ἱερέως Χαραλάμπους Καρπαθάκη. Φοίτησε στό σχολεῖο τῆς Μονῆς Χρυσοπηγῆς Χανίων, στό Ἑλληνικό Γυμνάσιο τῆς Ἀλεξάνδρειας καί στή Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Ἱεροσολύμων, προστατευόμενος τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἱεροθέου. Διάκονος χειροτο-νήθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Νικόδημο. Ἐφημέρευσε στόν Πανάγιο Τάφο καί τέλος μόνασε στό Ἅγιο Ὄρος, ὑποταχθείς στόν αὐστηρό Γέροντα Νεκτάριο, στήν Σκήτη τῆς ἁγ. Ἄννης. Ἱερεύς χειροτονήθηκε στήν Ἱ. Μ. ὁσ. Γρηγορίου. Ἀσκούμενος στήν ἔρημο ἀναδείχθηκε ὀνομαστός Πνευματικός.
Ἀπό τά ἱδρυτικά μέλη τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, μετά τήν ἐπιβολή τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου (1924), ἦρθε στήν Ἀττική (1926), ὅπου ἵδρυσε τήν γυναικεία Μονή Παναγίας Πεκοβονουνογιατρίσσης Κερατέας (1927, ἐπί τῶν ἡμερῶν του 400 μοναχές!) καί τήν ἀνδρική Μονή Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Κουβαρᾶ (1934, ἐπί τῶν ἡμερῶν το 170 μοναχοί!), ἀναδειχθείς νέος Μοναστικός Πατέρας.
Τό 1935 ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος Βρεσθένης, κατά τήν συγκρότηση τῆς α' Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χειροτονηθείς ὑπό τῶν Μητροπολιτῶν Δημητριάδος Γερμανοῦ, πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί Ζακύνθου Χρυσοστόμου. Μετά τήν ἔκπτωση ἀπό τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας τῶν τριῶν προηγουμένων Ἀρχιερέων (1937) καί τῶν ὑπ' αὐτῶν χειροτονηθέντων (1937, 1942), ἔμεινε μοναδικός Ἐπίσκοπος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί γιά τοῦτο τό 1948, "ψήφῳ κλήρου καί λαοῦ", χειροτόνησε μόνος τόν Ἐπίσκοπο Τριμυθοῦντος Σπυρίδωνα (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου) καί στή συνέχεια τούς Ἐπισκόπους Πατρῶν Ἀνδρέα, Θεσσαλονίκης Δημήτριο καί Κορινθίας Κάλλιστο, συγκροτήσας τήν β' Ἱερά Σύνοδο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Τό 1949 ἀναδείχθηκε πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν μετό τό Νεοημεολογητικό Σχίσμα τοῦ 1924 καί τό ἴδιο ἔτος ἀφόρισε Συνοδικῶς τήν Μασωνία.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 14η Μαΐου 1950 καί ἐνταφιάσθηκε στήν Ἱ.Μ. Παναγίας, ὅπου σήμερα φυλάσσονται τά Λείψανά του.
Ἐλεημένος ἀπό τόν Θεό μέ τά χαρίσματα τῆς προοράσεως καί τῶν θαυμάτων καί μέ μαρτυρημένα σημεῖα μετά θάνατον, τιμᾶται ὡς Ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας.
Σημείωσις: Περί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἁγ. Ματθαίου ἕπεται μεγάλη δημοσίευσις.