Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Μητροπολίτης Μεσσηνίας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (+ 1956)
Μέ σημείωμα γιά τόν νεοασκητή ΗΛΙΑ ΠΑΝΑΛΟΥΛΑΚΗ (+ 1918)


Κατά κόσμον Γεώργιος Πουλουπάτης, γεννήθηκε στήν Ἀλαγωνία Μεσσηνίας τό 1883. Τό 1901, μετά τά ἐγκύκλια γράμματα, σέ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν, ἐγκατέλειψε τά ἐγκόσμια καί ἔγινε μοναχός στή συνοδεία τοῦ νεοασκητοῦ τῶν Καλαμῶν Ἠλία Παναγουλάκη (+ 1918), ἱδρυτοῦ τῆς Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστρίας Καλαμῶν (Σκήτης Παναγουλάκη).

Ἠλίας Παναγουλάκης γεννήθηκε τήν 14. 7. 1873 στήν Καλαμάτα. Ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του εἶναι γνωστά ἐλάχιστα πράγματα, εἶναι ὅμως γενικά παραδεκτό, ὅτι ἦταν ἄνθρωπος τοῦ κόσμου καί τῆς ἁμαρτίας. Ὁ θάνατος ἑνός στενοῦ καί ἀγαπημένου του φίλου ὑπῆρξε γι’ αὐτόν γεγονός σωτήριο, γιατί κατά τήν κηδεία του, ἄκουσε γιά πρώτη φορά τά σχετικά μέ τήν αἰώνια ζωή λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, «ὁ τόν λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων τῶ πέμψαντί με, ἔχει ζωήν αἰώνιον καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου πρός τήν ζωήν» (Ἰω. 5,24). Γεμᾶτος σκέψεις καί βαθειά ἐπηρεασμένος, ζήτησε ἀπό τόν Ἱερέα τοῦ κοιμητηρίου νά τοῦ ἐξηγήσει σχετικά. Πράγματι, ὁ Ἱερεύς τοῦ μίλησε γιά τήν κρίση, τήν μετά θάνατον ζωή, τήν τιμωρία, τήν μετάνοια καί τήν ἐπιστροφή. Μέ συντριβή καί ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς του καταστάσεως (σύμφωνα μέ διηγήσεις τῶν μαθητῶν του εἶπε στόν Ἱερέα, «καί γιά μένα; Γιά μένα πού ἔχω ματώσει τήν θάλασσα, ὑπάρχει σωτηρία;»), ζήτησε νά ἐξομολογηθεῖ. Ὁ Ἱερέας ὅμως δέν ἦταν ἐξομολόγος καί ἔτσι τόν ἔστειλε σέ ἔμπειρο πνευματικό πατέρα τῆς Μονῆς Βελανιδιᾶς.
Μετά τό σωτηριῶδες λουτρό τῆς μετανοίας καί γεμᾶτος ζῆλο γιά ἔργα ἀρετῆς, εἶπε στόν ἐξομολόγο του: «Θά κάνω τήν ζωή τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου». Παρ’ ὅλο τό γεγονός, ὅτι ὁ πνευματικός τοῦ συνέστησε νά γίνει ἁπλῶς ἕνας καλός Χριστιανός, αὐτός ξεκίνησε γιά τήν Μάνη, ἀναζητῶντας τόπο γιά προσευχή καί ἄσκηση.
Στή Μάνη, ἔζησε κοντά σέ ἕνα ξωκκλήσι γιά μικρό διάστημα, ἐργαζόμενος τήν μετάνοια καί τήν προσευχή, ἀγωνιζόμενος ὑπέρμετρα μέ νηστεία καί ἀγρυπνία. Ὁ Ἱερέας ὅμως τοῦ κοντινοῦ χωριοῦ τοῦ συνέστησε νά ἀγωνιστεῖ ἐκεῖ πού ἁμάρτησε, δηλαδή στήν Καλαμάτα. Ὑπάκουσε καί ἐπιστρέφοντας στόν τόπο πού ἔζησε τήν ἁμαρτωλή του ζωή, ἐγκαταστάθηκε στά κτήματα ἑνός Χριστιανοῦ στή θέση «Ἁγία Ἄννα», στό φρούριο τῆς πόλεως. Ἐκεῖ ἄρχισε νέους ἀγῶνες, ὑπεράνθρωπους, ἀδιανόητους γιά τήν ἐποχή του καί πρόσφερε στό Θεό καρπούς μετανοίας. Σέ μικρό διάστημα ἡ περιοχή ἄρχισε νά κατακλύζεται ἀπό ἐπισκέπτες. Δεκάδες ἄνθρωποι ἔρχονταν πρός αὐτόν (οἱ περισσότεροι ἀπό περιέργεια καί σκωπτική διάθεση). Πολλούς τό πύρηνο κήρυγμα μετανοίας καί πρό πάντων τό παράδειγμά του μετέβαλε σέ πιστούς προσκυνητές καί ὑπάκουους μαθητές. Τό γεγονός αὐτό ἔβαλε σέ σκέψεις τόν ἰδιοκτήτη τοῦ κτήματος, ὁ ὁποῖος μήπως ἡ Ἐκκλησία ἀποκτήσει δικαιώματα στήν ἰδιοκτησία του, ζήτησε ἀπό τόν νεοασκητή νά φύγει.
Ὁ ταλαιπωρημένος ἀσκητής (ἤδη τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του εἶχαν ἀλλοιωθεῖ ἀπό τήν νηστεία καί τήν κακοπάθεια), ὑπάκουσε. Πρίν φύγει ἔδωσε ἕνα νόμισμα σέ κάποιον μαθητή του (μία χάλκινη πεντάρα τῆς ἐποχῆς του) καί τόν ἔστειλε στό Ναό τῆς Ὑπαπαντῆς, γιά νά ψαλλεῖ μία Παράκληση. Μετά τήν ἐπιστροφή τοῦ ὑποτακτικοῦ, ἡ μικρή συνοδεία ξεκίνησε χωρίς συγκεκριμένη πορεία. Μετά ἀπό περιπλάνηση, λίγο μετά τήν Μονή τοῦ ἁγ. Κωνσταντίνου (πού ἵδρυσε ὁ λόγιος Ἱερομ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος, 1763 – 1844), συναντήθηκε μέ τόν ἐργολάβο Χρήστο Ταμπακέα. Ὁ π. Ἠλίας καί οἱ μαθητές του, ἀπαντῶντας σέ σχετική ἐρώτηση, ἐξιστόρησαν τά γεγονότα. Ὁ Ταμπακέας (ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀποδεικνύουν τά πράγματα, ἦταν εὐσεβής καί φιλομόναχος), προσφέρθηκε νά βοηθήσει τήν συνοδεία καί γιά τοῦτο τήν ὀδήγησε στό κτῆμα τοῦ φίλου του Θωμᾶ Μιχαλάκου, ἀπό τόν ὁποῖο ἀγόρασε τό κτῆμα καί τῆς τό πρόσφερε! Ἔτσι ἱδρύθηκε ἡ σημερινή Μονή Εὐαγγελιστρίας – Σκήτη Παναγουλάκη.
Μετά τήν ἐγκατάσταση στή νέα - ἐξασφαλισμένη πλέον - θέση ὁ Ἠλίας, ἀφοῦ οἰκονόμησε ἀπό κάπου ἕνα παλαιό ράσο, ἐγκαταστάθηκε στό μικρό σπήλαιο πού ὑπῆρχε στό κτῆμα καί ἄρχισε μέ μεγαλύτερο ζῆλο τήν ἄσκησή του. Μέσα στό σκοτάδι καί τήν ὑγρασία ἀγωνίστηκε ὑπεράνθρωπα, μιμούμενος τούς μεγάλους ἀσκητές. Σέ λίγο οἱ φήμη του ξεπέρασε τά ὅρια τῆς περιοχῆς καί ἑκατοντάδες ἄνθρωποι ἄρχισαν νά συρρέουν, γιά νά ἀκούσουν τό φλογερό του κήρυγμα μετανοίας. Πολλοί ἀπό τούς ἐπισκέπτες του, γοητευμένοι ἀπό τήν ζωή καί τήν προσωπικότητά του, ἔμειναν μαζί του καί ἔγιναν ὑποτακτικοί καί μαθητές του. Οἱ σπουδαιότεροι ἀπό αὐτούς ἦσαν: Ὁ Γεώργιος Ἀναγηρέας (διάδοχός του στήν ἡγεσία τῆς Μονῆς, κατά τήν περίοδο 1918 – 1920). Ὁ Γεώργιος Πουλουπάτης (ἔπειτα Ἱερομ. Γεράσιμος καί Ἐπίσκοπος Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας μέ τό ὄνομα Χρυσόστομος). Ὁ Πέτρος Καλοκύρης (Μοναχός Συμεών). Ὁ Ἀνδρέας Κωστόπουλος (Μοναχός Ἀντώνιος). Ὁ Φώτιος Μποῦστος (Μοναχός Παναγιώτης). Καί ὁ Γεώργιος Ἀναγνωστόπουλος (ἀρχιμ. Θεόδουλος, ἱδρυτής τῆς Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Κορώνης).
Ὁ Κύριος κάλεσε κοντά Του τόν ἀγωνιζόμενο δοῦλο Του σχετικά νωρίς, τήν 17. 1. 1918 (ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου), σέ ἡλικία μόλις 45 ἐτῶν, μετά ἀπό ἄσκηση καί ζωή μετανοίας 16 ἐτῶν. Ἐνταφιάστηκε στή μετάνοιά του. Κατέλειπε μνήμη ἀγαθή. Τά Λείψανά του φυλάσσονται στή Μονή Εὐαγγελιστρίας – Σκήτη Παναγουλάκη.

Μετά ἀπό ἄσκηση 20 ἐτῶν ο Γεώργιος ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος τῆς Μονῆς, διαδεχθείς τόν Μοναχό Γεώργιο Ἀναγιαρέα. Τό 1926 χειροτονήθηκε ἀπό τόν Μητροπ. Μεσσηνίας Μελέτιο Σακελλαρόπουλο (Ν.Ε.). Διάκονος καί Ἱερεύς μέ τό ὄνομα Γεράσιμος.
Τό 1934, μετά ἀπό ἔντονο προβληματισμό ὁλόκληρης τῆς ἀδελφότητας πάνω στό ἡμερολογιακό ζήτημα, προσχώρησε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὑπό τόν Ἁγιορείτη Ἱερομ. Ματθαῖο (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, + 1950). Ἡ ἀπόφαση αὐτή προκάλεσε τήν προσχώρηση στή Γνησία Ὀρθοδοξία τοῦ Θεολόγου Μοναχοῦ Κυπριανοῦ Λαχανᾶ, τῆς Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Κορώνης (ὑπό τόν ἀρχιμ. Θεόδουλο Ἀναγνωστόπουλο), τῆς Ἱ. Μ. Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου Καλαμῶν (ὑπό τήν Γερόντισσα Εὐφημία) καί δεκάδων πιστῶν στήν περιοχή τῆς Μεσσηνίας.
Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἡ Μονή Εὐαγγελιστρίας – Σκήτη Παναγουλάκη ἀναδείχθηκε σέ πνευματικό κέντρο καί φάρο Ὀρθοδοξίας στήν περιοχή καί ἡ ἀδελφότητα ἔφθασε τούς 20 μοναχούς.
Τό 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ψηφίστηκε πρῶτος γιά τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα καί χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Μεσσηνίας μέ τό ὄνομα Χρυσόστομος. Ἡ χειροτονία του ἔγινε τήν 13η Ἀπριλίου, ἀπό τόν τότε Πρόεδρο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί Τοποτηρητή τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, Μητροπ. Θεσσαλονίκης Δημήτριο (+ 1976) κ. ἄ. Ἀρχιερεῖς.
Ὡς Ἐπίσκοπος ὑπέστη τά πάνδεινα καί ἀντιμετώπισε φοβερό διωγμό ἀπό τόν καινοτόμο Μητροπ. Μεσσηνίας Χρυσόστομο Δασκαλάκη, γιά ἕνα διάστημα μάλιστα ἦταν ἐξόριστος στή Μονή Δημιόβης (1953). Ἀποτέλεσμα τῶν διώξεων καί τῶν κακουχιῶν πού ὑπέστη, ἦταν ὁ σοβαρός κλονισμός τῆς ὑγείας του καί ὁ θάνατος ὁ ὁποῖος ἐπῆλθε τήν 27η Ἀπριλίου 1956 στό Λαϊκό Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ἐνοσηλεύετο.
Ἀξίζει νά σημειωθεῖ, ὅτι ἀκόμη καί νεκρός ὁ ἐπ. Χρυσόστομος ἀντιμετώπισε διωγμό. Ὁ Νεοημ. Μητροπ. Μεσσηνίας δέν ἐπέτρεψε νά ἀποσφραγιστεῖ ἕνας ἀπό τούς ναούς τῆς Σκήτης Παναγουλάκη γιά νά ψαλλεῖ ἡ Νεκρώσυνη Ἀκολουθία! Ἔτσι τό φέρετρο μέ τόν σεπτό νεκρό τοῦ ἐπ. Χρυσοστόμου τοποθετήθηκε πάνω σ’ ἕνα τραπέζι, ἔξω ἀπό τήν σφραγισμένη πόρτα τοῦ Ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας, μέ ἐπιτραχήλιο καί ὠμοφόρειο καί τήν ἀρχιερατική μίτρα ἐπί δίσκου, δέχθηκε τήν προσκύνηση κλήρου καί λαοῦ καί παρά τήν παρουσία δύο Ἀρχιερέων (τοῦ Κορινθίας Καλλίστου καί τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου Β’ ), ἡ Χωροφυλακή δέν ἐπέτρεψε τήν τέλεση τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας καί ὁ νεκρός ἐνταφιάστηκε «ἀδιάβαστος»!!!

Τοῦ ἀοιδήμου Μητροπολίτου ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου